Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, ruling witness credibility assessment is within trial court's free discretion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Amfissa's appeal against the Laion Court of Appeal's decision. The Municipality argued the lower court erred in evaluating witness testimony and failed to properly consider documentary evidence. The Court held that assessing witness credibility and assigning weight to evidence are matters of free judicial evaluation protected by law, not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 529 para. 1 lit. a C.Pol.D.; Art. 340 C.Pol.D.; Art. 559 C.Pol.D.: The appellate court cannot review the substantive evaluation of evidence or the credibility of witnesses, as these remain within the exclusive free discretion of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1107 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1107/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου με την επωνυμία Δήμος Αμφισσας, που εδρεύει στην Άμφισσα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο 'Αμφισσας ....., και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καστανά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...., 2. ..... και 3......., που εκπροσωπείται ως ανήλικη από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα και έχοντες την επιμέλεια του προσώπου της, γονείς της α) .....και β) ...... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μπριάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:95/1997 προδικαστική 3/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2006 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-4-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 13-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 2915/2001 (ισχύουσα από την 1-1-2002, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 2943/2001), εφόσον η προκείμενη υπόθεση ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (άρθρο 22 του ν. 2915/2001), στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να επικληθούν και να προσαχθούν νέα αποδεικτικά μέσα.
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.
Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, όρκος) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.
αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Τα έγγραφα, ειδικότερα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 237 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, όπως, επίσης, ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 17 παρ. 3 του ν. 2915/2001, εφαρμόζονται δε και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις των διαδίκων.
Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα σ' αυτόν, ειδικότερα, μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή το με αριθμό ....
έγγραφο του Νοσοκομείου Αμφισσας προς τον Εισαγγελέα Αμφισσας, καθώς και τη με αριθμό ..... βεβαίωση του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου, αντίστοιχα, τα οποία οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, για πρώτη φορά, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απαραδέκτως, αφού η μη προσκομιδή τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έγινε από πρόθεση στρεψοδικίας, αλλιώς από βαριά αμέλειά τους - αναιρεσιβλήτων -, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απόκρουσε τα εν λόγω αποδεικτικά έγγραφα ως απαράδεκτα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά, αντίθετα, κρίνοντας παραδεκτή την ενώπιόν του, για πρώτη φορά, προσκομιδή τους, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, μνημονεύοντας μάλιστα ειδικά αυτά.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, σ' αυτόν μνημονευόμενα έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι ο διαθέτης ......., κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης του, εστερείτο της χρήσης του λογικού του λόγω της πνευματικής νόσου από την οποία έπασχε.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη έγγραφα, εκτιμώμενα και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ άλλων και..." σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο εκείνο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.
Εξάλλου, τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, μόνο όταν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, ενώ η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να προσδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα.
Ο τρίτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο κατ' ορθή εκτίμησή του, ως εκ του περιεχομένου του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 (και όχι 11, όπως ρητά αναφέρεται σ' αυτόν) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα στις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, τις οποίες θεώρησε αξιόπιστες, σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, στις οποίες δεν προσέδωσε καμιά αποδεικτική βαρύτητα, γιατί τις θεώρησε αναξιόπιστες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 861/1984), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων, όπως λ.χ. η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν αυτοί, σχετικά με τους αποδεικτικούς ισχυρισμούς των διαδίκων. Οι συναφείς, επομένως, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, αντίστοιχα, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, με το να λάβει ή να μη λάβει υπόψη τα σ' αυτούς αναφερόμενους αποδεικτικά έγγραφα και να μην αξιολογήσει προσηκόντως τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2007 αίτηση του Δήμου Άμφισσας για αναίρεση της 150/2006 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια τριάντα (630) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ