1106/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1106/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 104 του Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1106 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1106/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. α) Ε. χας Α. Ν., β) Π. Ν. του Α. και γ) Γ. Ν. του Α., κατοίκων ... για τις υπ’ αριθμ. 002 και 342 ιδιοκτησίες του κτηματολογικού πίνακα, έως και 80. α) Κ. Π. του Φ. και β) Α. Π. του Φ., κατοίκων ..., για την υπ’ αριθμ. 367 ιδιοκτησία. Οι με στοιχ. 1, 2ος, 3ος, 4β, 4δ, 5, 8, 9α, 9β, 9γ, 11ος, 12 (1, 7, 9, 10), 13, 14ος, 17ος, 19ος, 21ος, 23η, 25ος, 26, 30η, 32, 33ος, 34ος, 35ος, 36β, 36γ, 39ος, 40, 41, 42β, 44, 45ος, 46β, 47ος, 48ος, 49ος, 50η, 52β, 54 (2, 3, 4, 5, 6, 7, 10), 56ος, 57, 58, 59η, 60ος, 61, 62ος, 63ος, 65ος, 67, 68ος, 69ος, 71, 74β, 75η, 77ος, 78ος και 79ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κεφαλά, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και στην προκειμένη περίπτωση από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θράκης και συνεκδικάστηκε με την από 22-2-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 20-1-2010 αίτηση άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις παρεμβάσεις και τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις τους.
Εκδόθηκε η 382/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 29-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 14-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης 34/2013 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθμ. 382/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Κατά το άρθρο 104 του Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Με το άρθρο 62 του Ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομότυπα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη απ’ αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς τον απολειπόμενο, εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας από τον απολειπόμενο διάδικο προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 7/2008, 39/2005, 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι’ αυτούς δεν έχει πληρεξουσιότητα για μερικούς από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ’ αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες, για τους οποίους δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επέσπευσε για λογαριασμό τους τη συζήτηση, δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες με πληρεξούσιο δικηγόρο τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.
Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας, ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β’ εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 98 του Ν. 4139/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ.
β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (6-3-2015), όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, παρέστησαν οι με στοιχεία 1, 2, 3, 4β, 4δ, 5, 8, 9α, 9β, 9γ, 11, 12(1), 12(7), 12(9), 12(10), 13, 14, 17, 19, 21, 23, 25, 26, 30, 32, 33, 34, 35, 36β, 36γ, 39, 40, 41, 42β, 44, 45, 46β, 47, 48, 49, 50, 52β, 54(2), 54(3), 54(4), 54(5), 54(6), 54(7), 54(10), 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 65, 67, 68, 69, 71, 74β, 75, 77, 78 και 79 αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κεφαλά, και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βασίλειο Κυριαζόπουλο.
Οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες, δηλαδή οι υπό στοιχεία 4α, 4γ, 9δ, 10, 12(2), 12(3), 12(4), 12(5), 12(6), 12(8), 12(11), 12(12), 12(13), 15, 16, 18, 20, 22, 24, 27, 28, 29, 31, 36α, 37, 38, 42α, 43, 46α, 51, 52α, 52γ, 52δ, 53, 54(1), 54(8), 54(9), 55, 64, 66, 70, 72, 73, 74α, 76 και 80, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται ότι οι απολειπόμενοι αυτοί αναιρεσείοντες έχουν διορίσει νομίμως κατά το άρθρο 96 παρ. 1 ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης δικηγόρο Χρήστο Κεφαλά, ο οποίος άλλωστε δεν τους εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση, ούτε ότι αυτοί έχουν κλητευθεί από το αντίδικό τους Ελληνικό Δημόσιο ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση ομόδικούς τους.
Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα πρόταση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους ως άνω απολειπόμενους αναιρεσείοντες, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και συγκεκριμένα των υπ’ αριθμ. 418/2005, 720/2005, 195/2008 και 763/2009 αποφάσεων του Εφετείου Θράκης και των υπ’ αριθμ. 132/2010, 188/2002 και 145/2007 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτή, σχετικά με τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Οι αιτούντες - καθ’ ων - ανταιτούντες - παρεμβαίνοντες προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία: 1) την υπ’ αριθμ. 386/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 3-11-1999, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ήδη επίδικα ακίνητα, το ποσό των 22.000 δρχ/τ.μ. (64,56 ευρώ/τ.μ.) έως 700 δραχμές/τ.μ. (2,05 ευρώ/τ.μ.), 2) την υπ’ αριθμ. 375/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 28-2-2001, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για ορισμένα εκ των ήδη επιδίκων ακινήτων, το ποσό των 14.000 δρχ/τ.μ. (41,08 ευρώ/τ.μ.) έως 700 δρχ/τ.μ. (2,05 ευρώ/τ.μ.)..., 3) την υπ’ αριθμ. 418/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία για την κατασκευή του έργου "Σύνδεση Εγνατίας Οδού με Αλεξανδρούπολη, τμήμα ...
του κάθετου Άξονα ...", με κρίσιμο χρόνο την 11-2-2005, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης ακινήτων, στο ποσό των 54 ευρώ/τ.μ. έως 72 ευρώ/τ.μ., 4) την υπ’ αριθμ. 720/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία για την κατασκευή του έργου "Σύνδεση Εγνατίας Οδού με Αλεξανδρούπολη, τμήμα ... του κάθετου Άξονα ...", με κρίσιμο χρόνο την 7-10-2005, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 20,50 ευρώ/τ.μ.
έως 24 ευρώ/τ.μ., 5) την υπ’ αριθ. 195/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 2-4-2008, για την κατασκευή του έργου της εγκατάστασης του περιφερειακού Κέντρου Διοίκησης Αυτοκινητόδρομου (ΠΚΔΑ) Αλεξανδρούπολης, στο τμήμα 15.6 Παράκαμψη…., για ακίνητα των περιοχών ...
και ... καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, το ποσό των 45 ευρώ /τ.μ. έως 90 ευρώ/τ.μ., 6) την υπ’ αριθμ. 132/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 22-9-2010, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα των περιοχών ... και ..., το ποσό των 45 ευρώ /τ.μ.
έως 90 ευρώ/τ.μ., 7) την υπ’ αριθμ. 188/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που ήδη κατέστη οριστική, καθόσον με την υπ’ αριθμ. 13/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου απερρίφθη η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 10-4-2002, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα των περιοχών ... ..., ...
και ... σε 73,37 ευρώ/τ.μ. έως 2,93 ευρώ/τ.μ...., 8) την υπ’ αριθμ. 763/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 8-5-2009, ακίνητα που βρίσκονται στα όρια της κτηματικής περιοχής ... - ... από τα οποία διήλθε ο αγωγός φυσικού αερίου, εκτιμήθηκαν στο ποσό των 10 ευρώ/τ.μ., 9) την υπ’ αριθμ. 145/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 7-11-2007, ακίνητα που βρίσκονται στα όρια της κτηματικής περιοχής ... - ...
από τα οποία διήλθε ο αγωγός φυσικού αερίου, εκτιμήθηκαν στο ποσό των 10 ευρώ/τ.μ.,... Από τα ανωτέρω συγκριτικά στοιχεία προσφορότερα είναι οι υπ’ αριθμ. 386/2001 και 375/2002 αποφάσεις του Εφετείου Θράκης, οι οποίες εκδόθηκαν για τα επίδικα ακίνητα μεταξύ των ίδιων διαδίκων και καθόρισαν την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, αλλά για προγενέστερες απαλλοτριώσεις....
Οι λοιπές δικαστικές αποφάσεις, που επικαλούνται οι αιτούντες - καθ’ ων - ανταιτούντες - παρεμβαίνοντες ως τεκμήρια για να υποστηρίξουν το ύψος της αποζημίωσης που ζητούν, σχετική μόνο αποδεικτική αξία έχουν και δεν ανατρέπουν όσα αναφέρονται κατωτέρω, διότι τα ακίνητα για τα οποία καθόρισαν αποζημίωση, άλλα βρίσκονται σε διαφορετική κτηματική περιφέρεια και άλλα σε περιοχές με διαφορετικά χαρακτηριστικά και χρήση." Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε τα ανωτέρω δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των ως άνω αποφάσεων, δηλαδή σε λάθος που ανάγεται στην ανάγνωση των εγγράφων των ως άνω αποφάσεων, με την εσφαλμένη παραδοχή ότι τα έγγραφα των ως άνω αποφάσεων περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, αφού αναφέρει και δέχεται τις πραγματικές και ορθές τιμές που καθόρισαν ως αποζημίωση για τα ακίνητα των κτηματικών περιοχών που κατονομάζει για κάθε απόφαση, αλλά, εκτιμώντας το περιεχόμενο των ως άνω δικαστικών αποφάσεων, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεχόμενη ότι εκτός από τις υπ’ αριθμ. 386/2001 και 375/2002 αποφάσεις του Εφετείου Θράκης, οι οποίες εκδόθηκαν για τα επίδικα ακίνητα μεταξύ των ίδιων διαδίκων και καθόρισαν την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για προγενέστερες απαλλοτριώσεις, οι λοιπές ως άνω δικαστικές αποφάσεις μόνον σχετική αποδεικτική αξία έχουν και δεν ανατρέπουν όσα αναφέρει πιο κάτω ως προς το ύψος της αποζημιώσεως που δέχεται για την απαλλοτρίωση του εδάφους των ακινήτων, διότι τα ακίνητα για τα οποία καθόρισαν οι λοιπές ως άνω αποφάσεις αποζημίωση, άλλα βρίσκονται σε διαφορετική κτηματική περιφέρεια από τα επίδικα και άλλα που βρίσκονται σε ίδιες κτηματικές περιφέρειες με τα επίδικα, βρίσκονται σε περιοχές με διαφορετικά χαρακτηριστικά και χρήση.
Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Θράκης δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στις ως άνω δικαστικές αποφάσεις που έκρινε ότι δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία για την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, αλλά σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα στοιχεία της κτηματογραφήσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων (κτηματολογικά διαγράμματα και κτηματολογικοί πίνακες), καταθέσεις μαρτύρων, τεχνικές εκθέσεις για τα απαλλοτριούμενα, φωτογραφίες των απαλλοτριουμένων, έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου για τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων στις περιοχές της απαλλοτριώσεως, δικαστικές αποφάσεις που καθόρισαν αποζημιώσεις για απαλλοτριώσεις ακινήτων, προσύμφωνα αγοραπωλησίας ακινήτων και έκθεση κατασχέσεως ακινήτου.
Κατά συνέπεια, ενόψει τούτων, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 20 για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφων και ο περί του εναντίου πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
γ’ του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.
Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξάρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε ή όχι υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1622/ 2010, ΑΠ 1869/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο την R008170/4-3-2008 βεβαίωση της "Εγνατίας Οδού Α.Ε." από την οποία προέκυπτε ότι οι με αριθμ. 050Α και 050Β ιδιοκτησίες τους είχαν απαλλοτριωθεί και στο παρελθόν για την κατασκευή των 4ων ανισόπεδων κόμβων της Εγνατίας οδού και είχε καθορισθεί για αυτές η αποζημίωση οριστικά, λόγω απορρίψεως της αιτήσεως του Δημοσίου για οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεώς τους ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης, με την υπ’ αριθμ. 188/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, στο ποσό των 73,37 ευρώ ανά τ.μ., καθώς επίσης ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο το με αριθμό πρωτοκόλλου 1964/15-12-2010 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Έβρου, με το οποίο η Κτηματική Υπηρεσία έκρινε λογικές τις τιμές αποζημίωσης των 90 ευρώ ανά τ.μ.
που καθόρισε η υπ’ αριθμ. 132/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης για απαλλοτριωθέντα ακίνητα που βρίσκονταν στην περιοχή ... του Δήμου Αλεξανδρούπολης πολύ κοντά στα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, ως προς την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, κατά το χρόνο της ενώπιόν του συζητήσεως, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνταν και προσκόμιζαν ενώπιόν του οι διάδικοι και όλο το αποδεικτικό υλικό, αναφέροντας επί λέξει ότι το αποδεικτικό πόρισμά του προκύπτει μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων "...και από όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία μεταξύ των άλλων περιλαμβάνονται..." καθώς και ότι για να καθορίσει την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο "έλαβε υπόψη του...
το σύνολο εν γένει του αποδεικτικού υλικού". Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι προκύπτει με βεβαιότητα από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις τιμές που καθορίστηκαν με την υπ’ αριθμ. 188/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης για τις υπ’ αριθμ. 50Α και 50Β ιδιοκτησίες καθώς επίσης και τις τιμές που καθορίστηκαν και με την υπ’ αριθμ. 132/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονταν στην περιοχή ...
του Δήμου Αλεξανδρούπολης, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε και συνεκτίμησε μαζί με όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που επικαλούνταν και προσκόμιζαν οι διάδικοι και τα ως άνω έγγραφα, δηλαδή την R008170/4-3-2008 βεβαίωση της "Εγνατίας Οδού Α.Ε." και το με αριθμό πρωτοκόλλου 1964/15-12-2010 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Έβρου και ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 465/1988). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι ενώ δέχεται ότι τα προσφορότερα συγκριτικά στοιχεία για την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων είναι οι τιμές αποζημιώσεως που καθορίστηκαν για παρόμοια ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν με τις υπ’ αριθμ. 386/2001 και 375/2002 αποφάσεις του Εφετείου Θράκης και καταλήγει στις τιμές μονάδας αποζημιώσεως που αναφέρονται σ’ αυτήν για κάθε απαλλοτριούμενο ακίνητο συνυπολογίζοντας όπως αναφέρει την ανατίμηση των αξιών τους, δεν προσδιορίζει το ποσοστό της ανατίμησης της αξίας τους, ούτε συνολικά, ούτε κατ’ έτος, ούτε κατά περιοχή, ούτε κατά ιδιοκτησία, ούτε αν η ανατίμηση αυτή ήταν η ίδια για όλα τα απαλλοτριούμενα ακίνητα ή διαφοροποιημένη, ούτε αν ήταν ουσιώδης ή επουσιώδης με συνέπεια να περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχό της.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τις τιμές μονάδας αποζημιώσεως που καθόρισε για την απαλλοτρίωσή τους και προσδιορίζοντας την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων στα συγκεκριμένα ποσά που δέχθηκε για το κάθε απαλλοτριούμενο ακίνητο, προσδιορίζει και την ανατίμηση της αξίας του με βάση τις τιμές μονάδας αποζημιώσεως που δέχθηκαν οι υπ’ αριθμ. 386/2001 και 375/2002 αποφάσεις του Εφετείου Θράκης.
Άλλωστε, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την αξία και την τιμή μονάδας αποζημιώσεως του κάθε απαλλοτριούμενου ακινήτου διατυπώνεται πλήρως και σαφώς και οι ελλείψεις ως προς τον καθορισμό του ποσοστού της ανατιμήσεως της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων από τότε που εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 386/2001 και 375/2002 αποφάσεις του Εφετείου Θράκης, αλλά και ως προς τον τρόπο του υπολογισμού της ανατιμήσεως της αξίας τους, δεν συνιστούν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλ’ ούτε και αντιφατικές αιτιολογίες, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
και ο περί του εναντίου τρίτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως όσον αφορά τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες και αφού όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως όσον αφορά τους απολειπόμενους υπό στοιχεία 4α, 4γ, 9δ, 10, 12(2), 12(3), 12(4), 12(5), 12(6), 12(8), 12(11), 12(12), 12(13), 15, 16, 18, 20, 22, 24, 27, 28, 29, 31, 36α, 37, 38, 42α, 43, 46α, 51, 52α, 52γ, 52δ, 53, 54(1), 54(8), 54(9), 55, 64, 66, 70, 72, 73, 74α, 76 και 80 αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 14-10-2013 και με αριθμό καταθέσεως 34/2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 382/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ