Legislator Case Law & Legislation
1106/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance decision regarding contract breach and property regularization payment.

Case Number 1106/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to overturn the second instance judgment regarding a contract dispute over property regularization. The court found the lower court's reasoning insufficient to address whether the appellant fulfilled agreed-upon actions to claim a €15,000 payment or if the defendants executed the council's order. Consequently, the appeal was granted in part, remanding the case for further examination while awarding costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 498, 568, 576, 361 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court must examine if the appellant fulfilled agreed actions to claim remuneration and if the defendants executed the council's order, rejecting vague reasoning that fails to clarify these specific factual determinations.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure contract breach property regularization remuneration claim remand for retrial court costs insufficient reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1106 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1106/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Κουνέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Γ. συζ. P. A. K., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Καρελά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Γ. του Ι., 3) Α. Γ. του Ι. και 4) Α. χήρας Ι. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 45/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5615/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τα άρθρα 106, 108, 110 παρ. 2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 498 παρ. 1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ πλέον ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201 / 22.12.2017)- προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ.

με δικηγόρο, που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε, με τον τύπο, που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιός από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως. Αν τη συζήτηση της αναιρέσεως έχει επισπεύσει, εγκύρως, ο διάδικος, που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο, που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι διαφορετικά, κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση, με νέα κλήτευση [κλήση], εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί, νομίμως, ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ Ολ. 7/2019, ΑΠ 221/2019, 499/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ` αριθ. 1706Ε/6.9.2021, 1705Ε/6.9.2021 και 1654Ε/9.8.2021 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ.

Μ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Δ.

Γ., Α. Γ. και Α. χήρα Ι. Γ., αντίστοιχα. Κατά την παραπάνω δικάσιμο , κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Συνεπώς, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). 2. Με την από 6.4.2021 και αριθ. κατάθεσης 1578/158/8.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 5615/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχτηκε την από 27.3.2014 και αριθ.

κατάθ. 2092/28.3.2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 45/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, εξαφάνισε κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ την απόφαση αυτή και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 20.10.2010 και αριθ.

κατάθ. 197710/581/19.11.2010 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων την δέχτηκε εν όλω κατ' ουσίαν, ως ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ), αφού καταβλήθηκε και το απαιτούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). 3.

Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 443/2011).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίον προβάλλεται παράπονο για μη κήρυξη ακυρότητας της αγωγής λόγω αοριστίας, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, όπως επίσης και ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης, που θεμελιώνει το λόγο αοριστίας προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ)- (ΑΠ 947/2012, 222/2009). Ο αναιρεσείων με τους έκτο και έβδομο λόγους της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 8 και 14 του άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, παρότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν γίνεται αναφορά του από 17.6.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού που τροποποίησε την από 20.5.2006 έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, καθώς και των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων, αφενός δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της αγωγής και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, τους ισχυρισμούς του δε αυτούς νόμιμα πρότεινε, λόγω της ερημοδικίας του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στο Εφετείο με σχετικούς λόγους της έφεσής του.

Ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω, νομίμως προβληθέντα με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίον και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι "Η κρινόμενη αγωγή, όπως είναι διατυπωμένη, είναι ικανοποιητικά ορισμένη, αφού διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία του πραγματικού των άρθρων 361 και 362 επ.

ΑΚ, επί των οποίων θεμελιώνεται. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι: α) ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεριμνήσει ώστε εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών, να εκδοθεί απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Χαλανδρίου, με την οποία να καθορίζεται τιμή πώλησης για το προσκυρούμενο τμήμα σε ακίνητο των εναγόντων και να συνταχθεί το σχετικό μεταβιβαστικό συμβόλαιο, β) ότι συμφωνήθηκε αμοιβή ποσού 15.000 ευρώ, το οποίο και προκαταβλήθηκε με την υπογραφή του προαναφερόμενου συμφωνητικού, γ) ότι συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη εκτέλεσης της ανωτέρω εντολής ο εναγόμενος όφειλε να τους επιστρέψει το καταβληθέν από αυτούς ως άνω ποσό και δ) ότι, παρά τα συμφωνηθέντα, ο εναγόμενος δεν εκτέλεσε τη δοθείσα σ' αυτόν εντολή......... ".

Περαιτέρω, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος για αοριστία της ένδικης αγωγής, χωρίς να αναφέρεται ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής (αγωγής) και ως προς ποιο σημείο δεν υπάρχει σαφής επίκληση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 362 επ. ΑΚ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, και πρέπει να απορριφθεί. 4.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι σύμφωνα με την υπ' αριθ. …/2005 πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως, που συντάχθηκε από την Δ/νση Πολεοδομίας Ανατολικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, προσκυρώθηκε στην ιδιοκτησία τους (οικόπεδο), που βρίσκεται το Ο.Τ.

του Δήμου Χαλανδρίου Αττικής και επί της οδού ..., εδαφικό τμήμα, εμβαδού 88,58 τ.μ., το οποίο ως καταργηθέν τμήμα οδού ανήκει κατά κυριότητα στο Δήμο Χαλανδρίου. Ότι, τον Απρίλιο του έτους 2006, ο εναγόμενος έλαβε δύο μεσιτικές εντολές από την πρώτη και τον δεύτερο των εναγόντων, προκειμένου να προβεί στην πώληση του ως άνω ακινήτου τους και ότι προκειμένου να γίνει εφικτή η πώληση του ακινήτου αυτού, έπρεπε να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί η διαδικασία προσκύρωσης στο Ο.Τ. ....

Ότι στις 20.5.2006, συνήφθη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων υπογραφέντος προς τούτο του από 20.5.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεριμνήσει ώστε εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών, να εκδοθεί απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Χαλανδρίου, με την οποία θα καθορίζεται τιμή πωλήσεως για το παραπάνω προσκυρούμενο τμήμα και να συνταχθεί το σχετικό μεταβιβαστικό συμβόλαιο και ότι ως αμοιβή του εναγομένου συμφωνήθηκε το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε μετρητοίς με την υπογραφή του προαναφερόμενου συμφωνητικού.

Ότι, επίσης, συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η μεταβίβαση του προσκυρούμενου εδαφικού τμήματος στους ενάγοντες, ο εναγόμενος υποχρεούται να επιστρέψει άμεσα το καταβληθέν ποσό των 15.000 ευρώ και ότι στις 17.6.2006 τροποποιήθηκε η ως άνω έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, υπογραφέντος του σχετικού από 17.6.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Ότι με την τροποποίηση αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ότι κατόπιν συνεννοήσεως με τους υπευθύνους του Δήμου Χαλανδρίου, το προσκυρούμενο τμήμα των 88,58 τ.μ., θα συμψηφιστεί με την υποχρέωση του Δήμου Χαλανδρίου να αποζημιώσει τους ενάγοντες για εδαφική έκταση 158,00 τ.μ. και ότι κατά τα λοιπά, συνεχίζει να ισχύει το από 20.5.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Ότι κατόπιν ενεργειών του εναγομένου, το θέμα περί της τακτοποίησης του ακινήτου αυτού, ετέθη ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου Χαλανδρίου, το οποίο, κατά τη συνεδρίασή του, η οποία έλαβε χώρα την 20.7.2006, με την υπ' αριθ. 373/2006 απόφασή του, ενέκρινε την τακτοποίηση της ιδιοκτησίας με συμψηφισμό των αποζημιώσεων εκατέρωθεν χωρίς επιπλέον οικονομική απαίτηση και από τις δύο πλευρές και παραχώρηση σε κοινή χρήση των δύο πεζόδρομων, από τους ιδιοκτήτες- ενάγοντες, αφού προηγουμένως με δαπάνες τους κατεδαφίσουν τα υπάρχοντα εντός του οικοπέδου τους κτίσματα.

Ότι ο εναγόμενος δεν προέβη σε ουδεμία περαιτέρω ενέργεια, προς εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτόν ως άνω εντολής και ότι από το υπ' αριθ. πρωτ. 734/14.3.2012 πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλανδρίου, αποδεικνύεται ότι η υπ' αριθ. πρωτ. .../1085/12.9.2005 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, για την προσκύρωση των 88,58 τ.μ.

ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση στο Κτηματολογικό Γραφείο Χαλανδρίου, αφού προηγουμένως κοινοποιήθηκε στο Δήμο Χαλανδρίου, η από 26.2.2008 Δήλωση Συμψηφισμού και η σχετική ανακοίνωση στο υπ' αριθ. 94/6.3.2008 ΦΕΚ. Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι ο εναγόμενος δεν εκτέλεσε την δοθείσα σ' αυτόν ως άνω εντολή με τα προαναφερόμενα συμφωνητικά και δέχτηκε την αγωγή και τον υποχρέωσε, δεχόμενο κατ' ουσίαν την αγωγή, να καταβάλει στους ενάγοντες το ληφθέν απ' αυτού ποσό των 15.000 ευρώ, επιμεριζόμενο, σύμφωνα με τα ποσοστά συγκυριότητας και επικαρπίας καθενός απ' αυτούς.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εκτέλεσης ή μη εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος της μεταξύ αυτού και των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων συμφωνίας, καταρτισθείσας με το από 20.5.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό περί εκδόσεως αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου Χαλανδρίου για τον καθορισμό τιμής πωλήσεως του προσκυρούμενου στην ιδιοκτησία των τελευταίων εδαφικού τμήματος, κυριότητας του Δήμου Χαλανδρίου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από 17.6.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό των ιδίων.

Ειδικότερα, τα παραπάνω διαλαμβανόμενα στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασης περιστατικά δεν καλύπτουν το πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, καθότι το Εφετείο είχε υποχρέωση να παραθέσει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις στο σκεπτικό του αιτιολογίες σχετικά: 1) με την υλοποίηση ή μη εκ μέρους του αναιρεσείοντος των συμφωνημένων ενεργειών ή μέρους αυτών, τις οποίες είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει, προκειμένου να δικαιούται την συμφωνηθείσα με τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά αμοιβή των 15.000 ευρώ και 2) αν και από ποιες συγκεκριμένες ενέργειες του αναιρεσείοντος, μετά την υπογραφή του από 20.5.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, τέθηκε και τελικά επιλύθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Χαλανδρίου το θέμα της τακτοποίησης του ακινήτου των εναγόντων, με την υπογραφή της υπ' αριθ. 373/2006 αποφάσεώς του, δεδομένων των αντιφατικών αιτιολογιών του, δεχόμενο το μεν ότι "Κατόπιν ενεργειών του εναγομένου, το θέμα περί της τακτοποίησης του ακινήτου αυτού, ετέθη ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου Χαλανδρίου, το οποίο, κατά τη συνεδρίασή του η οποία έλαβε χώρα την 20.7.2006, με την υπ' αριθ. 373/2006 απόφασή του, ενέκρινε την τακτοποίηση της ιδιοκτησίας τους ως εξής......", το δε ότι ".....Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος δεν προέβη σε ουδεμία περαιτέρω ενέργεια, προς εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτόν ως άνω εντολής...." και ότι "......

Συνεπώς, αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος δεν εκτέλεσε την δοθείσα σ' αυτόν ως άνω εντολή με τα προαναφερόμενα συμφωνητικά......". Επομένως, οι από τους αρ. 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και έβδομος λόγοι της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν, κατά παραδοχή των πρώτου και έβδομου λόγων της αίτησης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να αναιρεθεί εν όλω η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός του κεφαλαίου αυτής, αφορώντος τον τέταρτο λόγο εφέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση στον καταθέσαντα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5615/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος υπ' αριθ. 37117825795105280040 e- παραβόλου.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ