Supreme Court dismisses appeal against voluntary jurisdiction judgment regarding debt restructuring and fraud claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public fund against a final judgment that restructured debts and exempted assets from seizure. The appellant argued the lower court erred in interpreting fraud statutes and lacked a legal basis for rejecting the fraud claim. The court held that the lower court correctly applied the law and that the fraud objection was rejected as vague without substantive examination, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 578 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects an appeal when the lower court correctly interprets the law, or when a substantive objection is rejected as vague without being examined on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1105 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1105/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Π., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Ρωμαίο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. 246/18-11-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14-7-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ…/19-7-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 246/18-7-2019 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που εκδόθηκε αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ. β' του ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ) και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 14-2-2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 25/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θηβών, το οποίο, αφού απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 18-11-2013 αίτηση του τελευταίου, ρύθμισε τις οφειλές του προς το αναιρεσείον και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, το ΙΧΕ αυτοκίνητό του και τα σ' αυτή περιγραφόμενα επιπλέον ακίνητα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεσή της στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 19-7-2021, ημέρα Δευτέρα, ήτοι εντός προθεσμίας δύο ετών από την έκδοση της προσβαλλομένης που έλαβε χώρα στις 18-7-2019 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 14 του ν. 3869/2010). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 18-11-2013 της ένδικης, από 21-11-2013 αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3869/2010 πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι αυτό αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και παρ' όλα αυτά, δεν υφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ.1 εδ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου μπορεί να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει, ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων μεγάλου ύψους, προβλέποντας, ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνεπώς ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 του ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένη, κατ' άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση του πιστωτή περί δολιότητας του οφειλέτη κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών του, πρέπει να αναφέρονται, τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, ο χρόνος που τα συμφώνησε, οι οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη κατά το χρόνο σύναψης των δανείων του και ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά του δεδομένα, ο οφειλέτης προέβλεπε, ως αναγκαία συνέπεια του υπέρμετρου δανεισμού του, την αδυναμία πληρωμής των οφειλών του και παρ' όλα αυτά προέβη στο δανεισμό ή ως ενδεχόμενο ότι ο υπέρμετρος δανεισμός του θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 183/2022, ΑΠ 1047/2021, 545/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 65/2017).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1400/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, με το να απορρίψει ως αόριστη την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα νομίμως και ενώπιόν του, με αυτοτελή λόγο έφεσης, ένστασή του περί δολιότητας του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά το χρόνο ανάληψης των επίδικων χρεών του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία έτσι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος, με την από 18-11-2013 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς το αναιρεσείον, προερχόμενων από δύο δάνεια (ένα μικροεπισκευών και ένα στεγαστικό), ύψους (του υπολοίπου) 3.592,56 και 196.880,22 ευρώ αντίστοιχα, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να ρυθμιστούν οι οφειλές του από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του, ώστε με την τήρηση της ρύθμισης να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του.
Το καθού και ήδη αναιρεσείον, με δήλωσή του στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις οικείες προτάσεις του, πρότεινε την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, επικαλούμενο τα εξής: "Σε κάθε περίπτωση, ο αιτών έλαβε πιστωτικά προϊόντα (στεγαστικά δάνεια), δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με τη οικονομική του κατάσταση, αφού το εισόδημα του κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού προερχόταν σχεδόν αποκλειστικά από το μηνιαίο μισθό του ως υπαλλήλου της Δ.Ε.Η..
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αιτών έλαβε το στεγαστικό δάνειο ύψους 204.000,00 ευρώ στις 7.10.2010, μετά δηλαδή την έναρξη της οικονομικής κρίσης της Χώρας. Η εξυπηρέτηση του δανείου άρχισε στις 1.1.2011, ενώ ο αιτών κατέθεσε την αίτησή του για την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3869/2010 στις 18.11.2013. Εξάλλου, ο αιτών γνώριζε κατά το χρόνο του δανεισμού του ότι επρόκειτο τα προσεχή έτη να συνταξιοδοτηθεί οπότε η αποπληρωμή των δανείων θα γινόταν από τη σύνταξή του, η οποία θα ήταν μειωμένη σε σχέση με το μισθό του.
Ο αιτών όταν λάμβανε το παραπάνω δάνειο σκόπευε να μην το αποπληρώσει. Σε κάθε περίπτωση, ο αιτών, δημιούργησε τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό του, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει ή τουλάχιστον αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.
Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα του αιτούντος, ακόμα και δεχθούμε ότι δεν έχει τη μορφή του άμεσου δόλου, έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ένας τόσο δε υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.
Ειδικότερα, ο αιτών έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη δανείων...".
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 25/2017 οριστική του απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την προαναφερθείσα ένσταση του αναιρεσείοντος και, δεχόμενο εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τις ως άνω οφειλές του αναιρεσιβλήτου, εξαιρώντας από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, το ΙΧΕ αυτοκίνητό του και το ποσοστό συγκυριότητάς του (6,67% εξ αδιαιρέτου) επί των σ' αυτή περιγραφόμενων ακινήτων.
Κατά της παραπάνω απόφασης το καθού (ήδη αναιρεσείον) άσκησε την από 14-2-2019 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, επαναφέροντας και την ως άνω απορριφθείσα ένστασή του. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος ως αόριστη, με την εξής αιτιολογία: "...το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον)...
παραπονείται ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την ένστασή του περί δόλιας περιελεύσεως του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών. Ο λόγος αυτός εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα όσα αναφέρει σε αυτόν το εκκαλούν, ... δεν αρκούν για να θεμελιώσουν νομικώς την ένσταση αυτή, καθώς δεν παρατίθεται ότι ο οφειλέτης συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό...".
Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία, κατ' αποτέλεσμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, έστω και αν, για τη θεμελίωση του δόλου του αναιρεσιβλήτου, ως αρχικού, κατά τη λήψη των δανείων του, αξίωσε, ως πρόσθετο στοιχείο, τον υπερδανεισμό του από περισσότερους του ενός πιστωτές, που δεν απαιτεί ο νόμος, καθόσον η ένσταση αυτή ήταν πράγματι αόριστη, καθόσον, για τη θεμελίωσή της στην προαναφερθείσα διάταξη, το αναιρεσείον δεν επικαλέστηκε, ως αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο, τις οικονομικές δυνατότητες του αναιρεσιβλήτου κατά τον ίδιο χρόνο (λήψης των δανείων), με βάση τις οποίες προκύπτει το υπέρμετρο ή μη του δανεισμού του.
Η εσφαλμένη αυτή αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης "αντικαθίσταται" με την προπαρατιθέμενη (άρθρο 578 του ΚΠολΔ) και κατόπιν αυτού, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 1264/2019, ΑΠ 3/2019). Τέλος, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αριθμ. 6 (όπως και από το άρθρο 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ελέγχονται μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Προκειμένου δε να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή ή η ένσταση κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011).
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ένδικης ένστασης δόλου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η ένσταση αυτή απορρίφθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως αόριστη, χωρίς να ερευνηθεί στην ουσία της.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου. Επίσης, διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. ../2021) αίτηση για αναίρεση της 246/2019 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ