1106/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1106/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ γ΄ Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Full text
Απόφαση 1106 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1106/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".....ΕΕ" που εδρεύει στην εθνική οδό Λάρισας-Αθήνας και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. ......, ως ομόρρυθμου μέλους της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "......ΕΕ", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Κοψαχείλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 13-3-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 232/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 818/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-2-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 8-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ γ΄ Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δικ.
αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, έκανε εν μέρει δεκτή την από 20-6-2001 αγωγή του αναιρεσίβλητου για απόδοση εντόκου δανείου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του οι αναιρεσείοντες, ήτοι τους ισολογισμούς της πρώτης τούτων ετερόρρυθμης εταιρείας για τα οικονομικά έτη 1991 και 1992, από τους οποίους προκύπτει εναργώς (κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων) ότι ήταν οικονομικά εύρωστη με άριστα οικονομικά στοιχεία και μεγάλη ρευστότητα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "τα έγγραφα τα οποία νομοτύπως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τις υπ' αριθ. ...., ..... ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ελασσόνας Δημητρίου Καστροευθυμίου ένορκες βεβαιώσεις.....", σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικαστική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Έχει δε υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που τον οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, πλην όμως δεν είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, ή να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα.
Εξ άλλου ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Ολ.ΑΠ. 57/1990).
Ειδικότερα αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία πρέπει να προσδιορίζεται ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πληρότητα των αιτιολογιών της (Ολ.ΑΠ. 32/1996) ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού. Δεν συνιστούν δε ανεπαρκή αιτιολογία ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ. 861/1984, Ολ.ΑΠ. 566/1996).
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, αρνούμενοι τη σύμβαση έντοκου δανείου, στην οποία στηρίζεται η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ισχυρίστηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με την έφεσή τους, ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε το ποσό των 9.000.000 δραχμών, όχι λόγω έντοκου δανείου, αλλά για να αγορασθούν για λογαριασμό του μετοχές του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών μέσω της εταιρίας "Μ.
ΚΥΡΑΝΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", στην οποία η πρώτη εναγόμενη διατηρούσε κωδικό, που της επέτρεπε την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ειδικότερα ότι "ο και πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός των εναγομένων κατά τον οποίον το συνολικόν ποσόν των 9.000.000 δραχμών κατέβαλε ο ενάγων δια αγορά μετοχών μέσω της προδιαληφθείσης χρηματιστηριακής εταιρείας, χρησιμοποιών δια την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών τον κωδικόν αριθμόν τον οποίον διατηρούσε ο δεύτερος των εναγομένων εις την χρηματιστηριακήν εταιρείαν με τελείως μεγάλες απώλειες, είναι παντελώς αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος".
Ήδη με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος του) προβάλλεται αληθώς η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή ως προς το παραπάνω ζήτημα αιτιολογία, γιατί δεν δικαιολογεί την σχετική κρίση της και δεν μνημονεύει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία οδηγήθηκε στην απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, ούτε έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι α) δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιά επί πλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας της και β) οι επικαλούμενες ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, (κατά το δεύτερο μέρος του) με το οποίο προβάλλεται αληθώς η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα υπ' αριθμ. 26/2003 πρακτικά συνεδριάσεως άλλης δίκης του Εφετείου Λάρισας που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομοτύπως οι αναιρεσείοντες και στα οποία περιέχεται το παρατιθέμενο απόσπασμα της κατάθεσης του μάρτυρα ....., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "....
τα έγγραφα τα οποία νομοτύπως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 21-2-2006 αίτηση των 1) Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "......ΕΕ" και 2) ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 818/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
- Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ