1106/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1106/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): που ορίζουν, αντίστοιχα, τον τρόπο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης και ως συνέπεια την ακυρότητα αυτής, αν δεν συνταχθεί αυτή με νόμιμο τρόπο, σαφώς συνάγεται, μεταξύ άλλων, και ότι σε περίπτωση απώλειας της ιδιόγραφης διαθήκης επιτρέπεται και η με μάρτυρες απόδειξη της ύπαρξης αυτής νόμιμα συντεταγμένης, καθώς και του περιεχομένου της (Ολ.ΑΠ 1234/1982).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1106 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1106/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.χ1 και 2. χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μαυραγάνη.
Του αναιρεσίβλητου: ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Ζλακώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-3-2007αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 17-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 435 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι, αν ένα έγγραφο χαθεί ή γίνει δυσανάγνωστο ή άχρηστο, εκείνος που διεξάγει την απόδειξη μπορεί να αποδείξει ή ότι το έγγραφο υπάρχει νόμιμα συνταγμένο ή το περιεχόμενό του ή και τα δύο, με κάθε αποδεικτικό μέσο και αν ακόμη πρόκειται για σχέση που για να συσταθεί επιβάλλεται από το νόμο ή από τα μέρη να συνταχθεί έγγραφο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1721 και 1718 Α.Κ.
που ορίζουν, αντίστοιχα, τον τρόπο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης και ως συνέπεια την ακυρότητα αυτής, αν δεν συνταχθεί αυτή με νόμιμο τρόπο, σαφώς συνάγεται, μεταξύ άλλων, και ότι σε περίπτωση απώλειας της ιδιόγραφης διαθήκης επιτρέπεται και η με μάρτυρες απόδειξη της ύπαρξης αυτής νόμιμα συντεταγμένης, καθώς και του περιεχομένου της (Ολ.ΑΠ 1234/1982).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα ενδιαφέροντα εδώ σημεία της, τα ακόλουθα: "Ο θείος του ενάγοντος - αδελφός του πατέρα του .... - ψ, κάτοικος όσο ζούσε ...., αποβίωσε στην Χαλκίδα την 2.3.2000. Ήταν σύζυγος της εναγομένης, από δεύτερο γάμο του, με την οποία δεν είχε αποκτήσει τέκνα, ενώ ούτε και από τον πρώτο γάμο του είχε τέκνα, οι δε πλησιέστεροι συγγενείς του, εκτός από τη σύζυγό του, ήταν τα ανίψια του από τους προαποβιώσαντες αδελφούς του, καθώς επίσης και τα τέκνα του προαποβιώσαντος ανιψιού του .......
Ο αποβιώσας θείος του ενάγοντος κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλιπε διαθήκη, το πρωτότυπο της οποίας απωλέσθηκε και με την οποία όριζε τους κληρονόμους του και εγκαθιστούσε καθένα εξ αυτών σε τμήματα της κινητής και ακίνητης περιουσίας του. Ή διαθήκη αυτή ήταν ιδιόγραφη, συνταχθείσα από τον ίδιο το διαθέτη με το χέρι του και φέρουσα την υπογραφή του, είχε δε αρχική ημερομηνία την....., οπότε άρχισε να γράφει αυτήν και τελική ημερομηνία την ....
και είχε δοθεί σε φωτοτυπία, από τον ίδιο, στον ενάγοντα και στην ανεψιά του Γ1. Όπως δε προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα αντίγραφο αυτής είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Διαθήκη........ψ". Υπογραφή". Το πρωτότυπο της εν λόγω διαθήκης, ο διαθέτης είχε τοποθετήσει προς φύλαξη στη θυρίδα που διατηρούσε στο Υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας στη Χαλκίδα, όπως και ο ίδιος αναφέρει επί του ίδιου του εγγράφου της διαθήκης αυτής, ενώ στο κείμενο αυτής όριζε ότι κατά το άνοιγμα της θυρίδας, μετά το θάνατό του, θα έπρεπε να παραβρίσκονται ο ενάγων ανιψιός του και η σύζυγός του εναγομένη.
Μετά το θάνατο του διαθέτη ο ενάγων απευθύνθηκε στο Υποκατάστημα της ως άνω Τράπεζας που αναφερόταν στη διαθήκη, για αναζήτηση του πρωτοτύπου της, αλλά η εν λόγω Τράπεζα με το με αριθμό ....... έγγραφό της, του γνωστοποίησε ότι ο αποθανών, κατά την ημερομηνία του θανάτου του δεν διέθετε στην Τράπεζα θυρίδα σε ισχύ, ούτε καταθετικό λογαριασμό.
Ακολούθως ο ενάγων ζήτησε από την εναγομένη να εμφανίσει το πρωτότυπο της διαθήκης για να κινήσει τη διαδικασία για την κήρυξη αυτής ως κυρίας, αλλά η τελευταία αρνήθηκε την ύπαρξή της. Στη συνέχεια μετά από αίτηση, την οποία ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ζητώντας να διαταχθεί η εναγομένη να καταθέσει το πρωτότυπο της διαθήκης εκδόθηκε η με αριθμό 236/2002 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία πιθανολογήθηκε η κατοχή της διαθήκης από την εναγομένη και της επιβλήθηκε να δώσει βεβαιωτικό όρκο, κατ' άρθρο 811 Κ.Πολ.Δικ.
Την 17.7.2002 η εναγομένη έδωσε βεβαιωτικό όρκο ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου ότι δεν κατείχε τη διαθήκη. Αποδεικνύεται όμως ότι η εναγομένη γνώριζε την ύπαρξη της επίδικης διαθήκης, όπως και της θυρίδας, στην οποία ο σύζυγός της την φύλαγε, τα κλειδιά δε της θυρίδας βρίσκονταν στο σπίτι του, μέσα στο χαρτοφύλακά του, όπως ο ίδιος ανέφερε στο έγγραφο της διαθήκης και κατά συνέπεια αυτή είχε πρόσβαση στην τραπεζική θυρίδα.
Η ίδια εξάλλου η εναγομένη είχε αναφέρει στους προαναφερθέντες ανιψιούς του αποβιώσαντος συζύγου της ότι ο θείος τους τούς είχε αφήσει με τη διαθήκη αυτή ακίνητη περιουσία και χρήματα, γεγονός που αποδεικνύει τη γνώση της για την ύπαρξη της διαθήκης αλλά και του περιεχομένου της. Το περιεχόμενο της ως άνω απωτελεσθείσης διαθήκης δεν είχε αλλάξει ποτέ ο αποβιώσας, όπως ο ίδιος βεβαίωνε σε τακτά χρονικά διαστήματα την ανιψιά του Γ1, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε παραδώσει το δεύτερο αντίγραφο αυτής, το έτος 1994, μετά τη νοσηλεία του στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών".
Με βάση τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές, αλλά και άλλες συναφείς των οποίων δεν απαιτείται η παράθεση, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή περί της αναγνώρισης της ύπαρξης ιδιόγραφης διαθήκης του διαθέτη ψ, που το πρωτότυπό της είχε μεν χαθεί κατά το χρόνο του θανάτου του, το περιεχόμενό της όμως αναφερόταν σε δύο (2) φωτοτυπικά αντίγραφά της που είχαν παραδοθεί από τον ίδιο, ενόσω ζούσε, στον ανηψιό του ψ1 (ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο) και στην ανηψιά του Γ1, αντίστοιχα, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με διαφορετική μερικά αιτιολογία, αφού με την τελευταία έγινε μεν δεκτή η αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίστηκε όμως ότι ο διαθέτης κατέλιπε, κατά το χρόνο του θανάτου του, ιδιόγραφη διαθήκη "το πρωτότυπο της οποίας απωλέσθη ή καταστράφηκε".
Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε, εμμέσως αποδεχόμενο τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, ότι το πρωτότυπο της ιδιόγραφης διαθήκης του διαθέτη απωλέστηκε ή καταστράφηκε, χωρίς μάλιστα στην τελευταία περίπτωση να εξειδικεύει πώς και από ποιόν επήλθε η καταστροφή του επίμαχου πρωτοτύπου, έτσι δε, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού η καταστροφή του εγγράφου της ιδιόγραφης διαθήκης από το διαθέτη αποτελεί νόμιμο από το άρθρο 1765 ΑΚ τρόπο ανάκλησής της, οπωσδήποτε δε η καταστροφή του εγγράφου αυτού δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 1718 και 1721 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 71 και 435 ΚΠολΔ, τις οποίες εφάρμοσε στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η εκδίκαση από το δικαστήριο της ουσίας υπόθεσης υπαγόμενης μεν στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κατά διαδικασία όμως διαφορετική από την οριζόμενη στο νόμο, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς απαριθμουμένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ και μάλιστα από τον αριθμό 5 του τελευταίου, που έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δίκασε υπόθεση μη υπαγομένη στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του (Ολ.ΑΠ 402/1981).
Οι δεύτερος και τρίτος, επομένως, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 9 περίπτ. γ' και 14,αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στην αίτηση της εναγομένης, που πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομήθηκε από τις μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους της - αδελφές της -, που συνεχίζουν τη δίκη και ήδη αναιρεσείουσες, η οποία υποβλήθηκε τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με την έφεσή της, καθώς και με τις προτάσεις της τής συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, περί κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής περί της ύπαρξης ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντα στη Χαλκίδα, στις 2.3.2000, ψ, το πρωτότυπο της οποίας απολέσθηκε ή καταστράφηκε, ενόψει του ότι η εκδίκαση της τελευταίας έπρεπε να γίνει κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και όχι κατά την τακτική διαδικασία, όπως στην προκείμενη περίπτωση, -κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 71 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1718 και 1721 ΑΚ, καθώς και 435 ΚΠολΔ - άφησε δε αδίκαστη αυτήν - αίτηση- και περαιτέρω γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε, για τον ίδιο πιο πάνω λόγο, ως απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός που πρόβαλε η εναγομένη πρωτοδίκως (επικουρικά) και επαναλαμβάνεται με την έφεση ότι ο αποβιώσας είχε ανακαλέσει την επίδικη διαθήκη - διότι λίγες ημέρες πριν πεθάνει της είχε χορηγήσει το από 17.2.2000 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για να προβεί σε συμψηφιστική μεταφορά όλων των υπαρχόντων λογαριασμών καταθέσεων σε ένα λογαριασμό με συνδικαιούχο την ίδια - ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του περιστατικά αυτά, δεν συνιστούν νόμιμο τρόπο ανάκληση διαθήκης, η οποία ανακαλείται μόνο με τους τρόπους που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο θανών στη Χαλκίδα, στις 2.3.2000, ψ κατέλιπε, κατά το χρόνο του θανάτου του, ιδιόγραφη διαθήκη, το πρωτότυπο της οποίας απολέσθηκε, με περιεχόμενο όμως το αναφερόμενο σε φωτοτυπικά της αντίγραφα, που είχαν δοθεί από τον ίδιο στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ανηψιό του και στη Γ1, επίσης, ανηψιά του, ακολούθως δε δέχθηκε την ένδικη αγωγή περί αναγνώρισης της ύπαρξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας έστω και με διαφορετική αιτιολογία, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε, επίσης, δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.
Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο με το οποίο ο διαθέτης έδωσε στην εναγόμενη σύζυγό του την εντολή να μεταφέρει όλα τα χρήματα των τραπεζικών λογαριασμών του σε κοινό των δύο συζύγων λογαριασμό δεν πρέπει να εκληφθεί ως βούληση του ίδιου για οιονεί ανάκληση της ιδιόγραφης διαθήκης του, ώστε να παραμείνει "αδιάθετος", παραβίασε ευθέως τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, με το να μην προσφύγει σ' αυτόν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς την περιεχόμενη στο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δήλωση του διαθέτη, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά νόμιμο (από τα άρθρα 1763 - 1765 ΑΚ) τρόπο ανάκλησης της ιδιόγραφης διαθήκης του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2007 αίτηση των χ1 κ.τ.λ. για αναίρεση της 194/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ