1107/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1107/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά το Ανατολικό Ορθόδοξο δόγμα στο ... στις 27-8-1967 σε ηλικία 19 ετών. Στο ... διέμειναν μέχρι το έτος 1970, οπότε και αναχώρησαν για τις Η.Π.Α στο ... του .... Πρώτος αναχώρησε ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος) και ακολούθως, μετά από πρόσκληση του, αναχώρησε η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη).
Full text
Απόφαση 1107 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1107/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.
Της αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείουσας : Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ραμουτσάκη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 414/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 601/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) ο αναιρεσείων με την από 29-5-2008 αίτησή του και τους από 12-10-2009 πρόσθετους λόγους και β) η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2008 αίτηση της και τους από 12-10-2009 πρόσθετους λόγους . Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως κατά τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους των κυρίων αναιρετηρίων και προσθέτων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης του και των προσθέτων λόγων του και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (23-11-2009) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: Α) Η από 29-5-2008 αίτηση αναίρεσης και το από 12-10-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής του Χ και Β) η από 9-6-2008 αίτηση αναίρεσης και το από 15-10-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής της Ψ, κατά της υπ' αριθμ. 601/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Οι αιτήσεις αυτές και οι πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν.1649/1986), συνάγεται ότι βασικές προϋποθέσεις της γέννησης της αξίωσης του ενός συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου, η οποία είναι καταρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από την συμβολή του δικαιούχου είναι:
α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του άλλου συζύγου (δικαιούχου) στην αύξηση αυτή. Ως περιουσία λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν σε χρήμα και ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννιέται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία).
Από την σύγκριση της αξίας της περιουσίας του υπόχρεου στα δύο αυτά χρονικά σημεία, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου που γεννήθηκε η αξίωση, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, ήταν αναγκαία για την κρίση ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε η ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη του νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου συζύγου περί αναγνωρίσεως της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας συζύγου του, που απέκτησε αυτή κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δεχθέν τα ακόλουθα:
Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά το Ανατολικό Ορθόδοξο δόγμα στο ... στις 27-8-1967 σε ηλικία 19 ετών. Στο ... διέμειναν μέχρι το έτος 1970, οπότε και αναχώρησαν για τις Η.Π.Α στο ... του .... Πρώτος αναχώρησε ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος) και ακολούθως, μετά από πρόσκληση του, αναχώρησε η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη).
Από τον γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο, ενήλικα ήδη, τέκνα. Ο γάμος αυτός των διαδίκων λύθηκε με την υπ' αριθμ. 91-058293/5-2-1992 αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου της Κομητείας Χάρις του Τέξας. Η απόφαση αυτή, όπως από το περιεχόμενο της προκύπτει, εκδόθηκε μετά από αγωγή που άσκησε ο ενάγων κατά την εκδίκαση της οποίας η εναγόμενη δεν παραστάθηκε αυτοπροσώπως, αλλά "συγκατένευσε στην εισαγωγή της υπόθεσης" (συναινετικό διαζύγιο).
Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 1042/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου αναγνωρίστηκε η ύπαρξη δεδικασμένου από την εν λόγω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου με την οποία λύθηκε ο γάμος των διαδίκων..... Με την ως άνω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου διατάχθηκε και ο χωρισμός της εκ του γάμου αποκτηθείσας περιουσίας των διαδίκων.
Η απόφαση αυτή προέβλεπε ότι ο ενάγων θα ελάμβανε ως ξεχωριστή περιουσία: 1) όλα τα προσωπικά του είδη (ρούχα και τιμαλφή), 2) όλα τα άλλα αντικείμενα της προσωπικής του περιουσίας, όπως μετοχές, ομόλογα και "άλλες ομολογίες", που είχε στην κατοχή του κατά την εκδίκαση της αγωγής διαζυγίου, 3) όλα τα χρηματικά ποσά που έχουν ήδη συγκεντρωθεί ή πρόκειται να συγκεντρωθούν στο μέλλον από οποιοδήποτε συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ή πρόγραμμα Keogh ή άλλο συνταξιοδοτικό επ' ονόματι του λογαριασμό, 4) όλες τις ασφάλειες της δικής του ζωής τα χρηματικά ποσά σε μετρητά, που βρίσκονται στην κατοχή του ή τον αποκλειστικό έλεγχο του, στα οποία περιλαμβάνονται χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, αποταμιευτικά ιδρύματα ή άλλα αποταμιευτικά ιδρύματα, οι οποίοι (λογαριασμοί) είναι στο όνομα του ή από τους οποίους έχει το αποκλειστικό δικαίωμα απολήψεως κεφαλαίων ή υπόκεινται στον αποκλειστικό έλεγχο του, 6) ένα αυτοκίνητο (φορτηγάκι), εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, έτους κυκλοφορίας 1990, καθώς και ένα άλλο αυτοκίνητο του ιδίου εργοστασίου, έτους κυκλοφορίας 1991 και 7) το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της επιχείρησης με τον διακριτικό τίτλο "..." (κέντρο φροντίδας του αυτοκινήτου), που βρίσκεται στο ...
του .... Επίσης με την ίδια απόφαση η εναγόμενη θα ελάμβανε ως ξεχωριστή περιουσία: 1) όλα τα προσωπικά της είδη (ρούχα και τιμαλφή), 2) όλα τα άλλα αντικείμενα της προσωπικής της περιουσίας, όπως μετοχές, ομόλογα και "άλλες ομολογίες" που είχε στην κατοχή της κατά την εκδίκαση της αγωγής διαζυγίου, 3) όλα τα χρηματικά ποσά που έχουν ήδη συγκεντρωθεί ή πρόκειται να συγκεντρωθούν στο μέλλον από οποιοδήποτε συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ή πρόγραμμα Keogh ή άλλο συνταξιοδοτικό επ' ονόματί της λογαριασμό, 4) όλες τις ασφάλειες της δικής της ζωής, 5) όλα τα χρηματικά ποσά σε μετρητά που βρίσκονται στην κατοχή ή τον αποκλειστικό έλεγχο της, στα οποία περιλαμβάνονται χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, αποταμιευτικά ιδρύματα ή άλλα οικονομικά ιδρύματα, οι οποίοι (λογαριασμοί) είναι αποκλειστικά στο όνομα της ή από τους οποίους έχει το αποκλειστικό δικαίωμα ανάληψης κεφαλαίων ή υπόκεινται στον αποκλειστικό έλεγχο της, 6) δύο αυτοκίνητα εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, έτους κυκλοφορίας 1990, καθώς και ένα αυτοκίνητο (φορτηγάκι) του ίδιου εργοστασίου, έτους κυκλοφορίας 1990, 7) μία οικία (συζυγική κατοικία), που βρίσκεται στο ...
και 8) όλα τα έπιπλα, οικιακά σκεύη και παραρτήματα, που περιέχονται εντός της εν λόγω οικίας. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση διατάχθηκε ο ενάγων να καταβάλει στην εναγόμενη το ποσό των 95.000 δολαρίων Η.Π.Α. ως "εφάπαξ καταβαλλόμενη δίκαιη ρύθμιση". Με την απόφαση αυτή, όπως αποδείχθηκε, το αλλοδαπό δικαστήριο διένειμε τη γαμική περιουσία σε δύο ίσα, περίπου, κατ' αξία μέρη, εφαρμόζοντας τις ισχύουσες στην πολιτεία του ...
νομικές διατάξεις, κατά τις οποίες η περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, είναι κοινή περιουσία των συζύγων και διανέμεται σε ίσα κατ' αξία μέρη, εκτός αν το δικαστήριο θεωρήσει την ισάξια διανομή ως μη δίκαιη. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η εναγομένη είχε στον αποκλειστικό της έλεγχο χρηματικά ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή άλλα αποταμιευτικά ιδρύματα, από τα οποία να έχει το αποκλειστικό δικαίωμα ανάληψης.
Η ως άνω απόφαση δεν εκτελέστηκε, καθόσον ευθύς μετά την έκδοση της (5-2-1992) οι διάδικοι επανασυνδέθηκαν και συμβίωναν υπό την αυτή στέγη, ενώ στις 27-8-1992, τέλεσαν νέο πολιτικό γάμο στο ... των Η.Π.Α. ενώπιον του ..., βοηθού επιτρόπου πολιτικών γάμων με την παρουσία μαρτύρων, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό...Παρά όμως την μη εκτέλεση της ως άνω απόφασης, τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα ελάμβανε ο καθένας εξ αυτών και των οποίων η αξία δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί κατά ασφαλή τρόπο, καθένας εξ αυτών θεωρούσε αυτά ως δικά του και συνεπώς κατά την τέλεση του δεύτερου γάμου τους η περιουσία της εναγόμενης δεν ήταν μηδενική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ούτε άλλωστε και η δική του περιουσία ανερχόταν στο ποσό των 622.421.000 δραχμών, αφού για τον υπολογισμό του ποσού αυτού, ενώ υπολογίζει και την αξία της περιουσίας που θα περιερχόταν σ' αυτόν με την απόφαση του διαζυγίου, ουδέν αναφέρει για τα περιουσιακά στοιχεία που θα περιέρχονταν στην εναγόμενη με την ίδια απόφαση.
Εκτός από τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία, οι διάδικοι ήταν συγκύριοι κατά την τέλεση του δεύτερου γάμου τους κατά το μισό εξ αδιαιρέτου ο καθένας και μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 79,90 τ. μ. που βρίσκεται στο ... και επί της συμβολής των οδών ... και ..., αξίας κατά τον χρόνο εκείνο 6.500.000 δραχμών, την οποία αργότερα πώλησαν σε τρίτο, όπως θα αναφερθεί παρακάτω.
Στις 6-5-1992, δηλαδή μετά την επανασύνδεση των σχέσεων τους, ο ενάγων προέβη στην αγορά νέας οικίας στο ... του ... αντί του ποσού των 183.184 δολαρίων, το οποίο προσήλθε από δανεισμό. Στην οικία αυτή εγκαταστάθηκαν οι διάδικοι, ενώ στις 30-7-1992 πώλησαν τη συζυγική οικία, στην οποία διέμεναν κατά τη διάρκεια του πρώτου γάμου τους και η οποία είχε περιέλθει με τη δικαστική απόφαση του διαζυγίου στην εναγόμενη.
Περί τα τέλη του ίδιου έτους (1992) οι διάδικοι αποφάσισαν να επανέλθουν στην Ελλάδα και να εγκατασταθούν μόνιμα σ' αυτήν. Έτσι ο ενάγων ρευστοποίησε την περιουσία που είχαν αποκτήσει στην Αμερική, προκειμένου τα χρήματα που θα συγκέντρωναν, να τα επενδύσουν στην Ελλάδα. Ειδικότερα, ο ενάγων στις 1-3-1993 πώλησε την ως άνω επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο "..." στον ..., αντί του ποσού των 310.000 δολαρίων ΗΠΑ και όχι αντί του ποσού των 1.235.000 δολαρίων ΗΠΑ, που εκείνος ισχυρίζεται....
Η επιχείρηση αυτή αποτελούσε πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων και οι εγκαταστάσεις του ανήκαν στην πολυεθνική εταιρεία με την επωνυμία "...U.S.A.". Η εταιρεία αυτή είχε κατασκευάσει το πρατήριο αυτό, όπως άλλωστε είχε κατασκευάσει και άλλα πρατήρια στις Η.Π.Α., σε έκταση τεσσάρων στρεμμάτων και το είχε εκμισθώσει με τον εξοπλισμό του στον ενάγοντα για πώληση υγρών καυσίμων, τον χρησιμοποιούσε δε ως πωλητή των δικών της προϊόντων.
Παράλληλα, εντός του πρατηρίου υπήρχε μικρός χώρος πωλήσεως ειδών αναψυχής και ειδών πρόχειρης σίτισης, ενώ παράλληλα διέθετε και χώρο για παροχή στους οδηγούς των αυτοκινήτων (πελάτες του) υπηρεσιών συντήρησης και περιορισμένης έκτασης επισκευών των αυτοκινήτων (αλλαγή λαδιών, ελαστικών κ.λ.π.), σύμφωνα άλλωστε και με τους όρους της μίσθωσης, την τήρηση των οποίων απαιτούσε και επέβαλε σε όλα τα πρατήρια υγρών καυσίμων, που εξεμίσθωνε σε τρίτους η ως άνω εκμισθώτρια εταιρεία.......
Με την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα απασχολήθηκε ο ενάγων από τα πρώτα έτη της εγκαταστάσεως του στην Αμερική. Σ' αυτήν εργάζονταν περί τα 10-12 άτομα, τα οποία απασχολούσε διαδοχικά, καθόσον το πρατήριο λειτουργούσε καθόλη τη διάρκεια της ημέρας. Στο πρατήριο αυτό εργαζόταν καθημερινώς η εναγόμενη σύζυγος του, η οποία παράλληλα με την φροντίδα του οίκου τους και την ανατροφή των παιδιών, για την οποία όμως δεν προβλήθηκε σχετική ένσταση εκ μέρους της από το άρθρο 1389 του Α.Κ., περί του ότι δηλαδή η παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών στις ανάγκες της οικογένειας υπερέβαιναν το μέτρο της σχετικής υποχρεώσεως της, εκτελούσε εργασία ταμία, λογιστή και συνάμα προέβαινε στη σύνταξη διαφόρων καταστάσεων, που επέβαλε η εκεί νομοθεσία (ημερήσιων συναλλαγών, καθημερινές δηλώσεις προστασίας περιβάλλοντος), στον καθαρισμό του καταστήματος και την εκτέλεση άλλων εξωτερικών εργασιών.
Είχε δε φοιτήσει στην σχολή κατάρτισης στελεχών της ΕΧΧΟΝ. Ακόμη, στο πρατήριο αυτό εργάζονταν κατά καιρούς και τα τέκνα τους. Επρόκειτο για οικογενειακή επιχείρηση, στην οποία όλη η οικογένεια παρείχε εργασία.
Συνεπώς, η εναγομένη, με την προσφορά της προσωπικής της ως άνω εργασίας, συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος συζύγου της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Δημητρίου Μουτσάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, προέβησαν στην αγορά κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου ο καθένας οικοπέδου εκτάσεως 296,45 τ.
μ. που βρίσκεται στο ... και στην συμβολή των οδών ... και .... Το τίμημα για την αγορά του οικοπέδου μαζί με τα σχετικά έξοδα (αμοιβή συμβολαιογράφου και δικηγόρου) ανήλθε στο ποσό των 36.000.000 δραχμών. Εν συνεχεία, ο ενάγων στις 30-9-1993 πώλησε τη συζυγική οικία που είχαν αγοράσει στο ... του ..., στους ... και ..., αντί του ποσού των 206.000 δολαρίων Η.Π.Α.
και ακολούθως με την εναγόμενη ρευστοποίησαν το σύνολο των κοινών προσωπικών επενδύσεων (μετοχές, ομόλογα, ομολογίες, συνταξιοδοτικές επενδύσεις), δηλαδή ρευστοποίησαν τόσο εκείνες που είχαν περιέλθει στον ενάγοντα, όσο και εκείνες που είχαν περιέλθει στην εναγόμενη κατά τη λύση του πρώτου γάμου τους, καθώς και τα αυτοκίνητα (ΤΟΥΟΤΑ).
Από τη ρευστοποίηση αυτή έλαβαν το ποσό των 285.325,54 δολαρίων Η.Π.Α., σύμφωνα με την ενοποιημένη δήλωση του επενδυτή στην American Capital. Κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα μετέφεραν την οικοσκευή τους, σύμφωνα με το από 24-9-1993 πιστοποιητικό μεταφοράς συνήθους κατοικίας και τη σχετική δήλωση μετοίκησης. Συνάμα, ο ενάγων εισήγαγε στην Ελλάδα και ένα αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΒΜΥ, αξίας 25.000 δολαρίων Η.Π.Α που είχε αγοράσει ο ίδιος....
Τελικά ο ενάγων εισήγαγε μαζί με την εναγόμενη στην Ελλάδα περί τα 800.000 δολάρια, τα οποία αποτέλεσαν τα κοινά περιουσιακά στοιχεία τους. Από κανένα ασφαλές αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι εισήγαγαν από κοινού ή μόνον αυτός, μεγαλύτερο ποσό, όπως αβάσιμα ο ενάγων ισχυρίζεται. Ευθύς μετά την επιστροφή τους ασχολήθηκαν με την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο ως άνω οικόπεδο, για την οποία ζήτησαν και έλαβαν σχετική άδεια από την Πολεοδομική υπηρεσία του Δήμου Ηρακλείου.
Η οικοδομή αυτή αποπερατώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα και αποτελείται από υπόγειο..., ισόγειο, που αποτελείται από ένα κατάστημα και κοινόχρηστους χώρους, πρώτο όροφο, που αποτελείται από ένα διαμέρισμα και κοινόχρηστους χώρους, δεύτερο όροφο, που αποτελείται από δύο γραφεία και κοινόχρηστους χώρους, τρίτο και τέταρτο όροφο, που αποτελείται από μία μεζονέτα εκτάσεως 107,16 τ.μ.
στο τρίτο όροφο και 91,54 τ.μ. στον τέταρτο όροφο και από κοινόχρηστους χώρους, καθώς και από τον πέμπτο όροφο, που αποτελείται από ένα διαμέρισμα, και κοινόχρηστους χώρους. Το κόστος για την κατασκευή της οικοδομής ανέρχεται..... συνολικά σε 117.680.000 δραχμές. Μετά την αποπεράτωση της οικοδομής οι διάδικοι εξεμίσθωσαν τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ανήκαν κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στον καθένα και εισέπρατταν το σχετικό μίσθωμα, με εξαίρεση τη μεζονέτα του τρίτου και τετάρτου ορόφου, την οποία χρησιμοποιούσαν ως οικογενειακή στέγη.
Από το έτος όμως 1998 οι σχέσεις τους κλονίστηκαν και στις 28-7-1999 επήλθε οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Αργότερα δε ο γάμος τους λύθηκε μετά από αγωγή που άσκησε ο ενάγων, λόγω τετραετούς διάστασης, με την υπ' αριθμό 303/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη αμετάκλητη.....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το βασικό απόκτημα της εναγόμενης κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης με τον εναγόμενο, εκτός των όσων θα αναφερθούν παρακάτω και μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από την διακοπή της, αποτελεί το ήμισυ εξ αδιαιρέτου της ως άνω πολυώροφης οικοδομής μετά του οικοπέδου της, αφού την ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, που αναφέρθηκε παραπάνω των 79,90 τ.μ.
εκποίησαν από κοινού αντί του ποσού των 13.000.000 δραχμών, το οποίο δαπάνησαν κατά την ανέγερση της εν λόγω οικοδομής. Η εναγόμενη μετά την επάνοδό τους στην Ελλάδα δεν εργάστηκε, ενώ ο ενάγων συνέστησε με τον ... ανώνυμη εταιρεία με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία λιπαντικών, πλην όμως αυτή λόγω κακής πορείας των εργασιών της δεν απέφερε σ' αυτόν εισοδήματα και ήδη έχει παύει να λειτουργεί.
Με βάση όλα τα παραπάνω και ειδικότερα ενόψει του ότι ο ενάγων είχε την ευθύνη και τον κίνδυνο για την καλή λειτουργία της ως άνω επιχειρήσεως στην Αμερική, χωρίς δε τη δική του παρουσία δεν θα είχαν το ως άνω απόκτημα, στο οποίο όμως συνέβαλε και η εναγόμενη με τη συνεχή κατά τα ως άνω παροχή εργασίας της, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό οφείλεται κατά τα 3/4 στη συμβολή του ενάγοντος και κατά το 1/4 στη συμβολή της εναγόμενης, δηλαδή ο ενάγων συνέβαλε κατά το ήμισυ στην απόκτηση του εξ αδιαιρέτου μεριδίου της εναγόμενης, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Η εναγομένη μετά την επάνοδο τους στην Ελλάδα και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης απέκτησε κατά κυριότητα το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΝΙSSAN. Η αξία του αυτοκινήτου αυτού κατά τη συμπλήρωση τριετίας, η οποία συμπίπτει περίπου με τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 9.311 ευρώ.
Το ποσό αυτό κατέβαλε ο ενάγων από τα δικά του χρήματα, χωρίς συμμετοχή της εναγομένης. Η τελευταία, στις 20-3-1999 και ενώ ήδη βρισκόταν σε διάσταση με τον ενάγοντα, μετέβη στο υποκατάστημα της First Business Bank και, χωρίς να έχει την εντολή ή την συναίνεσή του, από κοινό λογαριασμό, στον οποίο την είχε ορίσει μαζί με την κόρη τους συνδικαιούχους, ανέλαβε το υπόλοιπο του ποσού που υπήρχε σ' αυτόν εξ 8.371,85 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο κατά τον χρόνο της συμπληρώσεως τριετούς διάστασης αντιστοιχούσε σε 8.353,42 ευρώ.
Επίσης, η εναγομένη κατά την ίδια ημέρα ανέλαβε από άλλο κοινό λογαριασμό της ίδιας τράπεζας το ποσό των 8.900.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 26.118,86 ευρώ, σύμφωνα και με τις από 7-7-2002 και 8-3-2004 βεβαιώσεις της Τράπεζας. Τα ποσά αυτά, μολονότι είχαν κατατεθεί σε κοινό λογαριασμό, αποδείχθηκε ότι προέρχονται κατά τα 3/4 από τη συμβολή του ενάγοντος και κατά το 1/4 από τη συμβολή της εναγόμενης, αφού προέρχονται από τα ποσά που εισήγαγαν από την Αμερική και προέρχονται από τη ρευστοποίηση των εκεί περιουσιακών τους στοιχείων.
Επομένως, η αξίωση του ενάγοντος στο απόκτημα αυτό της εναγομένης ανέρχεται
σε 25.854,2 ευρώ. (8.353,42+26.118,86=34.472,28X3/4). Επίσης, συνεχίζει το Εφετείο, κατέχει η εναγομένη ως απόκτημα προσωπικά αντικείμενα του ενάγοντος που αποκτήθηκαν χωρίς τη δική της συμβολή (βιβλία, κασέτες, δίσκους και φωτογραφικό υλικό) συνολικής αξίας όπως αποδείχθηκε 2.934,70 ευρώ.
Συνεπώς για τα παραπάνω υφίσταται χρηματική αξίωση του ενάγοντος κατά της εναγομένης που ανέρχεται στο ποσό των 38.179,96 ευρώ (9.391,05+25.854,21+2.934,70). Με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία η εναγομένη καταδικάσθηκε αφενός μεν να αποδώσει στον ενάγοντα αυτούσιο το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του 1/2 αδιαιρέτου μεριδίου της, δηλαδή το 1/4 της όλης οικοδομής μετά του οικοπέδου της, καταδικασθείσας αυτής ειδικότερα σε δήλωση βουλήσεως για την τέλεση της ανωτέρω δικαιοπραξίας, αφετέρου δε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 38.179,96 ευρώ με τον νόμιμο τόκο.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών, ασαφών αλλά και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της περιουσίας που κάθε σύζυγος είχε κατά την τέλεση του δεύτερου γάμου τους (κατά τη διάρκεια του οποίου και μόνο είναι ερευνητέο αν επήλθε επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης με τη συμβολή του ενάγοντος) και της αξίας αυτής, καθώς και της συμβολής του ενάγοντος στη φερόμενη περιουσιακή επαύξηση της εναγόμενης συζύγου του, έτσι ώστε να μη μπορεί να ελεγχθεί εάν συνέτρεχαν ή όχι οι όροι εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ.
Συγκεκριμένα, ενόψει και του ότι για τη διαπίστωση εάν επήλθε αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου σε περίπτωση υπάρξεως αρχικής περιουσίας, απαιτείται να διαπιστωθεί τόσο η αρχική αυτή περιουσία, από οποιαδήποτε στοιχεία και αν αποτελείται, όσο και η τελική περιουσία, και από τη σύγκριση αυτών, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, να προκύψει η διαφορά, η οποία, εφόσον είναι θετική, συνιστά την αύξηση της περιουσίας, το Εφετείο διέλαβε ασαφείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν κατά την τέλεση του (δεύτερου) γάμου τους οι διάδικοι σύζυγοι διέθεταν περιουσία και ποια η αξία αυτής (αρχική περιουσία).
Έτσι, ενώ, κατά τις παραδοχές του, η περιουσία της εναγομένης κατά την τέλεση του δεύτερου γάμου δεν ήταν μηδενική, αφού καθένας από τους συζύγους θεωρούσε ως δικά του τα διανεμηθέντα με τη μη εκτελεσθείσα περί λύσεως του γάμου τους απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου περιουσιακά στοιχεία και ότι η περιουσία του ενάγοντος δεν ανερχόταν κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσό των 622.421.000 δραχμών, όπως εκείνος ισχυριζόταν, δεν προβαίνει σε σαφή και συγκεκριμένη αποτίμηση της περιουσίας κάθε διαδίκου και ειδικότερα δεν προσδιορίζει το είδος και την αξία των περιουσιακών στοιχείων κάθε συζύγου κατά τον ως άνω χρόνο.
Εξάλλου, ενώ κατά τις ανωτέρω παραδοχές του, κάθε διάδικος είχε δική του περιουσία, αντιφατικά δέχεται περαιτέρω ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία ήταν κοινά, με την παραδοχή ότι "αυτοί, ενόψει της αναχωρήσεως τους από την Αμερική και επάνοδο τους στην Ελλάδα, ρευστοποίησαν το σύνολο των κοινών προσωπικών επενδύσεων (μετοχές, ομόλογα, ομολογίες, συνταξιοδοτικές επενδύσεις)...και εισήγαγαν στην Ελλάδα περί τα 800.000 δολάρια τα οποία αποτέλεσαν τα κοινά περιουσιακά τους στοιχεία".
Επίσης, ενόψει της προβληθείσης από την εναγομένη ενστάσεως περί μηδενικής συμβολής του ενάγοντος στην περιουσιακή της επαύξηση, διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμβολής (είδος και έκταση αυτής) του δικαιούχου ενάγοντος στην περιουσιακή αυτή επαύξηση. Ειδικότερα, ενώ δέχεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι διάδικοι κατά την επάνοδό τους στην Ελλάδα το έτος 1992 εισήγαγαν το ποσό των 800.000 δολαρίων, που αποτέλεσαν τα κοινά περιουσιακά στοιχεία τους, δεν προσδιορίζει αν το ποσό αυτό ανήκε κατά το ήμισυ σε καθένα ή ανήκε κατά μεγαλύτερο ποσοστό στον ενάγοντα και, σε καταφατική περίπτωση, με ποιο τρόπο αποκτήθηκε το μείζον αυτό ποσοστό, ώστε να δικαιολογείται το μεγαλύτερο ποσοστό συμβολής του στην απόκτηση του, μετά τον δεύτερο γάμο τους, αποκτήματος, (πενταώροφης οικοδομής) και των κατατεθειμένων στους κοινούς λογαριασμούς χρημάτων, τα οποία κατά τις παραδοχές του αποτέλεσαν την περιουσιακή επαύξηση της εναγομένης.
Η παραπάνω ασάφεια επιτείνεται, ενόψει και της παραδοχής του ότι κατά τη διάρκεια του δευτέρου γάμου και οι δύο σύζυγοι δεν είχαν εισοδήματα από οιαδήποτε πηγή, εκτός από τα μισθώματα που εισέπρατταν από κοινού από την εκμίσθωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών της ανεγερθείσης οικοδομής, οι οποίες ανήκαν και στους δύο.
Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι η εναγομένη συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος κατά τη λειτουργία της επιχείρησης πρατηρίου εκείνου με την προσφορά σ' αυτήν καθημερινής εργασίας ως ταμίας, λογίστρια κ.λ.π., δεν προσδιορίζει εάν η συμβολή αυτή ανάγεται στη διάρκεια του πρώτου γάμου ή συνεχίσθηκε και κατά τη διάρκεια του δεύτερου γάμου των διαδίκων και περαιτέρω δεν προβαίνει σε συγκεκριμένη χρηματική αποτίμηση τόσο της συμβολής του ενάγοντος όσο και των προσφερθεισών από την εναγομένη υπηρεσιών, ώστε να αφαιρεθεί το ποσό των υπηρεσιών αυτών από την περιουσία του ενάγοντος.
Ακόμη δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογίες: 1) ως προς το αν επεστράφη ή όχι και από ποιον εκ των δύο συζύγων το ποσό του δανείου που κατά τις παραδοχές του χρησιμοποιήθηκε για την αγορά της οικίας στο ..., 2) ως προς το τίμημα εκ της πωλήσεως της πρώτης συζυγικής κατοικίας, η οποία, κατά τις παραδοχές του, είχε περιέλθει με τη δικαστική απόφαση στην εναγομένη, ώστε να συνυπολογισθούν αμφότερα τα ως άνω ποσά στο ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας κάθε συζύγου, 3) ως προς την αξία της τελικής περιουσίας και συγκεκριμένα του βασικού αποκτήματος (πενταώροφης οικοδομής) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και 4) ως προς το ποσό με το οποίο συνέβαλε κάθε σύζυγος στο κόστος για την αγορά του οικοπέδου και την ανέγερση επ' αυτού της οικοδομής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της από 29-5-2008 αιτήσεως αναιρέσεως και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, καθώς και οι τρίτος και πέμπτος λόγοι της από 9-6-2008 αιτήσεως αναιρέσεως και ο συναφής, κατ' εκτίμηση, δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, όπως όλοι οι λόγοι συμπληρώθηκαν και διευκρινίσθηκαν από την Εισηγήτρια και με τους οποίους, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καταλογίζεται έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και νίκης κάθε διάδικου (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 601/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ