1106/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1106/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, η αναίρεση, όπως όλα τα ένδικα μέσα, ασκείται με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση γίνεται, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 341/2015).
Full text
Απόφαση 1106 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1106/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Μαΐου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Χ. του Θ. Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευθυμίου Μπόνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Α., το γένος Χ. Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Κορωναίο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, και την από 2-7-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου-Μεταβατική Έδρα ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2015 του ιδίου Δικαστηρίου και 138/2017 Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν γίνει τυπικώς δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ` ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ` ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν όμως ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης.
Εξ άλλου, η αναίρεση, όπως όλα τα ένδικα μέσα, ασκείται με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση γίνεται, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 341/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται αφενός η υπ' αριθ. 138/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (μεταβατική έδρα ...) και αφετέρου η τελευταία αυτή απόφαση (πρωτόδικη).
Πέραν του ότι η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε μόνο στο δευτεροβάθμιο και όχι και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού μία μόνο πράξη κατάθεσης υπάρχει κάτω από αυτήν (η υπ' αριθ. 20/4-10-2017 ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου), η αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη για τον αναφερόμενο στην προαναφερόμενη σκέψη λόγο.
Για την ύπαρξη εθίμου, που αναγνωρίζεται ως κανόνας δικαίου κατά το άρθρο 1 του ΑΚ, απαιτούνται, ως απαραίτητα στοιχεία δημιουργίας αυτού, μακρά και ομοιόμορφη άσκηση καθώς και κοινή συνείδηση είτε των πολιτών ολοκλήρου του κράτους ή τμήματος αυτού είτε των ανηκόντων σε μια τάξη ή επάγγελμα προσώπων για την αναγκαιότητα αυτού ως κανόνα δικαίου (ΑΠ 674/1999), επίκληση δε των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία προκειμένου να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος με αγωγή ή ένσταση σχετικός ισχυρισμός. Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη το τοπικό έθιμο της ..., κατά το οποίο η πρωτοκόρη λαμβάνει την περιουσία της μητέρας που έχει το όνομα της εκ μητρός γιαγιάς της, η άτυπη δε αυτή προίκα ομολογείται και συντάσσεται ενώπιον συγγενών και θεωρείται ιερή και απαραβίαστη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται η αναγκαία επίκληση, για το ορισμένο του ισχυρισμού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι το, ως άνω, έθιμο ασκείται ομοιόμορφα μεταξύ όλων των Καρπαθίων, με κοινή συνείδησή τους ότι ισχύει ως κανόνας δικαίου, αλλά γίνεται απλή αναφορά γενικά και αόριστα ότι "ακόμα και σήμερα, σιωπηρώς εφαρμόζεται σε αρκετές οικογένειες".
Από το συνδυασμό των διατάξεων 974, 1045, 1051 και 1094 ΑΚ προκύπτει ότι αφενός εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, δηλονότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω σ' αυτό ασκώντας την με διάνοια κυρίου, γίνεται κύριος τούτου, δικαιούμενος να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος και αφετέρου εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας σε αυτόν του δικαιοπαρόχου του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας και τη συνεκδικασθείσα αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης που αφορούν το ίδιο επίδικο ακίνητο: " Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση ...
της νήσου ... και αποτελείται από οικόπεδο εκτάσεως...., επί του οποίου υφίσταται μια οικία.... Επί του οικοπέδου αυτού και στη δυτική γωνία υπάρχει ακόμη ένα δευτερεύον κτίσμα..... Το ως άνω οικόπεδο επί του οποίου είναι κτισμένη η οικία συνορεύει........ Την οικία αυτήν μετά του οικοπέδου της, όπως περιγράφεται λεπτομερώς πιο πάνω, καθώς και το δευτερεύον κτίσμα που υπάρχει μέσα σ' αυτό, απέκτησε η εφεσίβλητη [αναιρεσίβλητη] Ζ.
Α. δυνάμει του υπ' αριθ. ../29-9-1962 προικοσυμφώνου του Συμβολαιογράφου ... Η. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα..... από τους γονείς της, Χ. Β. και Σ. σύζυγο Χ. Β.. οι οποίοι, μεταβίβασαν, λόγω προικός, στον μέλλοντα τότε πρώτο σύζυγο της, Θ. Χ., μεταξύ άλλων ακινήτων, την ως άνω οικία τους μετά του οικοπέδου της, καθώς και το δευτερεύον κτίσμα μέσα σ' αυτό, της οποίας ήταν κύριοι, νομείς και κάτοχοι.
Συγκεκριμένα, το οικόπεδο περιήλθε σ' αυτούς δυνάμει του από 24.2.1935 προγαμιαίου ιδιωτικού συμβολαίου η δε οικία και το δευτερεύον κτίσμα ανεγέρθηκαν από τους ίδιους κατά το έτος 1936 με κοινές δαπάνες τους. Την εν λόγω οικία μετά του οικοπέδου της και του δευτερεύοντος κτίσματος, από τότε που περιήλθε στην Ζ.
Α., κατά τον ως άνω τρόπο, η τελευταία νεμήθηκε το ως άνω ακίνητο με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού τις στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις νομής, ειδικότερα δε το χρησιμοποιεί για να διαμένει, όταν βρίσκεται ... (καθώς η τελευταία κατοικεί μόνιμα ....) και γενικά εκμεταλλεύεται την οικία με κάθε τρόπο, ως αδιαφιλονίκητη κυρία, νομέας και κάτοχος με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο.
Προκειμένου δε αυτή να διατηρείται σε καλή κατάσταση και κατάλληλη προς διαμονή, προβαίνει κατά περιόδους σε κάθε είδους εργασίες απαραίτητες προς τούτο (ελαιοχρωματισμούς, σοβατίσματα, ανακαινίσεις κλπ). Ειδικότερα, η εφεσίβλητη διέμενε στην εν λόγω οικία κατά τους θερινούς μήνες, οπότε και επισκεπτόταν ....
Περαιτέρω, από το έτος 1990 και μέχρι το έτος 2011 η εξαδέλφη της Φ. Γ. για λογαριασμό της ενάγουσας ανέλαβε την διαχείριση των θεμάτων της οικίας κατά το χρόνο της απουσίας της τελευταίας, έχοντας για το λόγο αυτό εν λευκώ εξουσιοδότηση να αναλαμβάνει χρήματα από λογαριασμό που τηρούσε η εφεσίβλητη ώστε να μπορεί να πληρώνει τα έξοδα για τυχόν επισκευές και για την εν γένει συντήρηση της οικίας.
Έτσι η εφεσίβλητη κατέστη κυρία του ακινήτου με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο αφετέρου δε και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι έκτακτη χρησικτησία. Καθ' όλο δε αυτό το διάστημα η εφεσίβλητη, επέτρεπε στην κόρη της εκκαλούσα [αναιρεσείουσα] Σ. Χ. να διαμένει στο επίδικο ακίνητο κατά τις καλοκαιρινές της διακοπές ....
Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το έτος 1983 απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου δυνάμει άτυπης μεταβίβασης από τους γονείς της κατά το χρόνο του γάμου της ως προικοδότηση, και έκτοτε το κατέχει και το νέμεται συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ενεργώντας κάθε πράξη νομής που αρμόζει σε ιδιοκτήτη με την πεποίθηση ότι είναι κύρια του επιδίκου ακινήτου.
Ωστόσο από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι την φροντίδα και την επιμέλεια της οικίας την είχε η μητέρα της εφεσίβλητη. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε η βούλησή της για την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην εκκαλούσα, καθώς το έτος 1990 η ίδια η εφεσίβλητη προέβη στην μεταγραφή του υπ' αριθ. 2956/29.9.1962 προικοσυμφώνου του Συμβολαιογράφου ...
Η. Λ., με το οποίο είχε μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο στην ίδια, χωρίς περαιτέρω να προβεί σε περαιτέρω μεταβίβαση στην κόρη της εκκαλούσα. Περαιτέρω, όπως προέκυψε και από την ίδια την ανομωτί εξέταση της εκκαλούσας Σ. Χ., όλες οι επισκευές που έγιναν στο επίδικο ακίνητο γινόταν με επιμέλεια και δαπάνη της εφεσίβλητης, μητέρας της, Ζ.
Α., από λογαριασμό που τηρούσε η τελευταία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά το πέρας της ανακαίνισης που έλαβε χώρα το έτος 2011 και περατώθηκε το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η εκκαλούσα, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην οικία της εφεσίβλητης Ζ. Α., προέβη σε αλλαγή των κλειδαριών και δεν επέτρεπε στην τελευταία να διαμένει σε αυτό αλλά ούτε και να εισέλθει σε αυτό, με πρόθεση να την χρησιμοποιεί πλέον ως κατοικία της αποβάλλοντας πλήρως την τελευταία από αυτή μέχρι και σήμερα.
Τα αυτά δεχθείσα και η εκκαλούμενη, με το να κάνει δεκτή την 34/2012 αγωγή της Ζ. Α. και να απορρίψει την 33/2013 αγωγή της εκκαλούσας, Σ. Χ.ς δεν έσφαλε και απορριπτέοι κρίνονται οι λόγοι της έφεσης...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, αφενός ορθώς εφάρμοσε τις διαλαμβανόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης από την αναιρεσίβλητη της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, που δέχεται, όπως προκύπτει από την διατύπωση του σκεπτικού του, ως επικουρικό, προτάσσοντας ως κύριο τον παράγωγο τρόπο (νομίμως μεταγραφέν προικοσύμφωνο), χωρίς τούτο να επιφέρει οποιαδήποτε αντίφαση στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, όσο και ως προς τη νομική φύση του επιδίκου ακινήτου, ως ελεύθερης ιδιοκτησίας (άρθρο 1 του ισχύοντος και στη νήσο Κ.
Κτηματολογικού Κανονισμού) και εντεύθεν τη δυνατότητα κτήσης της κυριότητάς του με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, όπως άλλωστε τούτο συνομολογεί με την απορριφθείσα από 2-7-2013 σχετική αγωγή της η ίδια η αναιρεσείουσα, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί εκείνη κυρία του επιδίκου, οι δε αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων.
Συνεπώς οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τους, κατ' ορθή εκτίμησή τους, αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα σχετικά σκέλη τους είναι αβάσιμοι.
O αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περ. γ' και μόνο (όχι δε και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκαν, και δη α) το από 11-12 1998 ειδικό πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, με την οποία την καθιστά γενική πληρεξούσιό της, με τη ρητή εντολή να μεταβιβάσει στο όνομά της (αναιρεσείουσας) όλη την ακίνητη περιουσία της και β) τα υπ' αριθ.
….1-12-1997 και ….1-12-1997 πληρεξούσια που συντάχθηκαν στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αναφέροντας αυτολεξεί: ".....από όλα τα έγγραφα που προσάγουν με επίκληση οι διάδικοι...", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης τούτων.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 2040/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1420/2015).
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως α) που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους, ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η ακυρότητα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα (ΑΠ 1072/2015).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, κατ' ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου, αιτιάται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τις ενώπιόν του κατατεθείσες προτάσεις της αναιρεσίβλητης "με τις οποίες προσάγει και επικαλείται αντίγραφο των προτάσεών της που κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς καμία ειδική μνεία ως προς τους περιεχομένους σ' αυτές ισχυρισμούς της, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες που αυτοί περιέχονται και μνεία ότι προσκομίζει και όλα τα έγγραφα που προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη, χωρίς καμία εξειδίκευση και συγεκριμενοποίηση".
Πέραν του ότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της αναιρεσίβλητης, αυτές κατατέθηκαν νομοτύπως και ο τρόπος προσκόμισης και επίκλησης μ' αυτές του συνόλου των ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων είναι παραδεκτός και νόμιμος, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο αν ο περί απαραδέκτου σχετικός, ως άνω, ισχυρισμός προτάθηκε νομοτύπως ενώπιον του Εφετείου, με την προσθήκη των προτάσεων της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 238 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ (ως ίσχυαν πριν από το ν. 4335/2015).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2017 αίτηση της Σ. Χ. του Θ. ια αναίρεση της υπ' αριθ. 138/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και της υπ' αριθ. 6/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ