Legislator Case Law & Legislation
1106/2011 AI generated

1106/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1106/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1106/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και η αξίωση πληρωμής συμπληρωματικών αποδοχών, τις οποίες θα έπρεπε να καταβάλει ο εργοδότης μετά από την προαγωγή του υπαλλήλου του, την οποία παρέλειψαν παράνομα τα όργανα αυτού, στηρίζεται στα άρθρα 281, 297, 298 και 914 του Α.Κ., γιατί ανακύπτει από την εμφιλοχωρούσα παράνομη και καταχρηστική παράλειψη και αποτελεί αποζημίωση.

Keywords

AI generated
cessation of benefits discontinuation of disability benefits changed financial circumstances opt-out clause consequences of withdrawal severance pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1106 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1106/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8005/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-4-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 7-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 και 11 του Οργανισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν.Δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17/26-9-1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α, 267) και έχει ισχύ νόμου, οι προαγωγές στις οργανικές θέσεις από τον βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή και άνω ενεργούνται, κατ' απόλυτη εκλογή, από το Διοικητικό Συμβούλιο, η κρίση του οποίου ως προς την αξιολόγηση των προσόντων των κρινομένων είναι ουσιαστική και δεν ελέγχεται κατ' αρχήν από τα δικαστήρια.

Αν όμως το Συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα, σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., διαπράττοντας αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ. Τότε, εκείνος που παραλείφθηκε δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 281 Α.Κ., παράλειψής του και την επιδίκαση σ' αυτόν, λόγω αποζημίωσης, των διαφορών αποδοχών.

Και η αξίωση πληρωμής συμπληρωματικών αποδοχών, τις οποίες θα έπρεπε να καταβάλει ο εργοδότης μετά από την προαγωγή του υπαλλήλου του, την οποία παρέλειψαν παράνομα τα όργανα αυτού, στηρίζεται στα άρθρα 281, 297, 298 και 914 του Α.Κ., γιατί ανακύπτει από την εμφιλοχωρούσα παράνομη και καταχρηστική παράλειψη και αποτελεί αποζημίωση.

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 24-9-1965, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος αυτής, και εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο με τον βαθμό του Δόκιμου.

Υπηρέτησε στην εναγομένη συνεχώς από την πρόσληψή του έως στις 2-2-2000, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς στα πλαίσια ειδικού προγράμματος εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της αναιρεσείουσας, το οποίο θεσπίσθηκε με την από 15-12-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που υπογράφηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Συλλόγου Υπαλλήλων αυτής.

Κατά την αποχώρησή από την αναιρεσείουσα κατείχε τον βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή, στον οποίο είχε προαχθεί, κατ' απόλυτη εκλογή, από 1-1-1996 και συνεπώς, μετά την αποχώρησή του, έλαβε από το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της αναιρεσείουσας και από τον λογαριασμό Επικούρησης Προσωπικού αυτής κύρια και επικουρική, αντίστοιχα, σύνταξη, υπολογιζόμενες με βάση τον κατεχόμενο από αυτόν βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή.

Ο αναιρεσίβλητος - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - επειδή είχε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή και η αντίδικός του αρνήθηκε να τον προαγάγει στον βαθμό αυτό, άσκησε κατ' αυτής, μετά την, κατά τ' άνω, αποχώρησή του, την από 12-7-2000 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1835/2001 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1999. Η απόφαση αυτή, μετά έγερση σχετικής εφέσεως από την αναιρεσείουσα, επικυρώθηκε από την υπ' αριθμ. 3149/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα με την από 11-12-2002 αίτησή της, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1210/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Έτσι κρίθηκε αμετακλήτως ότι ο αναιρεσίβλητος κατείχε τον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1999. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι, μετά την έκδοση της παραπάνω 3149/2002 αποφάσεως αυτού, ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στο Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της αναιρεσείουσας τράπεζας την υπ' αριθμ. πρωτ. 5547/25-7-2002 αίτησή του, με την οποία ζητούσε την αναπροσαρμογή της σύνταξής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή και να του καταβληθεί η συνταξιοδοτική διαφορά μεταξύ της σύνταξης του Υποδιευθυντή που έπρεπε να του καταβάλλεται και εκείνης του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή που πράγματι του καταβαλλόταν, καθώς επίσης και η διαφορά της επικουρικής σύνταξης από το Ταμείο Αυτασφάλειας.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του παραπάνω Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της αναιρεσείουσας αποφάσισε την αναπροσαρμογή της σύνταξης του αναιρεσίβλητου σύμφωνα με τον βαθμό του Υποδιευθυντή και την καταβολή σ' αυτόν των συνταξιοδοτικών διαφορών ενός έτους, πριν από την υποβολή της ως άνω υπ' αριθμ. πρωτ. 5547/25-7-2002 αίτησής του, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-7-2001 έως 25-7-2002, ενώ απέρριψε το αίτημά του για καταβολή των συνταξιοδοτικών διαφορών πέραν του έτους, ήτοι για το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-2-2000 έως 30-6-2001, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1, εδάφ.

τελευταίο του Κανονισμού του Ταμείου, το οποίο ορίζει ότι "Εις ουδεμίαν ανεξαιρέτως περίπτωσιν αναγνωρίζονται αναδρομικώς εις βάρος του Ταμείου συντάξεις ή αυξήσεις ή περιοδικαί παροχαί ή οικονομικά αποτελέσματα διά χρονικόν διάστημα πέραν του έτους από της πρώτης του μηνός, καθ' ον υπεβλήθη η αίτηση του ενδιαφερομένου".

Το ίδιο συνέβη και με την επικουρική σύνταξη, η οποία ακολουθεί την κυρία. Στην περίπτωση αυτή - συνεχίζει το Εφετείο - η παράλειψη προαγωγής του αναιρεσίβλητου, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας, συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 επ. Α.Κ., και παρέχει στον παραλειφθέντα αναιρεσίβλητο το δικαίωμα να ζητήσει, εκτός των άλλων, και αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την καταχρηστική παράλειψή του, υφίσταται δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως της προαγωγής του στον βαθμό του Υποδιευθυντή και της παραπάνω ζημίας του, ήτοι της στερήσεως της διαφοράς συντάξεως και επικουρήσεως, που θα ελάμβανε, κατά το επίδικο από 2-2-2000 έως 30-6-2001 χρονικό διάστημα, εάν είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία με τον βαθμό του Υποδιευθυντή.

Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - το αίτημα της ένδικης αγωγής για επιδίκαση στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο της διαφοράς των μηνιαίων συντάξεων (κυρίας και επικουρικής), που απώλεσε από 2-2-2000 έως 30-6-2001, μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή που έπρεπε να κατέχει και της αντίστοιχης σύνταξης που έπρεπε να λαμβάνει και του βαθμού του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή που πράγματι κατείχε και της σύνταξης του βαθμού αυτού που πράγματι ελάμβανε, πρέπει να γίνει (εν μέρει) δεκτό και να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, για την εν λόγω αιτία, το ποσό των 9.560 ευρώ.

Όπως προκύπτει ωσαύτως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: Η από 15-12-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που υπογράφηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Συλλόγου Υπαλλήλων αυτής, προέβλεπε ότι στους αποχωρούντες υπαλλήλους η αναιρεσείουσα τράπεζα θα καταβάλει ως άτοκο και μη απαιτητό δάνειο (ουσιαστικά δηλαδή ως κίνητρο - bonus αποχώρησης από την υπηρεσία) την διαφορά μεταξύ του ποσού που θα λάβουν, αποχωρώντας, ως εφάπαξ αποζημίωση από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ (αναιρεσείουσας) και εκείνου που θα ελάμβαναν εάν δεν ίσχυε το προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις ανώτατο όριο (πλαφόν) εφάπαξ αποζημίωσης.

Έτσι ο αναιρεσίβλητος κατά την αποχώρησή του έλαβε από την αντίδικό του, ως άτοκο δάνειο, στις 17-2-2000, το ποσό των 16.646.700 δραχμών, το οποίο αντιστοιχούσε στο βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή που κατείχε. Μετά την έκδοση της παραπάνω υπ' αριθμ. 3149/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1999, επέδωσε αυτός στην αναιρεσείουσα αντίγραφο της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης, καθώς και την ως άνω από 25-7-2002 αίτησή του, με την οποία ζητούσε να του καταβληθεί επίσης και η εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά του άνω καταβληθέντος υπό μορφή ατόκου και μη απαιτητού δανείου μεταξύ του ποσού που έλαβε, το οποίο αντιστοιχούσε στο βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή και εκείνου που έπρεπε να λάβει και που αντιστοιχούσε στον βαθμό του Υποδιευθυντή, στον οποίο έπρεπε να είχε προαχθεί.

Η αναιρεσείουσα τελικά - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - μετά την άνω όχληση του αναιρεσίβλητου και αφού κατέστη αμετάκλητη η ως άνω εφετειακή απόφαση με την υπ' αριθμ. 1210/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατέβαλε, στις 3-3-2005, στον αναιρεσίβλητο την άνω διαφορά, ανερχομένη στο ποσό των 17.160 ευρώ, χωρίς όμως να του καταβάλει και τους νόμιμους τόκους επί του ποσού αυτού.

Την καταβολή των οποίων (νομίμων τόκων) ζήτησε ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, ως αποζημίωση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 914 Α.Κ., λόγω της εμφιλοχωρούσης παράνομης και καταχρηστικής παράλειψης της αναιρεσείουσας να τον προαγάγει στον βαθμό του Υποδιευθυντή και ενόψει του ότι προηγήθηκε η ως άνω εξώδικη όχληση αυτής από τον αναιρεσίβλητο για καταβολή της εν λόγω διαφοράς του άτοκου δανείου, συνεπεία της οποίας (οχλήσεως) κατέστη υπερήμερη (η αναιρεσείουσα) ως προς την εκπλήρωση της χρηματικής αυτής παροχής (διαφοράς του άτοκου δανείου), ποσού 17.160 ευρώ, οφείλουσα, μετά ταύτα, νόμιμους τόκους επί του ποσού αυτού.

Με τα δεδομένα αυτά - κατέληξε το Εφετείο - ο ενάγων - αναιρεσίβλητος έχει αξίωση κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας για καταβολή σ' αυτόν των νομίμων τόκων του ως άνω ποσού των 17.160 ευρώ, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 25-7-2002, δηλαδή από την ημερομηνία όχλησης της εναγομένης για καταβολή της εν λόγω διαφοράς του άτοκου (και μη απαιτητού) δανείου, έως 3-3-2005, που η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα την διαφορά αυτή των 17.160 ευρώ, και οι οποίοι τόκοι ανέρχονται στο ποσό των 4602,64 ευρώ, κατά το οποίο πρέπει να γίνει δεκτό (εν μέρει) το δεύτερο αίτημα της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω το Εφετείο, όσον αφορά την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 παρ. 1 Α.Κ.) του αντιδίκου της, συνισταμένη στο ότι αυτός παρέλειψε να αποτρέψει το μέγεθος της ζημίας του, τόσο με την μη άσκηση της από 12-7-2000 αγωγής του αμέσως μετά την παράλειψη της προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή, όσο, κυρίως, και με την παράλειψή του να ενημερώσει το Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της περί της ασκήσεως της άνω από 12-7-2000 αγωγής του, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πταίσμα του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτός, εντός 7,5 μηνών από την παράλειψη της αναιρεσείουσας να τον προαγάγει στον βαθμό του Υποδιευθυντή, άσκησε την περί προαγωγής αγωγή του, μετά δε την δημοσίευση, στις 9-4-2002, της υπ' αριθμ. 3149/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εντός του ευλόγου χρόνου των 3 μηνών και 16 ημερών και συγκεκριμένα στις 25-7-2002 υπέβαλε στο Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της αναιρεσείουσας την υπ' αριθμ.

πρωτ. 5547/25-7-2002 αίτησή του, με την οποία ζητούσε την αναπροσαρμογή της σύνταξής του στον βαθμό του Υποδιευθυντή και την καταβολή των προκυπτουσών συνταξιοδοτικών διαφορών, καθώς και την καταβολή της διαφοράς του άτοκου δανείου. Βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε (εν μέρει) την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (που είχε απορρίψει την αγωγή) και, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 14.162,64 ευρώ (9560 + 4602,64).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 281, 914, 300 του Α.Κ. και 21 παρ. 1 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της Ε.Τ.Ε. και επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση και δη από την αδιάστικτη διατύπωσή της, ότι "Απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ...", προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του και να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, στηρίχθηκε σε αποδείξεις και αποφάσισε σύμφωνα με τα αποδεικνυόμενα στη δίκη.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε παρά το νόμο ως αληθινά ουσιώδη πράγματα χωρίς απόδειξη και έλαβε υπόψη παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-4-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8005/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ