1106/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ πρώτη Γ. Δ. για 4 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 και συγκεκριμένα από 24-9-1999 έως 14-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000 από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 29-6-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 14-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
Legislator headnote
AI generated1106/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
Full text
Απόφαση 1106 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1106/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Σ. Κ. του Α., συζ. R. V., κατοίκου ..., 3)Β. Μ. του Α., συζ. Α. Δ., κατοίκου ..., 4)Κ. Γ. του Α., συζ. Π. Γ., κατοίκου ..., 5)Ζ. Κ. του Θ., συζ. Α. Χ., κατοίκου ..., 6)Χ. Ν. του Ε., συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., 7)Μ. Μ. του Δ., συζ. Α. Ν., κατοίκου ..., 8)Ε. Κ. του Γ., συζ. Π. Β., κατοίκου ..., 9)Κ. Κ. του Ν., συζ. Π. Μ., κατοίκου ..., 10)Γ. Ο. του Ι., συζ. Ι. Ζ., κατοίκου ..., 11)Ζ. Ζ. του Ε., συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., 12)Κ. Γ. του Ν., συζ. Δ. Σ., κατοίκου ..., 13)Ι. Κ. του Γ., συζ. Π. Σ., κατοίκου ..., 14)Β. Χ. του Ε., συζ. Κ. Ζ., κατοίκου ..., 15)Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 16)Α. Μ. του Δ., συζ. Χ. Α., κατοίκου ..., 17)Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., 18)Ι. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 19)Α. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 20)Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 21)Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 22)Α. Μ. - Ν. του Α., συζ. Α. Ν., κατοίκου ..., 23)Μ. Α. του Β., κατοίκου ..., 24)Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., 25)Ν. Μ. του Β., κατοίκου ..., 26)Χ. Β. του Δ., συζ. Ι. Ο., κατοίκου ..., 27)Μ. Ν. - Χ. του Δ., συζ. Κ. Ν., κατοίκου ..., 28)Μ. Ε. του Μ., συζ. Α. Τ., κατοίκου ... και 29)Ν. Λ. του Ι., συζ. Δ. Π., κατοίκου .... Οι 2η ,4η, 6η, 7η, 8η, 9η, 11η, 12η, 13η, 14η, 16η, 18ος, 20ος, 24ος και 29η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά, που κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (1η, 3η, 5η, 10η, 15η, 17ος, 19ος, 21ος, 22η, 23η, 25ος, 26η, 27η και 28η) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι. και ήδη "Α.Τ.Ε.Ι.") …", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημηνίκο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/1/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 456/2007 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/5/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 11/11/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτησης αναίρεσης ως προς την τρίτη, δέκατη πέμπτη και εικοστή τρίτη των αναιρεσειόντων και να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Δ. Τ., με αρ. ...-9-2016, ...16-9-2016, .../16-9-2016, .../16-9-2016, .../19-9-2016, .../16-9-2016, .../16-9-2016, ... Β/16-9-2016, ... Β/16-9-2016, .../16-9-2016, .../16-9-2016, ...16-9-2016, .../16-9-2016, ...16-9-2016, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (22.11.2016), επιδόθηκε, στους 2η, 5η, 10η, 15η, 17°, 19°, 21°, 22η, 23η, 25°,26η,27η,28η και 1η των αναιρεσειόντων αντιστοίχως, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του, παραδεκτά διορισθέντος, πληρεξουσίου δικηγόρου των επισπευδόντων τη συζήτηση λοιπών αναιρεσειόντων ομοδίκων τους.
Επομένως, εφόσον οι κληθέντες ως άνω αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
2.- "Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ολ. ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε την 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα (ΑΠ 1577/2012). Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης έργου ή εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ολ.
ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ολ.ΑΠ 18/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α’ και 1 β’ του Ν. 1404/1983, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη.
Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάμηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καμιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της συμβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, που δεν προβλέπονται από το νόμο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δημοσίου. Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ.
πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ολ. ΑΠ 7 και 8/2011).
Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Λάρισας (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ)" με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούμενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α’ ) και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α’ ), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α’ ), του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και του άρθρου 19 παρ. 1 α’ και 1 β’ του Ν. 1404/1983 (Α.Π.902/2013, Α.Π. 1678/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 19-1-2004 αγωγή τους, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο ΤΕΙ ως καθηγητές κατά τους παρακάτω καθένας τους χρόνους και παρείχαν και παρέχουν διδακτικό έργο στο ΤΕΙ Λάρισας δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκείας εκάστης εξ αυτών ίσης με τη διάρκεια κάθε ακαδημαϊκού έτους και συγκεκριμένα:
1) Η πρώτη Γ. Δ. για 4 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 και συγκεκριμένα από 24-9-1999 έως 14-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000 από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 29-6-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 14-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
2) Η δεύτερη Σ. Κ. για τρία και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001 και συγκεκριμένα από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 29-6-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
3)Η τρίτη Β. Μ. για δύο και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 και συγκεκριμένα από 25-9-2001 έως 8-3-2002, από 9-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως 12-3-2004.
4)Η τέταρτη των εναγόντων Κ. Γ. για 10 και πλέον έτη από το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1990-1991 και δη από 25-2-1991 έως 13-9-1991, από 23-9-1991 έως 21-2-1992, από 24-2-1992 έως 14-4-1992, από 22-9-1994 έως 24-2-1995, από 27-2-1995 έως 17-6-1995, από 25-9-1996 έως 21-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 11-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 27-10-2000, από 30-10-2000 έως 16-2-2001, από 27-2-2001 έως 29-6-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 24-10-2003 έως 12-3-2004.
5)Η πέμπτη Ζ. Κ. για 16 και πλέον έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1986-1987 και δη από 22-9-1986 έως 13-2-1987, από 23-2-1987 έως 26-6-1987, από 19-9-1988 έως 19-2-1989, κατά το εαρινό εξάμηνο έτους 1989, από 25-9-1989 έως 9-2-1990, από 19-2-1990 έως 8-6- 1990, από 24-9-1990 έως 1-3-1991, από 4-3-1991 έως 5-7-1991, από 23-9-1991 έως 17-1-1992, από 24-2-1992 έως 12-6-1992, από 21-9-1992 έως 19-2-1993, από 22-2-1993 έως 11-6-1993, από 20-9-1993 έως 18-2-1994, από 21-2-1994 έως 24-6-1994, από 26-9-1994 έως 24-2-1995, από 20-3-1995 έως 7-7-1995, από 25-9-1995 έως 9-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 23-9-1996 έως 17-1-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 11-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 16-2-2001, από 27-2-2001 έως 29-6-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως 12-3-2004.
6) Η έκτη των εναγόντων Χ. Ν. για 8 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1995-1996 και δη 25-9-1995 έως 18-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 18-2-2000, από 21-2-2000 έως 26-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
7)Η έβδομη των εναγόντων Μ. Μ. για 6 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1997-1998 και δη από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 18-2-2000, από 21-2-2000 έως 26-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
8)Η όγδοη των εναγόντων Ε. Κ. - Β. για 6 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1997-1998 και δη από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9- 1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 18-2- 2000, από 21-2-2000 έως 26-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2- 2001 έως 6-7-2001 από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7- 2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
9) Η ένατη των εναγόντων Κ. Κ. - Μ. για 7 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1996-1997 και δη από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 21-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 14-2-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
10)Η δέκατη των εναγόντων Γ. Ο. για 7 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1996-1997 και δη από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 25-6-1999, από 20-9-1999 έως 14-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 15-6-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
11)Η ενδέκατη Ζ. Ζ. για 14 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1989-1990 και δη από 18-10-1989 έως 9-2-1990, από 19-2-1990 έως 22-6-1990, από 24-9-1990 έως 1-3-1991, από 4-3-1991 έως 5-7-1991, από 23-9-1991 έως 19-2-1992, από 24-2-1992 έως 26-6-1992, από 21-9-1992 έως 12-2-1993, από 22-2-1993 έως 25-6-1993, από 20-9-1993 έως 11-2-1994, από 21-2-1994 έως 30-6-1994, από 26-9-1994 έως 3-3-1995, από 20-3-1995 έως 7-7-1995, από 25-9-1995 έως 9-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 25-6-1999, από 20-9-1999 έως 14-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001 από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 14-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως 12-3-2004.
12)Η δωδέκατη Κ. Γ. για 5 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1998-1999 και δη από 21-9-1998 έως 12-2-1999, από 15-2-1999 έως 23-6-1999, από 20-9-1999 έως 18-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 5-7-2001 από 17-9-2001 έως 8-3-2002, από 8-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
13 ) Η δέκατη τρίτη Ι. Κ. για 4 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας εκάστης εξ αυτών ίσης με τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους ανά εξάμηνο μέχρι την άσκηση της αγωγής.
14) Η δέκατη τέταρτη Β. Χ. για 4 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 και συγκεκριμένα από 21-9-1998 έως 12-2-1999, από 23-2-1999 έως 25-6-1999, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 5-7-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 24-2-2003, από 8-3-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
15) Η δέκατη πέμπτη Β. Μ. για δύο και πλέον συναπτά έτη από εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 και συγκεκριμένα από 11- 3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6- 2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
16) Η δέκατη έκτη Α. Μ. για 3 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001 και συγκεκριμένα από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 5-7-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 24-2-2003, από 8-3-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως 12-3-2004.
17) Ο δέκατος έβδομος Χ. Α. για 7 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1996-1997 και δη από 24-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 30-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 18-2-2000, από 21-2-2000 έως 26-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001 από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
18)Ο δέκατος όγδοος Ι. Ε. για 18 συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1985-1986 και δη από 25-9-1985 έως 21-2-1986, από 3-3-1986 έως 27-6-1986, από 22-9-1986 έως 20-2-1987, από 23-2-1987 έως 26-6-1987, από 21-9-1987 έως 12-2-1988, από 20-2-1988 έως 24-6-1988, από 19-9-1988 έως 15-1-1989, από 20-2-1989 έως 11-6-1989, από 25-9-1989 έως 9-2-1990, από 19-2-1990 έως 22-6-1990, από 24-9-1990 έως 18-1-1991, από 4-3-1991 έως 5-7-1991, από 23-9-1991 έως 19-2-1992, από 24-2-1992 έως 26-6-1992, από 21-9-1992 έως 12-2-1993, από 22-2-1993 έως 25-6-1993, από 20-9-1993 έως 11-2-1994, από 21-2-1994 έως 30-6-1994, από 16-9-1994 έως 3-3-1995, από 20-3-1995 έως 7-7-1995, από 25-9-1995 έως 9-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997 από 29-9-1997 έως 30-1-1998, από 23-2-1998 έως 12-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 26-6-1999, από 20-9-1999 έως 14-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 16-2-2001, από 27-2-2001 έως 29-6-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
19)Ο δέκατος ένατος Α. Γ. για 9 και πλέον έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1995-1996 και δη από 25-9-1995 έως 9-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 30-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 18-2-2000, από 21-2-2000 έως 26-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001 από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 14-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 24-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
20)Ο εικοστός Χ. Μ. για 10 συναπτά έτη από το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1994-1995 και δη από 20-3-1995 έως 7-7-1995 και από 8-8-1995 έως 8-9-1995, από 25-9-1995 έως 18-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 18-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 24-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
21)Ο εικοστός πρώτος Κ. Κ. για 7 συναπτά έτη από το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1990-1991 και δη από 4-3-1991 έως 5-7-1991, από 24-9-1996 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 26-2-1998, από 21-9-1998 έως 25-6-1999, από 20-9-1999 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 29-6-2001 από 24-9-2001 έως 28-6-2002, από 23-9-2002 έως 30-6-2003 και κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 δυνάμει ίσης διάρκειας σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου καθόλη τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους.
22) Η εικοστή δεύτερη Α. Μ.- Ν. για 11 και πλέον συνναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1992-1993 δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας εκάστης εξ αυτών ίσης με τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους ανά εξάμηνο μέχρι την άσκηση της αγωγής.
23)Η εικοστή τρίτη Μ. Α. για δύο και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 και συγκεκριμένα από 1-10-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21- 2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 μέχρι την άσκηση της αγωγής.
24)Ο εικοστός τέταρτος Ι. Γ. για 13 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1990-1991 και δη από 24-9-1990 έως 15-2-1991, από 25-2-1991 έως 13-6-1991, από 23-9-1991 έως 14-2-1992, από 24-2-1992 έως 26-6-1992, από 21-9-1992 έως 12-2-1993, από 22-2-1993 έως 25-6-1993, από 20-9-1993 έως 11-2-1994, από 21-2-1994 έως 24-6-1994, από 26-9-1994 έως 17-2-1995, από 27-2-1995 έως 30-6-1995, από 25-9-1995 έως 9-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 20-9-1999 έως 14-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 16-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
25)Ο εικοστός πέμπτος Ν. Μ. για 7 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1996-1997 και δη από 24-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 30-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 25-6-1999, από 20-9-1999 έως 14-2-2000, από 21-2-2000 έως 26-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001 από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
26) Η εικοστή έκτη Χ. Β. για 7 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1996-1997 και δη από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 25-6-1999, από 20-9-1999 έως 14-2-2000, από 21-2-2000 έως 26-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001 από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 14-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
27)Η εικοστή έβδομη Μ. Ν. - Χ. για 12 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1990-1991 και δη, από 23-9-1991 έως 19-2-1992, από 24-2-1992 έως 26-6-1992, από 21-9-1992 έως 12-2-1993, από 22-2-1993 έως 25-6-1993, από 20-9-1993 έως 11-2-1994, από 21-2-1994 έως 30-6-1994, από 26-9-1994 έως 19-3-1995, από 20-3-1995 έως 7-7-1995, από 25-9-1995 έως 9-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 25-6-1999, από 20-9-1999 έως 14-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής. 28)Η εικοστή όγδοη Μ.
Ε. για 12 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1991-1992 και δη, από 23-9-1991 έως 21-2-1992, από 24-2-1992 έως 26-6-1992, από 21-9-1992 έως 12-2-1993, από 22-2-1993 έως 26-6-1993, από 20-9-1993 έως 11-2-1994, από 21-2-1994 έως 30-6-1994, από 26-9-1994 έως 17-3-1995, από 20-3-1995 έως 7-7-1995, από 24-9-1995 έως 14-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 23-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 27-6-1997 από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 26-6-1999, από 20-9-1999 έως 18-2-2000, από 21-2-2000 έως 23-6-2000, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001 από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 23-9-2002 έως 21-2-2003, από 24-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής, και 29)Η εικοστή ένατη Ν.
Λ. για 13 και πλέον συναπτά έτη από το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1990-1991 και δη, από 24-9-1990 έως 15-2-1991, από 18-2-1991 έως 28-6-1991, από 23-9-1991 έως 14-2-1992, από 17-2-1992 έως 26-6-1992, από 21-9-1992 έως 12-2-1993, από 15-2-1993 έως 25-6-1993, από 20-9-1993 έως 12-2-1994, από 21-2-1994 έως 24-6-1994, από 25-9-1995 έως 9-2-1996, από 19-2-1996 έως 21-6-1996, από 24-9-1996 έως 14-2-1997, από 24-2-1997 έως 30-6-1997, από 29-9-1997 έως 20-2-1998, από 23-2-1998 έως 26-6-1998, από 21-9-1998 έως 19-2-1999, από 23-2-1999 έως 28-6-1999, από 25-9-2000 έως 23-2-2001, από 27-2-2001 έως 6-7-2001, από 24-9-2001 έως 8-3-2002, από 11-3-2002 έως 5-7-2002, από 24-9-2002 έως 21-2-2003, από 22-2-2003 έως 30-6-2003 και από 20-10-2003 έως την άσκηση της αγωγής.
Ότι οι ως άνω συμβάσεις, που προσχηματικά, αφού δε συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το εναγόμενο ως ορισμένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί καλύπτουν από της αρχικής προσλήψεώς τους πάγιες, διαρκείς και μόνιμες διδακτικές ανάγκες του εναγομένου ΤΕΙ, και ζήτησαν: Α) να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους χρόνους που αναφέρονται σ’ αυτή, αφενός μεν σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, αφετέρου δε σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν 2112/1920 και Β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους ως συνδεομένων με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με αυτό το περιεχόμενο η εν λόγω αγωγή κατά το ως άνω υπό στοιχείο Α) πρώτο αίτημά της, α) Ως προς τους αναιρεσείοντες Β. Μ. (τρίτη) Β. Μ. (δέκατη πέμπτη) και Μ. Α. (εικοστή τρίτη), που προσλήφθηκαν αντίστοιχα την 24-9-2001, την 11-3-2002 και την 1-10-2001, δεν είναι νόμιμη καθόσον οι αναφερόμενες σ’ αυτές συμβάσεις εργασίας καταρτίσθηκαν, ως ορισμένου χρόνου, μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και β) Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κανόνες δικαίου, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ.
και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων αυτών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001, και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση όλων των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχεν απορρίψει, ως μη νόμιμη, την ίδια αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο 1) Ως προς τους αναιρεσείοντες Β. Μ. (τρίτη), Β. Μ. (δέκατη πέμπτη) και Μ. Α. (εικοστή τρίτη) που προσλήφθηκαν αντίστοιχα την 24-9-2001, την 11-3-2002 και την 1-10-2001 δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 19 παρ. 11 β’ του Ν. 1404/1983 και 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και οι δύο λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ως προς αυτές είναι αβάσιμοι, 2) ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες παραβίασε α) με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 19 παρ. 11 β’ του Ν. 1404/1983, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και β) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Επομένως, ως προς αυτούς, οι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., και οι δύο λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσείοντες τρίτη, δέκατη πέμπτη και εικοστή τρίτη και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
3.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652,653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ’ αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί τον μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.
Η κατ’ αρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια, που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ’ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στη περίπτωση αυτή η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με την συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων (ΑΠ 1508/2009, 1671/2007, 362/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες το ως άνω υπό στοιχείο Β) δεύτερο αίτημα της αγωγής τους, δηλαδή να υποχρεωθεί το πρώτο αναιρεσίβλητο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, θεμελίωσαν στο γεγονός και μόνο ότι οι διαδοχικές συμβάσεις τους ορισμένου χρόνου φέρουν το χαρακτήρα ενιαίας συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Κατά συνέπεια η αγωγή ως προς το συγκεκριμένο αίτημα δεν είναι νόμιμη και το Εφετείο που την απέρριψε ως προς το εν λόγω αίτημα ως μη νόμιμη δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Κατά συνέπεια οι ίδιοι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της κρινόμενης αίτησης κατά το αντίστοιχο μέρος τους που αφορά το αγωγικό αυτό αίτημα είναι αβάσιμοι.
4.- Το επικουρικό αίτημα των αναιρεσειόντων, για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΚ, στο οποίο παρατίθεται το περιεχόμενο του άρθρου 234 (πρώην 177) της συνθήκης Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ακολούθως διατυπώνεται με την εξής κατά λέξη διατύπωση "άλλως να υποβληθεί στο ΔΕΚ προδικαστικό ερώτημα επί θεμάτων που το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι απαιτείται ερμηνευτική διευκρίνιση από το ΔΕΚ", πρέπει να απορριφθεί λόγω αοριστίας.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει Α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τις αναιρεσείουσες Β. Μ. (τρίτη), Β. Μ. (δέκατη Πέμπτη) και Μ. Α. (εικοστή τρίτη) και Β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες Β. Μ. (τρίτη), Β. Μ. (δέκατη πέμπτη) και Μ. Α. (εικοστή τρίτη) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου και το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα όλων των άλλων αναιρεσειόντων λόγω της ήττας των διαδίκων κατά τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τις αναιρεσείουσες 1) Β. Μ. (τρίτη), Β. Μ. (δέκατη πέμπτη), και Μ. Α. (εικοστή τρίτη).
Καταδικάζει αυτές στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΤΕΙ ήδη "Α.Τ.Ε.Ι.") …" τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Αναιρεί την 456/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα όλων των αναιρεσειόντων, πλην της τρίτης, δέκατης πέμπτης και εικοστής τρίτης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ