Legislator Case Law & Legislation
1107/2007 AI generated

1107/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1107/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1107/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει την μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως και όχι από τον αντίδικο του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως έννομο συμφέρον.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1107 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1107/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Δημάκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Βαρελά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1363/1994 προδικαστική, 3711/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6459/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει την μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως και όχι από τον αντίδικο του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως έννομο συμφέρον.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, δικάζοντας την από 9-5-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη Τράπεζα υπαλλήλων, δεν έλαβε υπόψη τον τέταρτο λόγο της από 24-7-2002 έφεσης της αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο παραπονείται για αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, γιατί, ενώ στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι το ανάλογο ποσό για τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για την ηθική βλάβη που υπέστη ανέρχεται στο ποσό των 500.000 δραχμών, εν τούτοις στο διατακτικό της δεν διέλαβε σχετική διάταξη και δεν υπολόγισε το ποσό αυτό.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού ο ισχυρισμός, που φέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν προβλήθηκε από την ίδια την αναιρεσείουσα αλλά από την αντίδικό της αναιρεσίβλητη. Kατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν απαράδεκτα, όπως είναι οι ενστάσεις που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 527 ΚΠολΔ. Ως πράγματα δε θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 8, 13 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας από τις επίδικες επιταγές, είτε παρεγράφησαν μετά από 11 χρόνια από την έκδοση των διαταγών πληρωμών, είτε δεν έχουν τελεσιδικήσει, οι οποίοι ισχυρισμοί προτάθηκαν απαραδέκτως για πρώτη φορά στην κατ'έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 527 ΚΠολΔ β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαραδέκτους τους ισχυρισμούς αυτούς, αλλά αντίθετα τους έλαβε υπόψη και απέρριψε, κατ'παραδοχή τούτων, την αγωγή της αναιρεσείουσας και γ) κατ'εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου (άρθρο 338 ΚΠολΔ) σχετικά με το βάρος της αποδείξεως επέβαλε στην αναιρεσείουσα το βάρος αποδείξεως των ως άνω ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης.

Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενες. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας γιατί δεν αποδείχθηκε περιουσιακή της ζημία και όχι γιατί δέχθηκε τους παραπάνω ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα έκρινε ότι "από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη τράπεζα υπαλλήλων της, συνισταμένη εις το ότι εχορήγησεν σε άγνωστα στην αναιρεσείουσα άτομα πέντε μπλόκ επιταγών με χρέωση του λογαριασμού της που τηρούσε την αναιρεσίβλητη, χωρίς προηγουμένως να προβούν, όπως όφειλαν και μπορούσαν, σε έλεγχο των στοιχείων της ταυτότητας εκείνων που εζήτησαν και έλαβαν τα μπλοκ των επιταγών, η αναιρεσείουσα δεν υπέστη θετική ζημία, είτε άμεση, είτε μελλοντική από την χορήγηση των επιταγών και την έκδοση με βάση τις επιταγές αυτές των υπ' αριθ. ......, ....., ....., ......, .......

και ..... διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Συγκεκριμένα δέχεται ότι δεν απεδείχθη ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι κατέβαλε στην Ο.Ε. με την επωνυμία ".....Ο.Ε.", εις εξόφληση της υπ' αριθμ. ....... διαταγής πληρωμής, το ποσό των 2.124.700 δραχμών. Ότι η μελλοντική θετική ζημία την οποία διατείνεται ότι υπέστη η αναιρεσείουσα δεν αποδείχθηκε, αφού για το κρίσιμο μέχρι τώρα χρονικό διάστημα (μέχρι τη συζήτηση της αγωγής αλλά και της έφεσης) δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υπέστη συγκεκριμένη ζημία, το ύψος της οποίας μπορεί να προσδιορισθεί.

Ότι από μόνο το γεγονός ότι εκδόθηκαν διαταγές πληρωμής σε βάρος της δεν μπορεί να θεωρηθεί, τουλάχιστον για το έως τώρα χρονικό διάστημα, ότι προκλήθηκε περιουσιακή ζημία στην αναιρεσείουσα, αφού έως τώρα δεν είναι εφικτός ο προσδιορισμός συγκεκριμένης κατά ποσό ζημίας, αν και παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών από την άσκηση της αγωγής μέχρι την συζήτηση της κρινόμενης εφέσεως και ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε, ούτε προσκόμισε έγγραφες αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει η καταβολή οποιουδήποτε ποσού για την παραπάνω αιτία, ενώ οι επιμελεία αυτής εξετασθέντες μάρτυρες ουδέν κατάθεσαν σχετικώς".

Η περαιτέρω δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "πρέπει να σημειωθεί ότι αν και η εναγομένη με την έφεσή της διατείνεται ότι η ενάγουσα ουδεμία ζημία υπέστη από την ως άνω αιτία, για το λόγο ότι οι από τις ως άνω διαταγές πληρωμής αξιώσεις κατά της ενάγουσας έχουν παραγραφεί, η τελευταία δεν αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό επικαλούμενη επιμήκυνση της βραχυχρόνιας παραγραφής των εξ επιταγών απαιτήσεων (άρθρο 52 του ν. 5960/1933) με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανωτέρω διαταγές πληρωμής κατά τα έτη 1991 και 1992, και δεν επικαλείται ότι οι πιο πάνω διαταγές πληρωμής εξοπλίσθηκαν με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ) ή ότι εκδόθηκαν τελεσίδικες αποφάσεις που απέρριψαν κατ'ουσίαν τις ασκηθείσες από αυτήν ανακοπές" αποτελεί πλεοναστική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως και επομένως οι κατ' αυτής αιτιάσεις της αναιρεσείουσας υπό την επίκληση του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς.

Από το συνδυασμό των άρθρων 914 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία περιλαμβάνει και τη μέλλουσα θετική ζημία, δηλαδή εκείνη τη ζημία, της οποίας, η μεν γενεσιουργός αιτία βρίσκεται στο παρελθόν, ενώ η εκδήλωση και η έκτασή της, με μεγάλη πιθανότητα βάση και των συνεπειών που έχουν ήδη γεννηθεί και προέρχονται από το ζημιογόνο γεγονός, αναμένεται ότι θα επέλθουν στο μέλλον.

Για την αποκατάσταση της μέλλουσας θετικής ζημίας δεν απαιτείται να διαπιστωθεί κατά τρόπο βέβαιο ότι αυτή θα επέλθει, αλλά αρκεί η πιθανολόγηση του γεγονότος αυτού βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και της κοινής πείρας των πραγμάτων, όπως τούτο ισχύει για το διαφυγόν κέρδος του άρθρου 298 εδ. β του ΑΚ. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει ή όχι πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, επέλευσης ή μη μέλλουσας θετικής ζημίας, η αναγόμενη σε εκτίμηση της εξέλιξης των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται, κατ'ορθή εκτίμηση, οι από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του για την μη επέλευση μελλοντικής θετικής ζημίας στην αναιρεσείουσα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ και διέλαβε ως προς το ζήτημα αυτό (της μελλοντικής θετικής ζημίας) αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, ενώ, κάνει λόγο για μέλλουσα θετική ζημία, την οποία μπορούσε να προσδιορίσει ευχερώς με βάση τις εκδοθείσες σε βάρος της αναιρεσείουσας διαταγές πληρωμής, αξίωσε έγγραφες αποδείξεις καταβολής της ζημίας αυτής (μελλοντικής) και απόδειξη με μάρτυρες.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση των ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. πλημμελειών πλήττει αληθώς την εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο και την ουσιαστική κρίση αυτού ως προς το ζήτημα της επέλευσης ή μη μελλοντικής θετικής ζημίας, η οποία (κρίση) δεν ελέγχεται κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ από τον Άρειο Πάγο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Νοεμβρίου 2003 αίτηση της ....... για αναίρεση της υπ' αριθ. 6459/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που έχει υποβάλει προτάσεις, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ