Legislator Case Law & Legislation
1106/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to cite specific substantive law or facts.

Case Number 1106/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a dispute with the Parnithas Casino. The appellant argued for a legal error but failed to specify the exact substantive law violated or the critical factual assumptions of the lower court. Consequently, the court ruled that all grounds for appeal were inadmissible due to their vagueness and lack of specificity required by procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 559(10), 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to cite the specific substantive law violated and the critical factual assumptions of the lower court decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive law violation factual assumptions Code of Civil Procedure specific citation procedural requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183(2) of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1106 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1106/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Τ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βιολέττας Βασιλάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.04.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 262/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4728/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 18.03.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ. Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ’ όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010).

Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 27/1998).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του? δηλ.

αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.

η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές – πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ) δηλ.

η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1632/2007).

Αναίρεση επιτρέπεται, ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Αυτός ο αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα. Νοούνται δε, ως «πράγματα», οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ πρέπει να γίνεται (και) ο προσδιορισμός των «πραγμάτων» (ΑΠ 194/1998). Με το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε και, ως προς αυτό, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι, κατά το πιο πάνω άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γενικώς, ανέλεγκτη αναιρετικώς (ΑΠ 1557/2018).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018). Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ. ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019).

[II] Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 18.03.2019 (Γ.Α.Κ. 3613/Ε.Α.Κ. 305/10.4.2019 – Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Δ. Τ., κατοίκου ... Αττικής κατά της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Αμαρούσιο) και νομίμως εκπροσωπείται.

Με αυτή προσβάλλεται η 4728/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε, την 12.10.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 21.04.2015 εφέσεως της εκκαλούσης- ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εφεσίβλητης – ήδη αναιρεσείουσας. Εκκαλούμενη ήταν η 262/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε, την 30.01.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 04.04.2014 αγωγής της ενάγουσας (εφεσίβλητης – αναιρεσείουσας) Δ.

Τ. κατά της εναγομένης (εκκαλούσης - αναιρεσίβλητης) «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.». Αφορά δε, η αγωγή απαιτήσεις της ενάγουσας έναντι της εναγομένης από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Πρωτοδίκως, με την 262/2015 απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Κατ’ έφεση, με την 4728/2017 απόφαση, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, στη συνέχεια εξαφανίσθηκε η 262/2015 πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, κρατήθηκε η υπόθεση και η από 04.04.2014 αγωγή απορρίφθηκε εν όλω κατ’ ουσία.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 10.04.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 12.10.2017 ημερομηνία δημοσιεύσεως της 4728/2017 αποφάσεως – δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 147 παρ.2, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις:

Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην 4728/2017 απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, «όσον αφορά την καταχρηστική άσκηση από την εργοδότρια (αναιρεσίβλητη) του δικαιώματος της καταγγελίας» της ένδικης συμβάσεως εργασίας.

Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 19 και 10 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας στην 4728/2017 απόφασή του (i).- διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς «το περιστατικό της 02.02.2013» και (ii).- δέχθηκε «πράγμα» και, ειδικότερα, «το περιστατικό της 02.02.2013», που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινό, χωρίς απόδειξη.

Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας στην 4728/2017 απόφασή του «παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας».

Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας στην 4728/2017 απόφασή του δέχθηκε «πράγμα», που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινό, χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, «δέχθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος εκδίκησης στο πρόσωπο» της αναιρεσείουσας, όμως, «δεν προέκυψε το γεγονός αυτό από αποδεικτικό στοιχείο».

Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, κατά τις πιο πάνω αιτιάσεις τους, είναι απαράδεκτοι – τα ίδια επικαλείται και η αναιρεσίβλητη, με τις από 23.10.2020 έγγραφες προτάσεις της (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) – και, ειδικότερα:

Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως και δεν εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της 4728/2017 αποφάσεως, δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, στο δικόγραφο της αναιρέσεως γίνεται μνεία, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας, μόνο, αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίασή του από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι επίσης δεν αναφέρεται συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως και δεν εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της 4728/2017 αποφάσεως, δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά αντίθετα, στο δικόγραφο της αναιρέσεως γίνεται μνεία, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας, μόνο, αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίασή του από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται «πράγμα» υπό την εκτεθείσα έννοια, δηλ. νόμιμος, λυσιτελής, αυτοτελής ισχυρισμός ενώ, δεν νοείται, ως πράγμα, «το περιστατικό της 02.02.2013», χωρίς να αναφέρεται ότι θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, ακόμη, δεν εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της 4728/2017 αποφάσεως, αλλά γίνεται μνεία, μόνο, αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας.

Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι όπως διατυπώνεται, ελέγχεται δι' αυτού (λόγου) η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το εφετείο κατέληξε. Πλην όμως, για το συγκεκριμένο γεγονός η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

[IV] Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 18.03.2019 αίτηση για αναίρεση της 4728/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της. Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.03.2019 αίτηση για αναίρεση της 4728/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ