1106/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6/9/2013 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2651/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2408/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/6/2016 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1106/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα(άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1106 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1106/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. - Β. - Μ. Α. του Π., κατοίκου ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ντούμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. - Σ. - Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6/9/2013 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2651/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2408/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/6/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ...12.6.2020 και ...'/1.11.2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου Α. Δ., ακριβή αντίγραφα της από 25.9.2019 αίτησης-κλήσης και της υπό κρίση από 13.6.2016 αίτησης αναίρεσης κατά της 2408/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21.9.2020), καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τον τελευταίο. Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2).
Με την από 13.6.2016 και με αριθ. κατάθ. 471/16.6.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2408/4.6.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν συνεκδικασθεισών αντιθέτων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 2651/17.4.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι συνεκδικασθείσες από 20.7.2014 και με αριθ. κατάθ.5063/23.7.2014 έφεση του ενάγοντος-αντεναγομένου εκκαλούντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης-αντενάγουσας εφεσίβλητης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και από 21.7.2014 και με αριθ.κατάθ. 4961/22.7.2014 αντίθετη έφεση της αντενάγουσας-εναγομένης εκκαλούσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας κατά του ανιεναγομένου-ενάγοντος εφεσιβλήτου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε συνεκδικάσει και δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες την από 10.2.2011 και με αριθ.
κατάθ. 26413/1886/11.2.2011 αγωγή του ενάγοντος-αντεναγομένου επιδικάζοντας σ' αυτόν το ποσό των 25.600 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης, για τον αποκλεισμό του από τη χρήση του επικοίνου ακινήτου (μονοκατοικίας) των διαδίκων, ως και την ασκηθείσα με τις από 6.9.2013 έγγραφες προτάσεις ανταγωγή της εναγομένης-αντενάγουσας επιδικάζοντας σ' αυτήν το ποσό των 6.356,47 ευρώ από την αξίωσή της για καταβολή της αναλογίας του αντιδίκου της στις δαπάνες του ως άνω κοινού ακινήτου τους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα(άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 εδ.β' και 962 ΑΚ προκύπτει ότι επί αποκλειστικής χρήσης του κοινού αντικειμένου από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι λοιποί, αν και δεν πρόβαλαν αξίωση συγχρήσεως, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση αυτού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία χρήσεως του κοινού και αποτελεί ωφέλημα από το πράγμα.? Συνεπώς, ενόψει και των άρθρων 111 παρ.2,118 περ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή του κοινωνού, με την οποία αυτός αξιώνει από τον συγκοινωνό, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος, αποζημίωση για ορισμένο χρόνο, αρκεί να προσδιορίζεται σ' αυτή το κοινό αντικείμενο και το μερίδιο σ' αυτό του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος συγκοινωνός έκανε αποκλειστική χρήση αυτού, τα ωφελήματα που ο τελευταίος απεκόμισε από την αποκλειστική χρήση του και η ανάλογη μερίδα του ενάγοντος επί του οφέλους τούτου, το οποίο, επί αστικού ακινήτου, αντιστοιχεί στη μισθωτική αξία του πράγματος.
Άλλο στοιχείο και μάλιστα αναφορά στη σχετική αγωγή συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού, αστικού ακινήτου, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 187/2015,ΑΠ 564/2012, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1761/2008, ΑΠ 1465/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 10.2.2011 αγωγή του, όπως αυτή εκτιμάται(άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), αλλά δέχεται και το Εφετείο, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αδελφή του είναι συγκύριοι και συγκοινωνοί κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του ειδικότερα περιγραφομένου σ' αυτή (αγωγή) ακινήτου (μονοκατοικίας), την οποία η τελευταία χρησιμοποιεί αποκλειστικά ως κατοικία της, αποκλείοντάς τον από τη χρήση αυτής.
Και ότι η εναγομένη απεκόμισε όφελος από την αποκλειστική χρήση του παραπάνω κοινού ακινήτου, το οποίο ισούται προς τη μισθωτική αξία αυτού κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.7.2008 έως και την 28.2.2011 και από το οποίο στον ίδιο αναλογεί το αναφερόμενο ποσό ως μερίδιο του. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συγκεκριμένο σχετικό ποσό, ως ανάλογη μερίδα αυτού (ενάγοντος) επί του οφέλους που απεκόμισε.
Με αυτό δε το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, εφόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά την αξίωση του ενάγοντος για τα ωφελήματα που αναλογούν στο δικό του μερίδιο επί του επικοίνου πράγματος, δεδομένου ότι αναφέρονται η αποκλειστική χρήση αυτού από την εναγομένη συγκοινωνό, τα ωφελήματα που αυτή απεκόμισε από τη χρήση του αυτή και η ανάλογη μερίδα του ενάγοντος επί του οφέλους αυτού.
Και δεν καθίσταται αόριστη η αγωγή, λόγω της μη αναφοράς σ' αυτή α)του τρόπου, ειδικότερα, με τον οποίο ισχυρίζεται ο ενάγων ότι τον είχε αποκλείσει η αντίδικος του της χρήσης, εκμετάλλευσης και κάρπωσης του επικοίνου ακινήτου τους, β)του ύψους των δαπανών που είχαν πραγματοποιηθεί στο παραπάνω ακίνητο και ήταν σε γνώση αυτού (ενάγοντος) και γ)συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία θα προέκυπτε ή θα μπορούσε να προκύψει η μισθωτική αξία του ακινήτου, καθώς και των τιμών προσφοράς που κρατούσαν στην περιοχή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα για τη μίσθωση άλλου ακινήτου.
Το Εφετείο, με το να απορρίψει, έστω και σιωπηρώς, ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο παρεπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης, διότι δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από το νόμο, αλλ' ούτε και σ' εκείνες από τις διατάξεις των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής.
Επομένως, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Η περιεχόμενη, επίσης, στον ίδιο λόγο αιτίαση από το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και με την οποία προσάπτεται στο Εφετείο, κατ7 εκτίμηση, πως εσφαλμένα έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, είναι επίσης αβάσιμη, καθόσον η τελευταία ως άνω διάταξη δεν εισάγει ειδικό λόγο αναίρεσης, πέραν των λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ΑΠ 2055/2007 ΝοΒ 56 (2008). 973].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναίρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ" ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αρ. 1 ΚΠολΔ), προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εκτίμηση, την πλημμέλεια ότι θεμελίωσε την αξίωση του αντιδίκου της αναιρεσιβλήτου για αποζημίωση από την αποστέρηση της δυνατότητας χρήσεως του επικοίνου ακινήτου των διαδίκων, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 787 και 789 του ΑΚ.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, περιορίζεται στο να παραθέσει το λόγο για τον οποίο, κατ' αυτήν, έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ στη συνέχεια, προς επίρρωση του σχετικού ισχυρισμού της που περιλαμβάνεται στο λόγο αυτό, επικαλείται μια εξώδικη δήλωσή της, που δέχεται μεν ότι την έλαβε υπόψη του το Εφετείο, πλην όμως δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο της, και, ακολούθως, περιορίζεται στο να διαλάβει στον ως άνω αναιρετικό λόγο αποσπασματικά μόνο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο αιτιάται ως εσφαλμένο.
Περαιτέρω με τον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της έλλειψης των νομικών διατάξεων που εφάρμοσε για την επίλυση του πραγματικού ζητήματος και της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών, αρκούμενη, ωστόσο, σε αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, χωρίς να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για την ίδια (αναιρεσείουσα) συμπέρασμα.
Ειδικότερα αναφερόμενη στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και δη στην παραδοχή της ότι "...η εναγομένη συνέχισε να κατοικεί μαζί με τον σύζυγο της, όπως η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της στην ανωτέρω μονοκατοικία, στην οποία κατοικεί από το θάνατο της μητέρας της μέχρι και σήμερα, και συγκεκριμένα για χρονικό διάστημα έξι μηνών ετησίως, ήτοι από τα μέσα Μαΐου έως τα μέσα Νοεμβρίου εκάστου έτους, καθώς το λοιπό διάστημα των έξι μηνών διαμένει με το σύζυγο της στο εξωτερικό, αποκλείοντας έτσι τον ενάγοντα από την χρήση αυτής, παρά το ότι αυτός διαθέτει κλειδιά της οικίας, ενώ είναι αδύνατη η σύγχρηση του ακινήτου, εξαιτίας της έντονης κατάστασης και των διαπληκτισμών που δημιουργούνται μεταξύ των διαδίκων κατά τις επισκέψεις του σ' αυτό.
Από το έτος δε 2011 και για όσο χρονικό διάστημα η εναγομένη διαμένει στην Ελλάδα και στο ανωτέρω ακίνητο διαμένει μαζί με αυτήν και το σύζυγο της μία οικιακή βοηθός, λόγω της κατάστασης της υγείας του συζύγου της", ισχυρίζεται ότι υπάρχει αντίφαση με επόμενη παραδοχή της ότι "... η ίδια μετά τον θάνατο της μητέρας τους περιορίσθηκε σε ένα μόνο υπνοδωμάτιο κάνοντας συγχρόνως χρήση του μπάνιου του ίδιου ορόφου καθώς και της κουζίνας, τούτο δεν δύναται να ανατρέψει την αποκλειστική χρήση της οικίας απ' αυτήν, διότι πρόκειται για μονοκατοικία, οι χώροι της οποίας παρουσιάζουν λειτουργική ενότητα, εφόσον υπάρχει μία κουζίνα, ένα μπάνιο στον όροφο που βρίσκονται οι κρεβατοκάμαρες, ένα μόνο ενιαίο χώρο σαλονιού-τραπεζαρίας, προορισμένη ως εκ της διαρρύθμισης των χώρων του για χρήση από μία μόνο οικογένεια, ανεξάρτητα της ως άνω επιφανείας της...", και τούτο διότι, δήθεν, κατά την μεν πρώτη κρίση ο αναιρεσίβλητος θα μπορούσε να κάνει σύγχρηση του επικοίνου ακινήτου, αν δεν εδημιουργούντο μεταξύ των διαδίκων έντονες καταστάσεις και διαπληκτισμοί, κατά δε τη δεύτερη παραδοχή της απόφασης το επίκοινο ακίνητο δεν είναι πρόσφορο για σύγχρηση λόγω της φύσεώς του ως μονοκατοικία.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι ουδόλως αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σε σχέση με το λόγο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναφέρονται μόνον αποσπασματικά και κατ7 επιλογή της αναιρεσείουσας σε σχέση με το λόγο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση οι αποσπασματικά παρατιθέμενες στο λόγο αυτό παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προσδίδουν ασαφές και αντιφατικό περιεχόμενο στο αποδεικτικό της πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο η αναιρεσείουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επίσης σημειώνεται ότι η έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων, όπου βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, για τους λόγους των αριθ. 1 και 19,διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (Σ 93 παρ.3) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ ως "αιτιολογίες" νοεί μόνο τις ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οι δε διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της το διατακτικό της, όπως εν προκειμένω και με την προσβαλλομένη απόφαση, που θεμελιώνει την ένδικη αξίωση του ενάγοντος, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 785, 786,787, 792 εδ.β' και 962 ΑΚ.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β" του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας και δη ότι παρέλειψε να εκτιμήσει, κατά τον καθορισμό της μισθωτικής αξίας του επικοίνου ακινήτου, την εκσκήψασα στην Ελλάδα το έτος 2009 οικονομική κρίση, την οποία εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς το όφελος, που δέχτηκε ότι αποκόμησε αυτή, κάνοντας αποκλειστική χρήση αυτού (επικοίνου ακινήτου).
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ανεξαρτήτως του ότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή των οποίων δεν έγινε χρήση των επικαλουμένων ως διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας σ'αυτούς, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι ελλείπει σχετικό αίτημα λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.6.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2408/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ