Legislator Case Law & Legislation
1106/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of legal interest and insufficient grounds for review.

Case Number 1106/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the French Republic's appeal against a First Instance Court ruling regarding an employment contract termination. The appellant argued that the lower court erred in finding the termination abusive, but failed to specify the factual premises supporting this conclusion. The court held that the appeal was inadmissible because the appellant lacked legal interest to challenge the partial acceptance of the claim and because the grounds for review were too vague to warrant examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(3) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to pursue it or if the grounds for review are not sufficiently specific to allow for judicial examination.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of legal interest insufficient grounds review employment contract termination partial acceptance claim

Cited Legislation

AI generated
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1106 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1106/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γαλλικής Δημοκρατίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Πρέσβη της Γαλλίας στην Ελλάδα, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη, ο oποίος ανακάλεσε την από 14-3-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Καρακατσάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8539/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 547/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 20-6-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-6-2023 με αριθμ.καταθ. 1655/162/21-6-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 547/14-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της υπό κρίση, από 20-6-2023 με αριθμό κατάθεσης 1655/162/21-6-2023 αίτησης αναίρεσης, παρότι η προσβαλλόμενη με υπ'αριθμ. 547/14-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έχει αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. 59229777695312120096/2023 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το ανωτέρω παράβολο που καταβλήθηκε πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 197/2023, ΑΠ 1300/2022).

Η προσβαλλόμενη, με αριθμ.547/2022, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε επί της από 22-10-2020 με αριθμ.καταθ.17549/1937/23-10-2020 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία (των περιουσιακών-εργατικών διαφορών), με αριθ. 8539/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί στο σύνολό της η από 25-1-2019 με αριθμ.3148/2682/2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της (με προειδοποίηση από τις 16-7-2018) καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εργοδότριάς του, την απασχόλησή του από την τελευταία με τους ίδιους όρους και την επιδίκαση σε αυτόν αποδοχών υπερημερίας α) ως μη νόμιμη, κατά το μέρος που επιχειρήθηκε θεμελίωσή της στην ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας ως αναιτιολόγητης, κατά παράβαση του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.4359/2016 άρθρου 24 στοιχ.α' του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ΑναθΕΚΧ) και β) ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους επικαλούμενους λόγους ακυρότητας της ίδιας, γενόμενης από οικονομικοτεχνικούς λόγους, καταγγελίας, ως καταχρηστικής.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της αγωγής α) αναγνώρισε την ακυρότητα της γενόμενης για οικονομικοτεχνικούς λόγους ένδικης καταγγελίας, ως καταχρηστικής, λόγω αντίθεσής της στην αρχή της ultima ratio και στην καλή πίστη κατά την επιλογή του απολυτέου υπαλλήλου β) υποχρέωσε την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου με τους ίδιους όρους και γ) αναγνώρισε ότι του οφείλει για το χρονικό διάστημα από 1-12-2018 έως και Μάιο του 2019, ως αποδοχές υπερημερίας, πλέον επιδόματος εορτής Πάσχα 2019, το ποσό των 16.083,93 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 24-5-2023 (βλ. υπ' αριθμ. 10517Β/24-5-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Σ.) και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών από τότε, και συγκεκριμένα στις 21-6-2023 (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ,Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει , ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης άνευ προσδιορισμού των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 1402/2021, ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλαδή ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι'αυτό ορίζει ο νόμος, όπως είναι τα δημόσια έγγραφα και η δικαστική ομολογία και όχι αν προσέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, στο πλαίσιο της από το άρθρο 340 του ΚΠολΔ αρχής της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από τα δικαστήρια της ουσίας (ΑΠ 510/2022, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 175/2019).

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 510/2022, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 462/2019), και στ) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 510/2022, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1038/2019).

Εξάλλου, ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Για το ορισμένο του άνω λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την εφαρμογή των κανόνων περί αντικειμενικού βάρους απόδειξης (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 385/2017, ΑΠ 275/2017).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001).

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το δικονομικό απαράδεκτο ή η ακυρότητα που παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο (ΑΠ 851/2023, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 863/2010). Ειδικότερα πρέπει να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας, που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε, ήτοι τα γεγονότα που ιδρύουν το λόγο αυτό (ΑΠ 851/2023, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 449/2012), αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα, με την επιφύλαξη της παρ.2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναφερόμενος στο εν λόγω άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 396/2022, ΑΠ 545/2014). Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 81/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι, λόγω της εσφαλμένης απόρριψης των προτάσεών της, της προσθήκης των προτάσεών της, των αποδεικτικών μέσων και της πρωτόδικης απόφασης, ιδρύονται εν προκειμένω οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 12, 13, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ο από τον αριθμ. 12 "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων", ο από τον αριθμό 13 "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης", ο από τον αριθμό 14 "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" και ο από τον αριθμό 19 "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", Α) ως προς την εσφαλμένη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί καταχρηστικότητας και καθ'υπέρβαση των ορίων από μέρους της για την αναιτιολόγητη απόλυση του αντιδίκου της, σε αντίθεση με τις διατάξεις των αρθ.24 στοιχ.α' του ΑνθΕΚΧ που κυρώθηκε το άρθρο πρώτο του ν.4359/2016, 669 παρ.2 ΑΚ, 1 Ν.2112/1920 ΚΑΙ 1,5 Ν.3198/1955, 281, 174 και 180 ΑΚ, Β) ως προς την εσφαλμένη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί καταχρηστικότητας και καθ'υπέρβαση των ορίων από μέρους της για την ultima ratio και Γ) ως προς την εσφαλμένη παραδοχή της προσβαλλόμενης περί καταχρηστικότητας και καθ'υπέρβαση των ορίων από μέρους της περί μη επιλογής απόλυσης ετέρου υπαλλήλου.

Περαιτέρω η αναιρεσείουσα κάτωθι μίας εκάστης των ανωτέρω, αναφερόμενων σε τίτλους, ως εσφαλμένων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τα στοιχεία Α,Β και Γ, εκθέτει ότι η ίδια αρνήθηκε πλήρως και αιτιολογημένα τον αντίστοιχο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της που επικαλέστηκε ο αντίδικός της, ως νόμω και ουσία αβάσιμο, όπως ειδικότερα ιστορεί, διαλαμβάνοντας στο αναιρετήριο τις απόψεις της, που κατά την αναιρεσείουσα στηρίζουν την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου για οικονομοτεχνικούς λόγους, και κατόπιν τούτων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Οι αναφερόμενοι, χωρίς αρίθμηση, στην αίτηση, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους επιχειρείται να αποδοθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 12, 13, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, [και ανεξάρτητα από το ότι λόγοι αναίρεσης δεν ιδρύονται με την επικαλούμενη εσφαλμένη απόρριψη των αποδεικτικών μέσων και της πρωτόδικης απόφασης], με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, όπως βάσιμα επισημαίνει με τις κατατεθείσες προτάσεις του και ο αναιρεσίβλητος.

Και τούτο διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται τα αναγκαία για την πληρότητα και τη θεμελίωση ενός εκάστου των λόγων τούτων στοιχεία, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος διότι στο αναιρετήριο ουδόλως αναφέρεται ποιό ήταν το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ποιου ισχυρισμού, της αναιρεσείουσας ή του αναιρεσίβλητου, χρησίμευε με την επίκληση και προσκόμισή του, ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποιά αποδεικτική δύναμη αποδόθηκε με την απόφαση και σε ποιο αποδεικτικό μέσο, αντί εκείνης που έχει κατά νόμο, ως και το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης.

Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, της αναιρεσείουσας ή του αναιρεσιβλήτου, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφαση ως προς το βάρος απόδειξης.

Επίσης ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα γεγονότα που τον ιδρύουν και συγκεκριμένα το δικονομικό απαράδεκτο ή ακυρότητα που παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε το Εφετείο, ούτε ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και ο τρόπος που αυτός παραβιάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε διαλαμβάνεται εάν ο σχετικός ισχυρισμός περί απαραδέκτου προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

Αντί των ανωτέρω ελλειπόντων και αναγκαίων για την πληρότητα των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης στο αναιρετήριο αναφέρονται μόνο το κείμενο των σχετικών διατάξεων των αριθμ. 12, 13 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τους προβλέπει. Τέλος, και ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ως προς τις με τα στοιχεία Β και Γ επιγραμματικά αναφερόμενες ως εσφαλμένες, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αόριστος.

Και τούτο διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την καταχρηστικότητα της γενόμενης για οικονομικοτεχνικούς λόγους καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσείουσας της ένδικης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό τις οποίες (παραδοχές) συντελέσθηκε εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και με ποιον τρόπο, με έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών και ποίων, ούτως ώστε να δύναται να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου.

Η αναφορά μόνο του κειμένου της διάταξης που προβλέπει το λόγο αυτό, των εσφαλμένων, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας συμπερασμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκτίθενται επιγραμματικά χωρίς παράθεση των περιστατικών που έγιναν δεκτά και θεμελίωναν το αντίστοιχο συμπέρασμα, και των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και του αντιδίκου της, δεν αρκούν για τη θεμελίωσή του.

Αναφορικά με την υπό το στοιχείο Α, επίσης επιγραμματικά, χωρίς παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφερόμενη αιτίαση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος πρωτίστως ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας για την προβολή του, διότι, όπως προεκτέθηκε ανωτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου έγινε εν μέρει δεκτή, μόνο ως προς τους επικαλούμενους λόγους ακυρότητας, της γενόμενης για οικονομικοτεχνικούς λόγους ένδικης καταγγελίας, ως καταχρηστικής, και όχι για τον επικαλούμενο λόγο ακυρότητάς της ως αναιτιολόγητης, κατά παράβαση του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.4359/2016 άρθρου 24 στοιχ.α' του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ΑναθΕΚΧ), στον οποίο αφορά η υπό το στοιχείο Α προβαλλόμενη αιτίαση.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος για την αίτηση αναίρεσης ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450 ) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 20-6-2023 και με αριθ. καταθ. 1655/162/21-6-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 547/14-3-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ