Legislator Case Law & Legislation
1106/2014 AI generated

1106/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1106/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1106/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη από 14/1/1992 αγωγή της, την οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά ως διαδικαστικό έγγραφο κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι είναι ιδιοκτήτρια παραθαλάσσιου ακινήτου στη θέση ...

Keywords

AI generated
standing against building permit unpermitted structures exclusion zone order public building ban servitude not to build readiness for construction
AI generated
365/2024
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 161/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και, 1999/2013 μη οριστική, 1596/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-10-2019 αίτησή του.
623/2013
Η κυριότητα επί των πάσης φύσεως διαχωρισμάτων συνεχόμενων ακινήτων ανήκει στον κύριο του εδάφους.
2018/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1051/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2015 αίτησή τους, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση για τη δικάσιμο 12-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 173/2021 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.
1164/2024
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2022 αίτησή της.
256/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1106 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1106/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Ι. του Γ., 2)Γ. Κ. του Σ. και 3)Κ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μιχάλη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑΙ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Κόρινθο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σουρή.

Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, ο οποίος δεν συναίνεσε.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/1992 (με αρ. κατάθεσης 820/1992) αγωγή, την με αρ. κατάθεσης 2696/1992 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλητης και την με αρ. κατάθεσης 10020/1992 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4975/1994, 3179/1999 μη οριστικές, 9366/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4458/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/4/2013 αίτησή τους. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 31/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1108 εδ.α' ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Για το ορισμένο και την πληρότητα της πιο πάνω αρνητικής της κυριότητας αγωγής απαιτείται να εκτίθενται συνοπτικά τα εξής στοιχεία:

α) η κυριότητα του ενάγοντος πάνω στο πράγμα, β) η διατάραξη της κυριότητάς του από τον εναγόμενο, γ) το παράνομο της διατάραξης, δ) αίτημα για άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον. Ειδικότερα, πρέπει να εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη διατάραξη της κυριότητας του ενάγοντος, η οποία συνίσταται σε κάθε έμπρακτη εναντίωση στις εξουσίες που παρέχει ο νόμος στον κύριο, που δεν φτάνει, όμως, μέχρι την καθολική αποστέρηση της νομής αλλά έχει ως συνέπεια την παρεμπόδιση της ελεύθερης χρησιμοποίησης, εκμετάλλευσης και απόλαυσης του πράγματος ως προς τις παραπάνω εξουσίες ή ορισμένες από αυτές.

Η διατάραξη είναι παράνομη, αν εκείνος που έκανε την προσβολή ενήργησε χωρίς δικαίωμα. Τέτοια παράνομη διατάραξη μπορεί να επέλθει και από την κατασκευή αυθαίρετου κτίσματος σε αιγιαλό ή παραλία που παρεμποδίζει τη θέα και την πρόσβαση στη θάλασσα του κυρίου γειτονικού ακινήτου. Εξάλλου, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συντρέχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη από 14/1/1992 αγωγή της, την οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά ως διαδικαστικό έγγραφο κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι είναι ιδιοκτήτρια παραθαλάσσιου ακινήτου στη θέση ...

και ότι οι εναγόμενοι -εκκαλούντες και ο εναγόμενος Χ. Μ. εμποδίζουν τη θέα και πρόσβαση του ακινήτου της στη θάλασσα και διαταράσσουν παράνομα την κυριότητά της, καταλαμβάνοντας χωρίς δικαίωμα δημόσιες εδαφικές εκτάσεις εκτός των ορίων του ακινήτου της και εντός του αιγιαλού και της παραλίας, και οικοδομώντας ο καθένας αυθαίρετο κτίσμα εντός της έκτασης, που κατέλαβε, ζητεί δε (η ενάγουσα):

α) να αναγνωρισθεί η κυριότητα της επί του ακινήτου της, β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα κυριότητας επί των εκτάσεων, που έχουν καταλάβει, γ) να υποχρεωθούν αυτοί να άρουν την προσβολή της κυριότητας και τη συνακόλουθη προσβολή της προσωπικότητάς της, κατεδαφίζοντας τα κτίσματα και επαναφέροντας το έδαφος στην προηγούμενη κατάσταση, άλλως να επιτραπούν οι ανωτέρω ενέργειες στην εφεσίβλητη με δαπάνες τους, δ) να υποχρεωθούν να παραλείπουν κάθε μελλοντική διατάραξη, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.? Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία της αρνητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, διότι εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια η παράνομη διατάραξη της κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο ακίνητο της ιδιοκτησίας της από την παρεμπόδιση της θέας και της πρόσβασής της στη θάλασσα εξαιτίας των αυθαίρετων κτισμάτων που κατασκεύασαν οι αναιρεσείοντες σε γειτονικά ακίνητα με την κατάληψη τμημάτων του αιγιαλού και της παραλίας.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο έκτος (κατά σειρά επίκλησης) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ η κατ' εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς αυτού που επικαλείται άμεσο έννομο συμφέρον αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης.

Εξάλλου, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της επίδικης υποχρέωσης.

Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο (κατά σειρά επίκλησης) λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 57 και 59 ΑΚ, με το να δεχθεί την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος και ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης εταιρείας για την άσκηση της ένδικης αγωγής λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της από την παρακώλυση επικαλούμενου δικαιώματος της να χρησιμοποιεί κοινόχρηστο πράγμα (αιγιαλό και παραλία), ενώ τέτοια αξίωση παρέχεται μόνο σε φυσικό και όχι σε νομικό πρόσωπο, όπως είναι η αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις περί προσβολής της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ) αλλά ότι πρόκειται για αρνητική της κυριότητας αγωγή (άρθρο 1108 ΑΚ), για την άσκηση της οποίας υπάρχει έννομο συμφέρον και ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των κανόνων περί υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύεται μόνον, όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το τελευταίο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται στην αρμοδιότητά του κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν υλικά αρμόδιο (ολ ΑΠ 5/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων, με τον πέμπτο (κατά σειρά επίκλησης) λόγο αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ.5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που πρόβαλε με την έφεσή του για υλική αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου) και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν υλικά αρμόδιο να δικάσει την ένδικη αγωγή, ενώ αυτή υπαγόταν ως προς ορισμένα αιτήματα υλική στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου και ως προς τα υπόλοιπα σε εκείνη του Μονομελούς ή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε σφάλμα του Εφετείου ως προς τη δική του υλική αρμοδιότητα. Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 1108 του ΑΚ, η αρνητική αγωγή βάση έχει την κυριότητα του ενάγοντος και την προσβολή αυτής με πράξεις διατάραξης ή επέμβασης, ο δε εναγόμενος με την αγωγή αυτή μπορεί αφενός μεν να αμφισβητήσει την κυριότητα του ενάγοντος, ο οποίος στην περίπτωση αυτή πρέπει να αποδείξει την κυριότητά του, αφετέρου δε να αντιτάξει ότι την επέμβαση ενήργησε δυνάμει ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος, που ανήκει σε αυτόν, οπότε, σε περίπτωση απόδειξής του, καταλύεται η αρνητική αγωγή.

Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι ενοχική σχέση που δεσμεύει τον ενάγοντα (λ.χ. συννομή) ή περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα (από προσωπική ή πραγματική δουλεία). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση πού το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 14/1/1992 αρνητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά των αναιρεσειόντων δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Η εφεσίβλητη είναι ιδιοκτήτρια ακινήτου εκτάσεως 12.770 τ.μ.

στη θέση ..., το οποίο απέκτησε με αγορά από τους αληθινούς συγκυρίους του Π. και Κ. Π., βάσει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Κουλουριάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα την 10-3-1981. Το ακίνητο της χωρίζεται από αγροτικές οδούς σε τρία τμήματα, όπως εμφαίνεται ειδικότερα στο από Φεβρουάριο 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Γ.

Δ., που συνοδεύει το ανωτέρω συμβόλαιο. Το τρίτο τμήμα καταλαμβάνει το βορειοανατολικό μέρος του όλου ακινήτου, έχει έκταση 2.150 τ.μ. περίπου και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μήκους 41 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια και νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 77 μέτρων με αγροτική οδό και πέραν αυτής με. έτερο τμήμα του ίδιου ακινήτου* βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 31 μέτρων με πρανές και πέραν αυτού με ρέμα, και βόρεια - βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 67,50 μέτρων με πρανή που καταλήγουν στη θάλασσα.

Στην περιοχή έχει γίνει διοικητικός καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού με διάγραμμα της Επιτροπής του άρθρου 10 α.ν. 1540/1938, που επικυρώθηκε με την Δ 12595/7254 /24-11-1965 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 39 [παράρτημα] της 22-2-1966). Επίσης, έχει γίνει διαπλάτυνση του αιγιαλού και δημιουργία παραλίας με το β.δ. 199/16-2-1966 (Φ.Ε.Κ. 48 Α'/75-3-1966).

Το έτος 1979 οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας παραχώρησαν χωρίς αντάλλαγμα στον εκκαλούντα Α. Ι. τη χρήση εδαφικής έκτασης 100 τ.μ. περίπου εντός του τρίτου τμήματος του ακινήτου τους, κοντά στο όριό του με τα πρανή προς τη θάλασσα, και αυτός κατασκεύασε στην ανωτέρω έκταση ξύλινο παράπηγμα, το οποίο χρησιμοποιούσε για τον παραθερισμό του ίδιου και της οικογενείας του.

Το έτος 1980 οι Π. και Κ. Π. ζήτησαν από τον εκκαλούντα να αποχωρήσει και τότε αυτός τους απέστειλε την από 19-7-1980 εξώδικη δήλωσή του, στην οποία παραδέχεται ότι κατέχει την έκταση βάσει παρακλητικής σχέσης και υπόσχεται ότι θα απομακρύνει το παράπηγμα έως την 15-10-1980 και θα αποκαταστήσει τη μορφολογία του εδάφους με καθαρισμό και επίχωση.

Αντ' αυτού, ο Αν. Ι. εξακολούθησε να κατέχει την έκταση, χωρίς δικαίωμα, και το μήνα Σεπτέμβριο 1982 προέβη σε εκσκαφές και κατασκευή, στη θέση του παραπήγματος, οικίας με ισόγειο και πρώτο όροφο. Κατόπιν τούτου η ενάγουσα άσκησε εναντίον του αγωγή περί νομής και εκδόθηκε η 67/1989 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε η νομή της επί της ως άνω έκτασης και υποχρεώθηκε ο εκκαλών να της την αποδώσει.

Μετά την τελεσιδικία της, η απόφαση εκτελέσθηκε την 22-11-1990 και ο Αν. Ι. άσκησε κατά της σχετικής 3096/22-11-1990 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Ν. Κ. ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα. Στο μεταξύ, κατά τα έτη 1981 και 1982, οι εκκαλούντες Γ. Κ. και Κ. Σ. πραγματοποίησαν εκσκαφές στα πρανή, που βρίσκονται μεταξύ του βορειοανατολικού ορίου του τρίτου τμήματος του ακινήτου της ενάγουσας και της θάλασσας, ισοπέδωσαν το έδαφος και δημιούργησαν εσοχή, στην οποία εγκαταστάθηκαν, καταλαμβάνοντας χωρίς δικαίωμα έκταση ο πρώτος 170 και ο δεύτερος 175 τ.μ.

περίπου, και κατασκευάζοντας εντός αυτής ισόγεια κτίσματα επιφανείας 70 και 60 τ.μ. περίπου, αντίστοιχα, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής (ο Γ. Κ. ισχυρίζεται ότι νομιμοποίησε το κτίσμα του βάσει των διατάξεων του ν. 1337/1983, δεν προσκομίζει όμως κανένα σχετικό έγγραφο). Μετά από αυτοψία, εκδόθηκαν σε βάρος τους τα δύο από 12-12-1983 πρωτόκολλα κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων επί του αιγιαλού του Οικονομικού Εφόρου Λαυρίου, τα οποία δεν έχουν εκτελεσθεί.

Αργότερα, περί το έτος 1990, ο Αν. Ι. κατέλαβε επίσης χωρίς δικαίωμα έκταση 131,50 τ.μ. περίπου μεταξύ των Γ. Κ. και Κ. Σ., εντός της οποίας κατασκεύασε αυθαίρετο κτίσμα επιφανείας 21,50 τ.μ. (νοτιοδυτικά αυτού ο Αν. Ι. κατασκεύασε αργότερα και άλλο κτίσμα, το οποίο δεν είναι επίδικο). Σήμερα η περιοχή παρουσιάζει οικιστική ανάπτυξη παραθεριστικού τύπου και μπροστά από τις εκτάσεις, που κατέλαβαν οι εκκαλούντες, δηλαδή από την πλευρά της θάλασσας, έχει διαμορφωθεί από το Δήμο Κερατέας τσιμεντοστρωμένη αγροτική οδός για την εξυπηρέτηση των παραθεριστών.

Στην εν λόγω περιοχή η οριογραμμή του αιγιαλού, δηλαδή της χερσαίας ζώνης, που περιστοιχίζει τη θάλασσα και βρέχεται από τις μεγαλύτερες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, κατά το χρόνο της κατασκευής των κτισμάτων, αλλά και κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής και της πρώτης συζήτησής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (14-12-1993), αποδεικνύεται ότι ταυτιζόταν με αυτήν που ορίσθηκε από την Επιτροπή του άρθρου 10 α.ν. 1540/1938 και επικυρώθηκε με την 12595/ 7254/1965 υπουργική απόφαση.

Όπως προκύπτει δε από την από Δεκέμβριο 1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Δ., α) τμήμα 60 τ.μ. της έκτασης, που κατέλαβε ο Αν. Ι., και τμήμα 1,50 τ.μ. του κτίσματος του βρίσκονται εντός της οριογραμμής του αιγιαλού, ενώ τμήμα 50 τ.μ. της έκτασης και 20 τ.μ. του κτίσματος του βρίσκονται εντός της παραλίας, β) τμήμα 26 τ.μ.

της έκτασης, που κατέλαβε ο Γ. Κ., βρίσκεται εντός του αιγιαλού, και τμήμα 55 τ.μ. της ίδιας έκτασης και 5,50 τ.μ. του κτίσματος του βρίσκονται εντός της παραλίας, και γ) τμήμα 110 τ.μ. της έκτασης, που κατέλαβε ο Κ. Σ.ς, και 25 τ.μ. του κτίσματος του βρίσκονται εντός του αιγιαλού, και τμήμα 65 τ.μ. της έκτασης και 35 τ.μ.

του κτίσματος εντός της παραλίας. Το γεγονός ότι οι ιδιοκτησίες των εκκαλούντων βρίσκονται εν μέρει εντός του αιγιαλού επιβεβαιώνεται και από την από 26-6-1992 τεχνική έκθεση του μηχανικού του Υπουργείου Οικονομικών Π. Κ.. Η κατάληψη από τους εκκαλούντες τμημάτων του φυσικού αιγιαλού και της παραλίας, δηλαδή εδαφικών εκτάσεων που είναι κοινόχρηστες και ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου κατά τα άρθρα 1,5,7 α.ν. 2344/1940, 967, 968 Α.Κ., και η κατασκευή των κτισμάτων σε αυτές προσβάλλουν παράνομα την κυριότητα της εφεσίβλητης επί του ακινήτου της και μειώνουν την αξία του, επειδή εμποδίζουν την ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση στη θάλασσα από το βορειοανατολικό όριό του, όπου η προσπέλαση είναι συντομότερη και άμεση, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η πρόσβαση μπορεί να γίνει από παράπλευρες αγροτικές οδούς, όπως ισχυρίζεται ο Αν.

Ι.. Δεν εμποδίζεται, όμως, από τα κτίσματα η θέα από το ακίνητο της εφεσίβλητης, όπως ισχυρίζεται η τελευταία, λόγω της σημαντικής υψομετρικής τους διαφοράς, που κυμαίνεται μεταξύ 3,50 και 25 μέτρων περίπου (τα κτίσματα βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο), όπως καταθέτει ο μάρτυς των εκκαλούντων Δ. Κ. και αναφέρεται στην από 19-8-2000 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ.

Ρ. και την αχρονολόγητη τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π. Π., εμφαίνεται δε στο από 1-12-1997 σκαρίφημα του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Κ.. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ενήργησαν δυνάμει δικαιώματος, δεδομένου ότι έχουν αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα των κατεχόμενων από αυτούς εδαφικών τμημάτων, που βρίσκονται στην παραλία, και μετά τη δημιουργία της παραλίας δεν επακολούθησε αναγκαστική απαλλοτρίωση, ώστε τα ανωτέρω τμήματα να περιέλθουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Αποδεικνύεται, όμως, ότι οι εκκαλούντες εγκαταστάθηκαν για πρώτη φορά στις εκτάσεις, που βρίσκονται μεταξύ της οριογραμμής της παραλίας και των φυσικών ορίων του αιγιαλού, κατά τα έτη που προαναφέρθηκαν (1990 ο Αν. Ι. και 1981 με 1982 οι Γ. Κ. και Κ. Σ.ς), δηλαδή μετά τη δημιουργία της παραλίας, η οποία έγινε την 5-3-1966, όταν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το σχετικό β.δ. 199/1966, εφόσον δε οι εκτάσεις, από τις οποίες σχηματίσθηκε η παραλία, δεν προκύπτει ότι ήταν αντικείμενο ιδιοκτησιακού δικαιώματος των εκκαλούντων ή τρίτου, αυτές περιήλθαν από 5-3-1966 ως κοινόχρηστες στην ιδιοκτησία του Δημοσίου κατά τα άρθρα 967 και 968 Α.Κ.

και έγιναν στο εξής ανεπίδεκτες χρησικτησίας. Οι μάρτυρες των εκκαλούντων Μ. Π., Φ. Λ. και Κ. Κ. καταθέτουν ότι ο Αν. Ι. το έτος 1966 απέκτησε ακίνητο 600-700 τ.μ. από άτυπη δωρεά της μητέρας του, η οποία διατηρούσε εντός αυτού κτίσμα για παραθερισμό τουλάχιστον από το έτος 1955 και εργοτάξιο λατομίας πωρόλιθου έως το έτος 1965, ότι ο Γ.

Κ. κατά τα έτη 1965-1970 απέκτησε ακίνητο, του οποίου η έκταση δεν προσδιορίζεται, με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του, ο οποίος το είχε λάβει ατύπως ως προίκα από τον πεθερό του και το χρησιμοποιούσε για εξαγωγή πωρόλιθου και για καλλιέργεια δημητριακών, και ότι ο Κ. Σ.ς απέκτησε ακίνητο 550-600 τ.μ. με δωρεά του πατέρα του (προσκομίζεται σχετικώς το ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαυρίου Δημητρίου Ανδρέου), ο οποίος τουλάχιστον από το έτος 1955 διατηρούσε σε τμήμα του ακινήτου κτίσμα από πέτρες και τσιμεντόλιθους, εμβαδού 100 τ.μ. περίπου, όπου κατοικούσε με την οικογένειά του και σταύλιζε τα ζώα του, και χρησιμοποιούσε άλλο τμήμα του για καλλιέργεια κηπευτικών και ζωοτροφών.

Οι καταθέσεις αυτές δεν κρίνονται αξιόπιστες, αφενός λόγω της αοριστίας τους ως προς τις διακατοχικές πράξεις των φερομένων ως προκτητόρων των εκκαλούντων για ολόκληρο το χρονικό διάστημα των 20 ετών πριν από την 5-3-1966, και αφετέρου επειδή αντικρούονται από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Ι. Κ., ο οποίος αναφέρει ότι οι Γ.

Κ. και Κ. Σ.ς εγκαταστάθηκαν στα ακίνητα για πρώτη φορά μετά το έτος 1980 και ότι ο Αν. Ι. εγκαταστάθηκε το πρώτον στην περιοχή το έτος 1979, όταν τοποθέτησε παράπηγμα εντός του ακινήτου των δικαιοπαρόχων της εφεσίβλητης, ακολούθως δε κατασκεύασε το επίδικο κτίσμα το έτος 1990. Η κατάθεση του Ι. Κ. κρίνεται περισσότερο αξιόπιστη, επειδή ενισχύεται από τις δύο συνημμένες στην 67β'/2004 εισηγητική έκθεση φωτογραφίες της περιοχής, που ελήφθησαν το μήνα Οκτώβριο 1979 και εμφανίζουν τα πρανή, που υπάρχουν μεταξύ των ορίων του ακινήτου της εφεσίβλητης και της ακτής, χωρίς κανένα ίχνος ανθρώπινης επέμβασης (εμφαίνεται μόνο το ξύλινο παράπηγμα του Αν.

Ι. εντός των ορίων του ακινήτου της), με άγρια θαμνώδη βλάστηση και μεγάλους βράχους, που τα καθιστούν ακατάλληλα για οποιαδήποτε εγκατάσταση ή δραστηριότητα, και β) από τις προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη αεροφωτογραφίες της περιοχής των ετών 1939, 1945, 1960, 1967, 1972, 1978, 1980 και 1984, στις οποίες δεν εμφαίνεται κανένα ίχνος εγκατάστασης μέχρι το έτος 1978, αλλά μόνο ένα κτίσμα πάνω από τα πρανή το έτος 1980 και περισσότερα κτίσματα το έτος 1984, όπως επιβεβαιώνει και ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Ε.

Τ. στην από 10-8-1992 τεχνική έκθεσή του. Πέραν αυτών, στο συμβόλαιο κτήσεως της ενάγουσας, δηλαδή το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Κουλουριάνου, το τρίτο τμήμα του όλου ακινήτου αναφέρεται ότι συνορεύει βορειοανατολικά με πρανή και πέραν αυτών με θάλασσα, χωρίς να γίνεται μνεία άλλης ιδιοκτησίας, ενώ ομοίως απουσιάζει κάθε αναφορά σε ιδιοκτησία των εκκαλούντων στα ...

και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Λαυρίου Σπυρίδωνος Καβέτσου, το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαυρίου Βασιλείου ΠαπαΓ., το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δράγιου, το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαυρίου Δημητρίου Ανδρέου και ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Γάντζια, που αφορούν αγοραπωλησίες, μεταξύ τρίτων, ακινήτων γειτονικών (το πρώτο, τρίτο και τέταρτο συμβόλαιο) και ομόρων (το δεύτερο, πέμπτο και έκτο) με το ακίνητο της εφεσίβλητης.

Εξάλλου, εάν ο Αν. Ι. είχε πράγματι ιδιόκτητο ακίνητο στην περιοχή, δεν θα χρησιδανειζόταν έκταση από τους δικαιοπαρόχους της εφεσίβλητης, προκειμένου να τοποθετήσει παράπηγμα για παραθερισμό, ενώ τέλος οι εκτάσεις, που κατέχουν οι εκκαλούντες, είναι σημαντικά μικρότερες εκείνων που ισχυρίζονται ότι τους ανήκουν (ο Αν.

Ι. ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτης έκτασης 620 τ.μ., ο Γ. Κ. 400 τ.μ. και ο Κ. Σ.ς 600 τ.μ.), χωρίς να δίδεται κάποια εξήγηση για το γεγονός αυτό. Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι ενστάσεις των εκκαλούντων από το άρθρο 1108 παρ.2 Α.Κ., κατόπιν αυτού δε παρέλκει η εξέταση της αντένστασης της εφεσίβλητης περί του ότι οι εκτάσεις, που κατέχουν οι αντίδικοι της, έχουν περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτες.

Ενόψει των ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι οι εκκαλούντες προσβάλλουν παράνομα την κυριότητα της εφεσίβλητης και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε αυτούς να άρουν την προσβολή, απομακρύνοντας τα κτίσματα και ελευθερώνοντας τις κατεχόμενες εκτάσεις, που βρίσκονται εντός του αιγιαλού και της παραλίας, αν και με ελλιπή και εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι έκτος, έβδομος, ένατος, δέκατος, δωδέκατος και δέκατος τρίτος λόγοι της έφεσης του Αν.

Ι., οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης του Γ. Κ. και οι πρώτος και τρίτος λόγοι της έφεσης του Κ. Σ., με τους οποίους οι εκκαλούντες παραπονούνται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ο Αν. Ι. προσκομίζει το ... έγγραφο της Πολεοδομίας Μαρκοπούλου προς την Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής, στο οποίο αναφέρεται ότι οι ισχύουσες οριογραμμές αιγιαλού και παραλίας δεν συμφωνούν με την υπάρχουσα κατάσταση και ζητείται η τροποποίησή τους, και ζητεί την αναβολή της δίκης, προκειμένου να γίνει νέα οριοθέτηση από την αρμόδια υπηρεσία, καθώς και τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας.

Πλην όμως, τυχόν νέα οριοθέτηση του αιγιαλού θα γίνει βάσει μελλοντικών μετρήσεων και δεν θα εμφανίζει την κατάσταση, που υπήρχε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δηλαδή την πρώτη συζήτηση της αγωγής (14-12-1993), οπότε κρίνεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων του επίδικου δικαιώματος της εφεσίβλητης, Επομένως δεν συντρέχει λόγος αναβολής της δίκης για να γίνουν οι σχετικές διοικητικές ενέργειες, ούτε απαιτείται νέα πραγματογνωμοσύνη και αυτοψία, εφόσον τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα επαρκούν για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, ενώ δεν προκύπτει ότι η υπάρχουσα πραγματογνωμοσύνη είναι εσφαλμένη, όπως ισχυρίζεται ο Αν.

Ι..

Περαιτέρω, ο εκκαλών Αν. Ι. με τους ενδέκατο και δέκατο τέταρτο λόγους της έφεσης του αναφέρει ότι το δικαίωμα της εφεσίβλητης ασκείται καταχρηστικά, επειδή δεν θίγεται η θέα και η πρόσβαση του ακινήτου της στη θάλασσα, και επειδή γνώριζε την ύπαρξη των κτισμάτων του εκκαλούντος, όταν αγόρασε το ακίνητο.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, επειδή συνιστούν ένσταση, η οποία προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς να είναι οψιγενής και χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Επίσης, ο εκκαλών Γ. Κ. με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης ισχυρίζεται το πρώτον ότι η εφεσίβλητη ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της, επειδή επιδιώκει την ανατροπή της πραγματικής κατάστασης που υπάρχει στην περιοχή από το έτος 1978.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά πρόσθετο λόγο εφέσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως επειδή δεν προτάθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη (άρθρο 520 παρ.2 ΚΠολΔ)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αρνητική αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι κατ' ουσία βάσιμη, κατά ένα μέρος, και συγκεκριμένα, μόνο ως προς τα αιτήματα αυτής να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες:

α) να άρουν την προσβολή της κυριότητας της αναιρεσίβλητης, κατεδαφίζοντας τα κτίσματα και επαναφέροντας το έδαφος στην προηγούμενη κατάσταση, άλλως να επιτραπούν οι ανωτέρω ενέργειες στην αναιρεσίβλητη με δαπάνες των αναιρεσειόντων, β) να παραλείπουν κάθε μελλοντική διατάραξη με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, επιπλέον δε έκρινε ότι η αναιρεσείοντες δεν ενήργησαν δυνάμει νομίμου δικαιώματος στα κατεχόμενα από αυτούς επίδικα εδαφικά τμήματα και, ακολούθως, απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε δεχθεί την αγωγή κατά το πιο πάνω μέρος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ως προς την παράνομη διατάραξη της κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο ακίνητο της με την κατάληψη από τους αναιρεσείοντες, χωρίς δικαίωμα τμημάτων του φυσικού αιγιαλού και της παραλίας (κοινόχρηστων εδαφικών εκτάσεων) της περιοχής και με την κατασκευή των επ' αυτών κτισμάτων, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό την αξία του ακινήτου της αναιρεσίβλητης και εμποδίζοντας την ελεύθερη πρόσβαση από το βορειοανατολικό τμήμα του στη θάλασσα, όπου η προσπέλαση είναι συντομότερη και άμεση.

Επομένως, ο έβδομος (κατά σειρά επίκλησης) λόγος αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση για παραβίαση της πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο αναίρεσης περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης (άρθρο 1108 ΑΚ) διότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα την ένδικη αρνητική αγωγή κυριότητας της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν υπάρχει παράνομη διατάραξη της κυριότητάς της με την παρακώλυση της πρόσβασης της στη θάλασσα εξαιτίας της κατάληψης εδαφικών εκτάσεων και ανέγερσης κτισμάτων από τους αναιρεσείοντες εντός του αιγιαλού και της παραλίας, καθόσον αυτοί έχουν γίνει κύριοι με έκτακτη χρησικτησία των πιο πάνω ακινήτων, το δε ακίνητο της αναιρεσίβλητης δεν συνορεύει προς βορρά με τη θάλασσα ούτε με αιγιαλό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα δε, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης συνιστούν και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι προτάθηκαν νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και διατυπώνουν παράπονο σχετικά με αυτοτελή και όχι αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής (Ολ ΑΠ 3/2008). Έτσι είναι πράγμα ο ειδικός λόγος έφεσης για κακή εκτίμηση τω αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο (κατά σειρά επίκλησης) λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο, κατ' ορθή υπαγωγή η πλημμέλεια από τον αρ.8β' του άρθρου 559 (και όχι από τον αρ.9 του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στο αναιρετήριο) ότι άφησε αδίκαστους τους λόγους έφεσης του δεύτερου των αναιρεσειόντων Γ. Κ.. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. ιδίως το 10ο φύλλο αυτής), το Εφετείο δίκασε την πιο πάνω έφεση και απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους αυτής, οι οποίοι ανάγονταν στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ολ ΑΠ 42/2002).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν μεταξύ άλλων, δεν λήφθηκαν υπόψη οι εκθέσεις αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες θα πρέπει να αναφέρονται ειδικώς στην απόφαση, σε αντίθεση με τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ), οι οποίες δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφα με ειδική ρύθμιση από το νόμο που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλονται από τα άλλα έγγραφα και να μνημονεύονται ειδικά (ολ ΑΠ 848/1981).

Τέτοια γνωμοδότηση αποτελεί και το σχεδιάγραμμα ή το τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε μετά από αίτηση του διαδίκου από ιδιώτη μηχανικό για τεχνικό θέμα (ΑΠ 1114/2008). Επίσης, και οι γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, όταν συντάσσονται εγγράφως, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που χρησιμεύει για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Περαιτέρω, ο παραπάνω λόγος ιδρύεται και επί μη λήψεως υπόψη κατάθεσης μάρτυρα, η οποία αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από το έγγραφο και θα πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη η έκθεση ή το πρακτικό που περιέχει μαρτυρικές καταθέσεις ή διευκρινίσεις των μαρτύρων στο Εφετείο.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ιδίως δε από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη λήψη υπόψη όλων ή συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για την ίδρυση του παρόντος λόγου θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα, μπορεί δε να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεν αποτελούν έγγραφα κατά τήν έννοια της παραπάνω διάταξης, μεταξύ άλλων, τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως τα δικόγραφα της αγωγής, της έφεσης, οι προτάσεις των διαδίκων κλπ.

ούτε οι εκθέσεις αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης και το συνοδεύον αυτές σχεδιάγραμμα ούτε οι συνταχθείσες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη και τα συνοδεύοντα αυτές τοπογραφικά διαγράμματα (ΑΠ 406/2006). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, αναφορικά με την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008).

Τέλος, οι αντιφατικοί μεταξύ τους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και ένατο (κατά σειρά επίκλησης) λόγους του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών τους και το χαρακτηρισμό τμημάτων των ακινήτων τους ως αιγιαλού, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη των θεμάτων που τάχθηκαν με την 4975/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και των λόγων των εφέσεών τους.

Ειδικότερα, δεν λήφθηκαν υπόψη: α) οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ενώπιον του εισηγητή δικαστή, καθώς και εκείνες που δόθηκαν κατά τη συμπληρωματική διεξαγωγή αποδείξεων, β) η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος μηχανικού Α. Δ., γ) η συμβουλευτική πραγματογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού Σ.

Ρ., δ) το περιεχόμενο των εφέσεών τους κατά της 8366/2000 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) το περιεχόμενο των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την πρώτη και κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, στ) το από Νοεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Νικ.

Ρ., ζ) το ... έγγραφο του πολεοδομικού γραφείου προς την κτηματική υπηρεσία Ανατολικής Αττικής, με την παρατήρηση ότι η εφαρμογή των ισχυουσών οριογραμμών στη θέση ΕΝΝΙΑ δεν συμφωνεί με την υπάρχουσα κατάσταση, η) την από 19/8/2000 τεχνική έκθεση αυτοψίας του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Σ. Ρ. και θ) το 626/1997 έγγραφο του Δήμου Κερατέας με το από Νοεμβρίου 1992 σχεδιαγράμματος του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Γ.

Ρ. για τη διάνοιξη δημοτικής οδού μπροστά από τις οικίες τους. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αφού, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες και την ειδική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης σε ορισμένα από αυτά (καταθέσεις μαρτύρων, πραγματογνωμοσύνη, έκθεση αυτοψίας, έγγραφα) δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμησή τους από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα έγγραφα που δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.

Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο πρώτος (κατά σειρά επίκλησης) λόγος του αναιρετηρίου από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου των ίδιων πιο πάνω αποδεικτικών εγγράφων που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των τρίτου και ένατου (κατά σειρά επίκλησης) λόγων αναίρεσης, αφενός διότι ενέχει αντίφαση σε σχέση με τους προεκτεθέντες λόγους αναίρεσης από τον αρ.11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου διότι τα υπό στοιχεία α', δ', ε' αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, ενώ τα υπό στοιχεία β', γ', στ', η' και θ' δεν αποτελούν έγγραφα που υπόκεινται σε παραμόρφωση, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 340, 387, 390 ΚΠολΔ, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν την εκκρεμή δίκη, που δώρισε το δικαστήριο ή που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, και, επομένως, η κρίση αυτού ως προς την εκτίμηση των πιο πάνω εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον όγδοο (κατά σειρά επίκλησης) λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης ως προς: α) την εκ μέρους τους παράνομη διατάραξη του δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο ακίνητο της, β) την ανυπαρξία κυριότητας των ιδίων επί των κατεχόμενων από αυτούς (αναιρεσείοντες) εδαφικών τμημάτων που βρίσκονται στην παραλία, με έκτακτη χρησικτησία, γ) την κατάληψη εκ μέρους τους τμήματος του αιγιαλού της περιοχής, όπου βρίσκονται τα κτίσματά τους, δ) τον τρόπο και τον χρόνο καθορισμών των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας της ίδιας περιοχής, ε) την έκταση που καταλαμβάνουν τα κτίσματά του και οι ιδιοκτησίες τους, στ) τη διάνοιξη δημοτικής οδού μπροστά από της ιδιοκτησίες τους που επιτρέπει την ακώλυτη προσπέλαση οποιουδήποτε προσώπου προς τη θάλασσα, ζ) τις υψομετρικές διαφορές μεταξύ των ιδιοκτησιών τους και του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, που υπερβαίνουν τα 25 μέτρα, βασίστηκε εξ ολοκλήρου στην από Δεκεμβρίου 1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου Α.

Δ. (που διορίστηκε με την 3179/1999 πρωτόδικη απόφαση), προσδίδοντας σ' αυτήν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σχετικά με τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα. Ο λόγος αυτός, ο οποίος υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ που αφορά παραβιάσεις σχετικά με τη δύναμη αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που προβλέπει ο νόμος, αλλά εκτίμησε ελεύθερα την πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης μαζί με τα υπόλοιπα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αεροφωτογραφίες).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 περ.α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δέκατο λόγο (κατά σειρά επίκλησης) λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την πιο πάνω διάταξη απορρέουσα πλημμέλεια, ότι, παρά την άρνηση που πρόβαλαν με τις προτάσεις τους στην πρωτοβάθμια δίκη και τις εφέσεις τους ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό ότι οι ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων βρίσκονται εν μέρει εντός του αιγιαλού και χωρίς να ερευνήσει το ίδιο, με δικό του αποδεικτικό πόρισμα, ότι τα όρια του αιγιαλού που καθορίστηκαν το έτος 1961 από την Επιτροπή του άρθρου 10 του α.ν. 1540/1938 ταυτίζονται με εκείνα που υπάρχουν κατά τον χρόνο της άσκησης και της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (14/12/1993).

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής αυτής, και, ειδικότερα, ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, κατέληξε, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων που περιέχονται στις 646/1995 και 67β/2004 εισηγητικές εκθέσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών και στην 63/97 έκθεση του Προξένου της Ελλάδας στο Μόντρεαλ Καναδά, στην από Δεκεμβρίου 1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου Α.

Δ. και στα αποδεικτικά έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ειδικά και το ... έγγραφο της Πολεοδομίας Μαρκοπούλου προς την Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής, με βάση το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι έχει επέλθει μεταβολή των ορίων του αιγιαλού.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3/4/2013 αίτηση των Α. Ι. κλπ. για αναίρεση της 4458/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ