Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's dismissal of wrongful dismissal claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment against the water utility company. The appellant argued for wrongful dismissal without compensation, but the court found the lower court correctly assessed the evidence regarding the alleged criminal acts and the validity of the termination notice. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews the substance of facts only for violations of substantive law, while procedural documents are reviewed for specific grounds of appeal, resulting in the dismissal of an appeal where the lower court's factual assessment was sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1105 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1105/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε.)», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Τσέλιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.06.2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 4/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2213/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 07.11.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ. Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ’ όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους του λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως.
Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 756/1996). Στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998).
Η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, χωρίς να ενδιαφέρει, σε ποιο επίπεδο εντάσσονται οι κανόνες από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 1741/2012).
Έτσι, στους κανόνες, που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και η παραβίασή τους ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.), κατά τις κανονιστικές τους διατάξεις (ΑΠ 256/2016, ΑΠ 280/2006). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όσον αφορά την παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1741/2012).
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ. Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών? δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ως άνω, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Διδάγματα της κοινής πείρας είναι οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση. Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, μόνο, αν τα διδάγματα κοινής πείρας αφορούν την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων ενώ, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 58/2014).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφια (α) και (β) ΚΠολΔ και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών γεγονότων, επίσης, να εκτίθενται πλήρως και σαφώς οι κρίσιμες ουσιαστικές – πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε να γίνει ή να μη γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ή η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 109/2020).
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ’ όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ’ όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται, ως «πράγματα», οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΟλΑΠ 3/1997).
Έτσι, αποτελούν «πράγματα» και οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά. «Πράγματα», υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελεί η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής. Πάντως, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ’ όψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ’ όψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1703/2008).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 115/2011). Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει. Η ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς δηλ., μόνο, το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1323/2017).
Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ’ όψη όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν (άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 106 ΚΠολΔ).
Αβάσιμος είναι ο λόγος, εφ’ όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή/και διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ’ όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται όμως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως (ή μη) αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αναιρέσεως να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ. ότι ο ισχυρισμός είναι λυσιτελής, που επιδρά στο διατακτικό (ΟλΑΠ 8/2016). Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα (άρθρα 339, 432 επ., 393 επ. ΚΠολΔ), επομένως, πρέπει στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να γίνεται ειδική μνεία ότι λήφθηκαν υπ’ όψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγησή του. Η έλλειψη της ειδικής μνείας από το δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαιώσεως δεικνύει ότι αυτή δεν έχει ληφθεί υπ’ όψη (ΑΠ 702/2019, ΑΠ 800/2015).
(ΙΙ).- Η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου – υπαλλήλου, είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, συνεπώς, δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, ήτοι μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο υπάλληλο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι’ αγγέλου), λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση είτε αμέσως (απρόθεσμη καταγγελία) είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας (άρθρα 361, 648, 649, 669, 671 ΑΚ). Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας, απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματός της (άρθρα 180, 174 ΑΚ, 68, 70 ΚΠολΔ).
Η μη καταβολή της αποζημιώσεως από τον εργοδότη, που κατήγγειλε τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλου του συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας. Η αποζημίωση καταβάλλεται, άσχετα από τον λόγο, που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιπτώσεις, που αναγράφονται, περιοριστικώς, στο νόμο, όπως υποβολή μηνύσεως [άρθρα 1, 3, 5 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α’ 57), α. 2, 5, 7 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α’ 98). Ειδικότερα, το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 ν. 2112/1920 ορίζει:
«(1).- Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλη την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι’ αξιόποινον πράξιν, διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ’ αυτού κατηγορία δι' αδίκημα εν γένει, φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
(2).- Υπάλληλος, απαλλαγείς δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών δικαιούται να ζητήση την κατά το άρθρον 3 (ν. 2112/1920) αποζημίωσιν».
Επίσης, στο άρθρο 7 ν. 3198/1955 ορίζεται: «Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων, συνεπεία υποβολής κατ’ αυτών μηνύσεως, συμφώνως προς τα υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2112/1920 οριζόμενα. Εάν, όμως, επακολουθήση απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσιν εφαρμογήν και επ’ αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως».
Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του (εργοδότη) καταγγελία, να δεχθεί την εργασία του υπαλλήλου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του υπαλλήλου (άρθρα 349, 350 ΑΚ). Υποχρεούται, τότε, να καταβάλει στον υπάλληλο τις αποδοχές του – μισθούς υπερημερίας, δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό,τι άλλο ο υπάλληλος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του υπαλλήλου μέχρι την άρση της υπερημερίας• ενώ, ο υπάλληλος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του ή να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο.
Δημιουργείται, ακόμη, υποχρέωση του εργοδότη, με αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζομένου, αν κριθεί άκυρη η καταγγελία, με δικαστική, έστω οριστική, απόφαση, να απασχολεί, πραγματικά, τον υπάλληλο, όπως πριν από την άκυρη καταγγελία [άρθρα 69 ΚΠολΔ, 648, 649, 654, 655, 653 ΑΚ – και όπως το άρθρο 656 ΑΚ ισχύει από 20.3.2013, μετά τα άρθρα 61, 98 παρ. 1 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20.3.2013)].
Το δικαστήριο δε, εφ’ όσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον υπάλληλο, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του υπαλλήλου και δεν έχει την ευχέρεια να απορρίψει το αίτημα αυτό ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωσή του (ΑΠ 1323/2017). Η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ του εργαζομένου – υπαλλήλου και είναι, συνεπώς, σχετική.
Έτσι, ο υπάλληλος μπορεί (άρθρο 306 ΑΚ) να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την αποζημίωση ενώ, μπορεί να ενώσει στο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο αιτήματα (ακυρότητα καταγγελίας αποζημίωση), κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ), δηλ. εφ’ όσον το δεύτερο υποβάλλεται επικουρικά, σε περίπτωση απορρίψεως του πρώτου (ΑΠ 749/2020).
Κατά τα προεκτεθέντα, ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του μηνυθέντος υπαλλήλου του, χωρίς να καταβάλει αποζημίωση/ «έκτακτη καταγγελία». Για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας μετά την υποβολή μηνύσεως, ο εργοδότης οφείλει να δηλώσει στον υπάλληλο ότι η καταγγελία γίνεται εξ αιτίας της υποβολής εναντίον του μηνύσεως.
Ως προς την κατά τον ποινικό νόμο βαρύτητα της αξιόποινης πράξεως, ο νομοθέτης διακρίνει: Αν η αξιόποινη πράξη διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, τότε, μπορεί να είναι και πταίσμα. Αν η αξιόποινη πράξη διαπράχθηκε εκτός υπηρεσίας, πρέπει να έχει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Η αξιόποινη πράξη δεν είναι αναγκαίο να προσβάλει έννομα αγαθά (περιουσιακά ή προσωπικά) του εργοδότη.
Εν τούτοις, για να έχει την ικανότητα η αξιόποινη πράξη να αποτελέσει λόγο καταγγελίας, θα πρέπει να επηρεάζει δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσεως. Για την «έκτακτη» αυτή καταγγελία, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, πρέπει να προηγείται της καταγγελίας, έστω και κατ' ελάχιστο, η υποβολή μηνύσεως σε βάρος του υπαλλήλου.
Η μήνυση δεν απαιτείται να υποβληθεί από τον εργοδότη, πρέπει, όμως, να αφορά τον υπάλληλο. Η καταγγελία παύει να ισχύει ως «έκτακτη» και ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αποζημίωση, αν ο υπάλληλος απαλλαγεί με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση. Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται, αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται προηγούμενη όχληση από τον υπάλληλο (άρθρο 340 ΑΚ).
Η όχληση συντελείται, με κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως καθώς και με την ταυτόχρονη δήλωση του υπαλλήλου, εάν δεν θέλει τη συνέχιση της συμβάσεως εργασίας ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως. Ο εργοδότης για να διατηρήσει το κύρος της καταγγελίας και να αποτρέψει την υπερημερία του, πρέπει να καταβάλει, αμέσως ή πάντως μέσα σε εύλογο χρόνο από τον χρόνο της ως άνω οχλήσεως, την αποζημίωση (ΑΠ 1106/2000).
Ως προς τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημιώσεως, κρίσιμος είναι ο χρόνος της αρχικής καταγγελίας και όχι ο χρόνος της καταβολής της αποζημιώσεως, μετά την απαλλαγή (ΑΠ 810/2001). Η απαλλαγή του υπαλλήλου πρέπει να αφορά την ουσία της υποθέσεως και στην περίπτωση αυτή το πολιτικό δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία να ερευνήσει το υποστατό (ή μη) της κατηγορίας.
Η παραγραφή της αξιόποινης πράξεως – εγκλήματος δεν αφορά την ουσία της υποθέσεως, οπότε το πολιτικό δικαστήριο, που δικάζει επί της σχετικής απαιτήσεως του υπαλλήλου, εξετάζει, παρεμπιπτόντως, το υποστατό της κατηγορίας. Η κατά τα παραπάνω «έκτακτη» καταγγελία δεν προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ μπορεί, όμως, αυτή να έγινε, πράγματι, για λόγους, που εμπίπτουν στο άρθρο 281 ΑΚ, όπως, όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες, παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν, έτσι, ψευδής και προσχηματική (ΑΠ 444/2016).
Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 και 23 παρ.1 Συντάγματος, 1 παρ.1, 2 παρ.1, 3 παράγραφοι 1 και 5, 7 παρ.1, 8 παρ.3, 9 παράγραφοι 1 και 2 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α’ 27/8.3.1990) – και όπως τα συγκεκριμένα άρθρα του ν. 1876/1990 ίσχυσαν από 8.5.1990 [απόφαση Υπουργού Εργασίας 12386 / 20. 3.1990 (ΦΕΚ Β’ 189/22.3.1990) εκδοθείσα, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 35 ν. 1876/1990] και εξακολουθούσαν να ισχύουν, την 02.07.1991 – προκύπτουν (και) τα εξής: Όλες οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο, ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ δηλ. επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας. Έτσι, με συνταγματική παραχώρηση, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ’ όσον οι Σ.Σ.Ε., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 931/2017). Η συλλογική σύμβαση εργασίας καταρτίζεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και η ισχύς της αρχίζει από την ημέρα της καταθέσεώς της στην αρμόδια Υπηρεσία. Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέραν από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη χρονική διάρκεια. Η διάρκεια ισχύος συλλογικής συμβάσεως εργασίας δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος.
Η Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.) είναι είδος των Σ.Σ.Ε., αφορά τους εργαζόμενους μιας επιχειρήσεως, καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη, η ισχύς της καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως του εργαζόμενους της επιχειρήσεως και οι κανονιστικές της διατάξεις έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Υπό την ισχύ του ν. 1876/1990, νόμιμο περιεχόμενο Σ.Σ.Ε. είναι (και) η ρύθμιση ζητημάτων, σχετικά με τους όρους λειτουργίας και τη λήξη ατομικής συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 256/2016, ΑΠ 1494/2010). Η Ε.Σ.Σ.Ε., που ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση, καταρτίσθηκε υπό την ισχύ του ν. 1876/1990, ως αορίστου διαρκείας, έχει υπογραφεί, στην Αθήνα, την 02.07.1991, από την ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.ΥΔ.Α.Π.) και δώδεκα (12) σωματεία διαφόρων ειδικοτήτων εργαζομένων στην Ε.ΥΔ.Α.Π. και κατατέθηκε νομίμως, την 02.07.1991, στην Επιθεώρηση Εργασίας της Νομαρχίας Αθηνών και στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας (άρθρο 5 ν. 1876/1990). Στο «Κεφάλαιο Β’: Όροι καταβολής εφ’ άπαξ αποζημιώσεως. Αριθμός 1 στοιχείο (δ) και αριθμός 2 στοιχείο (α)» αυτής της Ε.Σ.Σ.Ε. ορίζονται τα εξής:
«(1).- Η Ε.ΥΔ.Α.Π. καταβάλει την προβλεπόμενη από τον Κανονισμό Προσωπικού της, το Νόμο 1068/1980, τις αποφάσεις Δ.Σ. και τις μέχρι σήμερα Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, τιμαριθμοποιημένη αποζημίωση, προσαυξημένη με τις από την παρούσα προβλεπόμενες εισφορές και τις αποδόσεις αυτών, την προκαταβολή, η οποία προβλέπεται από την Ε.Σ.Σ.Ε. 1990 και σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη, ως κατωτέρω.
[...]
(δ).- Η Ε.ΥΔ.Α.Π., από 01.01.2007, θα καταβάλει στο Προσωπικό της, που αποχωρεί έναν επιπλέον μισθό κατ' έτος και μέχρι, κατ' ανώτατο όριο, τους (30) μισθούς, πλέον αναλογίας δώρων και επιδομάτων αδείας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος κεφαλαίου. [...]
(2).- Δικαίωμα εφ’ άπαξ αποζημιώσεως αποκτά ο εργαζόμενος, όταν:
(α).- Απολυθεί από την Ε.ΥΔ.Α.Π. και υπό τις προϋποθέσεις, που ο Νόμος και ο Κανονισμός Προσωπικού ορίζει».
Η παραπάνω ρύθμιση της Ε.Σ.Σ.Ε. είναι σχετική με τη λήξη της ατομικής συμβάσεως εργασίας, συνεπώς, ανήκει στο νόμιμο περιεχόμενό της και αυτές οι διατάξεις της είναι κανονιστικές ώστε να επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας του εργαζομένου – υπαλλήλου της Ε.ΥΔ.Α.Π. ΑΕ, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Σύμφωνα με αυτές τις κανονιστικές διατάξεις, η «εφ’ άπαξ αποζημίωση» συμπληρώνει την αποζημίωση απολύσεως/καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ν. 2112/1920 και δικαίωμα σε αυτήν («εφ’ άπαξ αποζημίωση») αποκτά ο υπάλληλος, όταν απολυθεί από την Ε.ΥΔ.Α.Π. υπό τις προϋποθέσεις του ν. 2112/1920. Έτσι, η Ε.ΥΔ.Α.Π. ΑΕ μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του μηνυθέντος υπαλλήλου της, ως άνω, χωρίς να καταβάλει την «εφ’ άπαξ αποζημίωση».
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικά, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου [άρθρο 13 στοιχείο (γ) ΠΚ] από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλ. η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του και, υποκειμενικά, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, απαιτείται υπερχειλής δόλος [άρθρο 27 ΠΚ], ήτοι σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον γα γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως (ΑΠ 160/2020).
Κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ.2 ΠΚ, χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στον σκοπό συντάξεως ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά προσιτό το έγγραφο και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον -εκείνον, που ο δράστης επιδιώκει να παραπλανηθεί – να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο άλλος να έλαβε, πράγματι, γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε.
Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της χρήσεως πλαστού εγγράφου [άρθρο 27 ΠΚ], απαιτείται, κατά τον χρόνο της χρήσεως, (α).- γνώση από τον δράστη ότι το έγγραφο είναι πλαστό, (β).- συνείδηση (επίγνωση) του δράστη ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση του εγγράφου με την παραπάνω έννοια και (γ).- σκοπός του δράστη να προκαλέσει ή να ενισχύσει σε άλλον πλάνη, ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου και, μέσω αυτής (πλάνης), να πετύχει συμπεριφορά του τρίτου, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1232/2019).
Οι ως άνω αξιόποινες πράξεις (εγκλήματα) του άρθρου 216 παράγραφοι 1 και 2 ΠΚ – όπως το άρθρο αυτό ίσχυσε, την 01.06.1983 και ισχύει – τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος [άρθρα 14, 18 ΠΚ].
Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται, (α).- σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, (β).- εν γνώσει, υπό την έννοια του άμεσου δόλου [άρθρο 27 ΠΚ], παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιον ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και (γ).- βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου, που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος (ΑΠ 1232/2019). Το έγκλημα αυτό του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ -όπως το άρθρο αυτό ίσχυσε, την 01.06.1983 και ισχύει – τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρα 14, 18 ΠΚ).
Τέλος, το άρθρο 28 παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 8 ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α. 237/31.10.2014) – όπως ίσχυσε το άρθρο αυτό, από 31.10.2014 (άρθρο 64 ν. 4305/2014) και πριν από το άρθρο 26 ν. 4440/2016 (ΦΕΚ Α’ 224/2.12.2016) – ορίζει ότι: «Στο άρθρο 17 του ν. 2190/1994 προστίθεται παράγραφος 20, η οποία έχει ως εξής: §20.- Πριν από την υπογραφή της πράξεως διορισμού ή προσλήψεως του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου (προσωπικού μόνιμου ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δημοσίων υπηρεσιών), διενεργείται, υποχρεωτικά, αυτεπάγγελτος έλεγχος της γνησιότητας των δικαιολογητικών, που έχει υποβάλει ο υποψήφιος και που είναι απαραίτητα για την πρόσληψη του ή επηρεάζουν οπωσδήποτε την κατάταξή του, κατά τη διαδικασία πρόσληψης ή τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξή του, μετά την πρόσληψη» (παρ. 1 του άρθρου 28).
«Στο άρθρο 18 του ν. 2190/1994 προστίθεται παράγραφος 19, η οποία έχει ως εξής: §19.- Πριν από την υπογραφή της πράξεως διορισμού ή προσλήψεως του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου (τακτικού προσωπικού των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ και προσωπικού αντίστοιχων προσόντων, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), διενεργείται, υποχρεωτικά, αυτεπάγγελτος έλεγχος της γνησιότητας των δικαιολογητικών, που έχει υποβάλει ο υποψήφιος και που είναι απαραίτητα για την πρόσληψή του ή επηρεάζουν οπωσδήποτε την κατάταξή του, κατά τη διαδικασία πρόσληψης ή τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξή του, μετά την πρόσληψη» (παρ. 2 του άρθρου 28).
«Στο άρθρο 19 του ν. 2190/1994 προστίθεται παράγραφος 9, η οποία έχει ως εξής: §9.- Πριν από την υπογραφή της πράξεως διορισμού ή προσλήψεως του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου (ειδικού επιστημονικού προσωπικού και υπαλλήλων επί θητεία), διενεργείται, υποχρεωτικά, αυτεπάγγελτος έλεγχος της γνησιότητας των δικαιολογητικών, που έχει υποβάλει ο υποψήφιος και που είναι απαραίτητα για την πρόσληψή του ή επηρεάζουν οπωσδήποτε την κατάταξή του, κατά τη διαδικασία της πρόσληψης ή τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξή του, μετά την πρόσληψη» [παρ. 3 του άρθρου 28].
«Πριν από την υπογραφή της πράξεως διορισμού ή προσλήψεως μονίμου προσωπικού ή προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή με θητεία, που ανανεώνεται ή με σχέση έμμισθης εντολής, που διορίζεται ή προσλαμβάνεται με διαδικασία, που προβλέπεται σε διατάξεις, πλην αυτών του ν. 2190/1994, διενεργείται, υποχρεωτικά, αυτεπάγγελτος έλεγχος της γνησιότητας των δικαιολογητικών, που έχει υποβάλει ο υποψήφιος και που είναι απαραίτητα για την πρόσληψή του ή επηρεάζουν οπωσδήποτε την κατάταξή του κατά τη διαδικασία της πρόσληψης ή τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξή του μετά την πρόσληψη» (παρ. 4 του άρθρου 28).
«Η υποχρέωση για τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας όλων των πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του προσωπικού μητρώου αφορά το σύνολο των υπαλλήλων, ανεξαρτήτως της εργασιακής σχέσης, με την οποία υπηρετούν, στις δημόσιες υπηρεσίες, ανεξάρτητες αρχές, Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού και στις επιχειρήσεις αυτών, Ν.Π.Δ.Δ., κρατικά Ν.Π.Δ.Δ.
και δημόσιες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 14 του ν. 2190/1994, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009» (παρ.8 του άρθρου 28).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 07.11.2019 [Γ.Α.Κ. 10629/Ε.Α.Κ. 1026/8.11.2019 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως. Με αυτή προσβάλλεται η 2213/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 18.04.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 16.03.2018 εφέσεως του εκκαλούντος – αναιρεσείοντος κατά της εφεσίβλητης – αναιρεσίβλητης.
Εκκαλούμενη ήταν η 4/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 03.01.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 13.06.2016 αγωγής του ενάγοντος – αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης – αναιρεσίβλητης. Αφορά δε, η αγωγή απαιτήσεις του ενάγοντος – εκκαλούντος – αναιρεσείοντος (Γ.
Κ.) έναντι της εναγομένης – εφεσίβλητης – αναιρεσίβλητης («Εταιρία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας Α.Ε.»/Ε.ΥΔ.Α.Π.) από παροχή εργασίας. Με την 4/2008 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε, ως αβάσιμη στην ουσία. Με την 2213/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία έτσι, επικυρώθηκε η 4/2008 πρωτόδικη απόφαση.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία του (ισχύοντος) άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό προς τα ισχύοντα άρθρα 621, 591, 422, 421 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 08.11.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 18.04.2019 – ημερομηνία δημοσιεύσεως της 2213/2019 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1,577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις:
(i).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση και, κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως τα άρθρα 5 παράγραφοι 1, 2 ν. 2112/1920 και 7 ν. 3198/1955, που εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, επίσης, παραβίασε ευθέως το άρθρο 281 ΑΚ, που δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και, έτσι, απέρριψε την αγωγή.
(ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση και κατά τις ουσιαστικές της παραδοχές, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως το άρθρο 28 παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 8 ν. 4305/2014, «το οποίο αφορά προσλήψεις με διακήρυξη διαγνωστικής διαδικασίας μέσω Α.Σ.Ε.Π., όμως, η πρόσληψη του αναιρεσείοντος, την 1.6.1983, δεν έγινε μέσω Α.Σ.Ε.Π.».
(iii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ ότι το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση παραβίασε διδάγματα από την κοινή πείρα, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 5 παράγραφοι 1, 2 ν. 2112/1920.
(iv).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ότι η 2213/2019 απόφαση, κατά τις πραγματικές παραδοχές της, που, πλήρως και σαφώς, εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, δεν έχει νόμιμη βάση ήτοι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 5 παράγραφοι 1, 2 ν. 2112/1920 και 7 ν. 3198/1955, εφ' όσον το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.
(v).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ ότι το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση δεν έλαβε υπ’ όψη «πράγμα» και δη, την βάση της αγωγής για καταχρηστικότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
(vi).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται και προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, αν και ο αναιρεσείον τα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, παραδεκτώς, προκειμένου να αποδείξει την αγωγή του, κατά την βάση της για καταχρηστικότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων αναφέρει ότι από το περιεχόμενο της 2213/2019 αποφάσεως δεν προκύπτει, «αδιστάκτως πως το εφετείο για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του, έλαβε υπ’ όψη:
(α).- τη νόμιμη κατάθεση του μάρτυρός του Β. Γ. στο πρωτόδικο δικαστήριο, η οποία περιέχεται στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως, ταυτάριθμα της 4/2018 (πρωτόδικης - εκκαλουμένης) αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,
(β).- την 3519/9.3.2017 ένορκη βεβαίωση του Γ. Α. του Π., που έχει δοθεί νομίμως, με την επιμέλειά του (αναιρεσείοντος), ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και
(γ).- το 3484/7.8.2015 έγγραφο της αναιρεσίβλητης.
Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις:
(i).-Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση έλαβε υπ’ όψη «πράγμα», που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης• αναφέρει δε, ο αναιρεσείων, ως «πράγμα», αρνητικό ισχυρισμό προς αντίκρουση της βάσεως της αγωγής του για την ακυρότητα της καταγγελίας. Συγκεκριμένα, αναφέρει (επί λέξει): «|Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι «η παραπάνω αξιόποινη πράξη συνδεόταν άμεσα με την πρόσληψή του (αναιρεσείοντος) και κλόνισε σημαντικά την εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του» καθώς και αμέσως παρακάτω ότι «η απόλυση αυτή έγινε για σπουδαίο λόγο, επειδή εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας με τον εργαζόμενο και κλονίσθηκε ανεπανόρθωτα η σχέση εμπιστοσύνης εργοδότη και εργαζομένου, που έχει, ως αποτέλεσμα, τη μη ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης». Πλην, όμως, παρόμοιους ισχυρισμούς ουδόλως έχει προβάλει η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τις προτάσεις αυτής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προς αντίκρουση της βάσης της αγωγής μου|».
(ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ότι η 2213/2019 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Περαιτέρω, αναφέρεται (επί λέξει): «|Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι «η παραπάνω αξιόποινη πράξη συνδεόταν άμεσα με την πρόσληψή του (αναιρεσείοντος)», πλην όμως, ουδέ κατ’ ελάχιστο αιτιολογείται και, ειδικότερα, ουδαμού η απόφαση αναφέρει, ως πραγματικό γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη είχε προκηρύξει διαγωνισμό για την πρόσληψή μου ή γενικότερα και άλλων ενδιαφερομένων ή ότι έθεσε, ως προϋπόθεση, την προσκόμιση τίτλων σπουδών, κατά συνέπεια πως είναι δυνατό χωρίς τις αναγκαίες αιτιολογίες να σχηματίσει η προσβαλλόμενη την κρίση της αυτή».
Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις:
(i).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση και, κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως το άρθρο 5 παράγραφοι 1, 2 ν. 2112/1920, που εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 386 παρ.3 και 216 παράγραφοι 1 και 3 ΠΚ, έτσι, απέρριψε την αγωγή.
(ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ότι η 2213/2019 απόφαση, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, που εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, στο δικόγραφο της αναιρέσεως, δεν έχει νόμιμη βάση ήτοι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση τουάρθρου 5 παράγραφοι 1, 2 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 386 παρ.3 και 216 παράγραφοι 1 και 3 ΠΚ, εφ’ όσον το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση και κατά τις παραδοχές της, όπως εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις «Κεφάλαιο Β', αριθμός 1 στοιχείο (δ) και αριθμός 2 στοιχείο (α)» της από 02.07.1991 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και, έτσι, απέρριψε την αγωγή.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αναφέρει ότι: «Η Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας έχει υπογραφεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και δώδεκα (12) εκπροσώπων των σωματείων διαφόρων ειδικοτήτων εργαζομένων σε αυτήν, την 2.7.1991 και κατατέθηκε, τον ίδιο μήνα, στην Επιθεώρηση Εργασίας της Νομαρχίας Αθηνών και στην αρμόδια κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, κατά τα άρθρα 5 και 9 ν. 1876/1990.
Με αυτή, προβλέπεται καταβολή, ως Ειδική Εφ’ άπαξ Αποζημίωση, τριάντα (30) μηνιαίων μισθών πλέον αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας. Δικαίωμα εφ’ άπαξ αποζημίωσης αποκτά ο εργαζόμενος (και) όταν απολυθεί από την Ε.Υ.Δ.Α.Π. Από τις ρυθμίσεις της Ε.Σ.Σ.Ε. αυτής, η καταβολή της εφ' άπαξ αποζημίωσης δεν αποκλείεται σε εργαζόμενο, που διέπραξε, ενδεχομένως, ποινικό αδίκημα, όπως, αντιθέτως, προβλέπεται, κατά τα άρθρα 5 ν. 2112/1920 και 7 ν. 3198/1955.
Η αξίωση για την αποζημίωση αυτή δεν στηρίζεται στα άρθρα5 ν. 2112/1920, άλλως στο άρθρο 7 ν. 3198/1955, αλλά στις ειδικές ρυθμίσεις αυτής της Ε.Σ.Σ.Ε.».
Ο π έ μ π τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός8 εδ. (β) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 2213/2019 απόφαση δεν έλαβε υπ’ όψη «πράγμα» και, ειδικότερα, την επικουρική βάση της αγωγής, που αφορά «τις ως άνω ρυθμίσεις της από 02.07.1991 Ε.Σ.Σ.Ε.», αλλά ευθέως απέρριψε αυτή την επικουρική βάση.
Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, κατά τις υπό στοιχεία (ii) και (iii) μ ε ρ ι κ ό τ ε ρ ε ς α ι τ ι ά σ ε ι ς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην (Ι) μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος και, ειδικότερα:
Κατά την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι το συγκεκριμένο άρθρο 28 παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 8 ν. 4305/2014, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται, αφορά την διαδικασία διορισμού ή προσλήψεως προσωπικού και δεν είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, που αφορά παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Κατά την υπό στοιχείο (iii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός1 εδ. (β) ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το εφετείο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του επικαλούμενου κανόνας ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 5 παράγραφοι 1, 2 ν. 2112/1920) ή για την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών γεγονότων. Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Έτσι, όσα, περαιτέρω, ο αναιρεσείων αναφέρει στην ίδια αιτίαση, ότι «γίνεται επίκληση και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και, ειδικότερα ότι εφ’ όσον επί 33 ολόκληρα χρόνια επ’ ουδενί επηρέασε η προσκόμιση του τίτλου σπουδών μου την εργασιακή σύμβασή μου με την Ε.ΥΔ.Α.Π. (αναιρεσίβλητη), δεν είναι δυνατό να επηρεάσει αυτήν, επειδή και μόνο ψηφίσθηκε το άρθρο 28 ν. 4305/2014», δεν στοιχειοθετούν τον λόγο του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ.
Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος αναιρέσεως και κατά τις δύο μερικότερες αιτιάσεις του, όπως έγινε δεκτό στις νομικές σκέψεις, είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα:
Κατά την υπό στοιχείο (i) μ ε ρ ι κ ό τ ε ρ η α ι τ ί α σ η από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι δεν νοείται, ως «πράγμα», η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής.
Κατά την υπό στοιχείο (ii) μ ε ρ ι κ ό τ ε ρ η α ι τ ί α σ η από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της 2213/2019 αποφάσεως. Εξ άλλου, είναι απαράδεκτος, ως προς όσα περαιτέρω αναφέρονται στην ίδια αιτίαση διότι η ως άνω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου559 αριθμός 19 ΚΠολΔ δηλ. μόνο, τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.
Ο π έ μ π τ ο ς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι όπως έγινε δεκτό στην (Ι) μείζονα σκέψη, αυτή η επικουρική βάση της αγωγής, σε κάθε περίπτωση, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει, ευθέως απορρίφθηκε. Τούτο σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη από το εφετείο, ανεξάρτητα, αν δεν έγινε δεκτός.
Οι λ ο ι π ο ί λόγοι αναιρέσεως, κατά τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι παραδεκτοί (ορισμένοι). Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και, συγκεκριμένα, από την ένδικη αγωγή και από την 2213/2019 απόφαση του εφετείου, τα οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί, παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των λόγων [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:
(Α).- Στην από 13.6.2016 ένδικη αγωγή, ο ενάγων Γ. Κ. ισχυρίσθηκε τα εξής:
Ότι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκε στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία «Ε.ΥΔ.Α.Π. ΑΕ», αντί μηνιαίου μισθού, ως υπάλληλος – καταμετρητής, συνεχώς, από 01.06.1983 (ημερομηνία προσλήψεως) μέχρι 21.03.2016 (ημερομηνία καταγγελίας).
Ότι η καταγγελία έγινε εγγράφως, χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή της ειδικής εφ’ άπαξ αποζημιώσεως απολύσεως της από 02.07.1991 Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.), όπου εμπεριέχεται και η αποζημίωση των νόμων 2112/1920 και 3198/1955.
Ότι στο οικείο έγγραφο καταγγελίας, η εναγομένη ανέφερε ότι καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 5 παρ.1 ν. 2112/1920 και 7 παρ.1 ν. 3198/1955, δηλ. κατόπιν υποβολής μηνύσεως και, παράλληλα, τον κάλεσε να «λάβει» τις εισφορές για την ειδική εφ’ άπαξ αποζημίωση, που είχαν παρακρατηθεί από τον μισθό του,όσο λειτουργούσε, πριν από την καταγγελία, η σύμβαση εργασίας, όμως, ο ίδιος (ενάγων) αρνήθηκε να τις «παραλάβει» διότι «θεωρεί άκυρη την καταγγελία».
Ότι ειδικότερα, η καταγγελία είναι άκυρη, εφ’ όσον (α).- δεν αναγράφονται, στο έγγραφό της (καταγγελίας), «τα στοιχεία του δικογράφου της μηνύσεως» καθώς και «η ημερομηνία υποβολής της μηνύσεως ενώπιον του αρμοδίου εισαγγελέως», (β).- είναι καταχρηστική διότι η μήνυση υποβλήθηκε από την εναγομένη, εν γνώσει της ότι οι κατηγορίες (χρήση πλαστού εγγράφου και απάτη) ήταν αβάσιμες και παραγεγραμμένες, έτσι, η μήνυση ήταν αναληθής, κακόπιστη και προσχηματική και έγινε για να απωλέσει ο ίδιος (ενάγων) τη θέση εργασίας του και την εφ’ άπαξ αποζημίωση της από 02.07.1991 Ε.Σ.Σ.Ε., όπου εμπεριέχεται η αποζημίωση, ήτοι των νόμων 2112/1920 και 3198/1955, (γ).- είναι καταχρηστική διότι η εναγομένη γνώριζε τη μη διάπραξη από μέρους του, κατά την πρόσληψή του, οποιουδήποτε αδικήματος, επίσης, γνώριζε πως δεν απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως καταμετρητή, ιδιαίτερες γραμματικές γνώσεις και πως το απολυτήριο λυκείου δεν αποτελούσε «προϋπόθεση και προσόν» προσλήψεώς του και (δ).- έγινε χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή της ειδικής εφ’ άπαξ αποζημιώσεως απολύσεως της από 02.07.1991 Ε.Σ.Σ.Ε., όπου εμπεριέχεται η νόμιμη αποζημίωση.
Ότι η καταγγελία έγινε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του και υπέστη σημαντική ηθική βλάβη.
Ζήτησε, ακολούθως:
Να αναγνωρισθεί για τους πιο πάνω λόγους η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του.
Να υποχρεωθεί η εναγομένη, που κατέστη υπερήμερη, στην καταβολή μισθών υπερημερίας (41.075,2 ευρώ).
Να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον απασχολεί πραγματικά, με την απειλή χρηματικής ποινής.
Να υποχρεωθεί η εναγομένη σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης (5.000 ευρώ).
Άλλως, στην περίπτωση, που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την «εφ’ άπαξ αποζημίωση της από 02.07.1991 Ε.Σ.Σ.Ε., που εμπεριέχει και περιλαμβάνει την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως, κατά την γενική εργατική νομοθεσία, ήτοι των νόμων 2112/1920 και 3198/1955 (117.357,2 ευρώ)».
Άλλως, να υποχρεωθεί η εναγομένη, στην περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του, να του καταβάλει το ποσό των 117.357,2 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (τα προηγούμενα χρηματικά ποσά, ο ενάγων αιτείται με το νόμιμο τόκο, όπως διακρίνει).
(Β).- Στην 2213/2019 απόφαση περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, αναγράφεται (σελίδες 6 - 7):
«|Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος – ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνηοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίαση, την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα με αριθμό 3519/9.3.2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ.
Α., που δόθηκε, με επιμέλεια αυτού, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό και εντός της προθεσμίας προσθήκης - αντίκρουσης, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εφεσίβλητης - εναγομένης, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της δίκης και η οποία, επιτρεπτά, προσκομίζεται στο παρόν Δικαστήριο και λαμβάνεται υπ’ όψη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα [...] άρα και όσα απαραδέκτως προσκομίσθηκαν, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προς αντίκρουση της αγωγής μετά τη συζήτησή της, όπως εν προκειμένω, εφ’ όσον προσκομίζονται ήδη παραδεκτά, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [...] καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων, που διαλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις τους [...] αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά».
Στη συνέχεια, το εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα (σελίδες 7 - 11): «Ο ενάγων και ήδη εκκαλών υπέβαλε, κατά το έτος 1982, στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρία Ε.ΥΔ.Α.Π. ΑΕ την από 20.12.1982 αίτηση πρόσληψης, προσλήφθηκε δε, την 1.6.1983, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στην κατηγορία ΜΕΔΟ3, ως διοικητικοοικονομικό προσωπικό μέσης εκπαίδευσης, λόγω του ότι είχε προσκομίσει απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης και, συγκεκριμένα, το από 20.07.1980 αποδεικτικό απόλυσης του Μικτού Εσπερινού Λυκείου Νίκαιας.
Στη συνέχεια, απασχολήθηκε ως υπάλληλος – καταμετρητής, μέχρι την καταγγελία της σύμβασής του από την εφεσίβλητη, μετά από έλεγχο γνησιότητας των τίτλων, που η τελευταία διενήργησε για όλο το προσωπικό της, βάσει των διατάξεων των άρθρων 28 ν. 4305/2014 και 17, 18, 19 ν. 2190/1994 (σύμφωνα με τις οποίες υφίσταται υποχρέωση διενέργειας ελέγχου όλων των πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του προσωπικού μητρώου του συνόλου των υπαλλήλων, ανεξαρτήτως της εργασιακής σχέσης, με την οποία υπηρετούν στις δημόσιες υπηρεσίες, ανεξάρτητες αρχές, Ο.Τ.Α.
α' και β' βαθμού και τις επιχειρήσεις αυτών, ν.π.δ.δ., κρατικά ν.π.δ.δ. και δημόσιες επιχειρήσεις, που ορίζονται στο άρθρο 14 ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 ν. 3812/2009). Την εν λόγω υποχρέωση ελέγχου είχε και η εφεσίβλητη καθώς με το άρθρο 1 ν. 3812/2009 είχε υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14 ν. 2190/1994.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού και σύμφωνα με τα 17746/24.6.2015 και 8841/30.3.2015 έγγραφα του Εσπερινού Γενικού Λυκείου Νικαίας και της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά δεν επαληθεύτηκε η γνησιότητα του Απολυτηρίου Εσπερινού Γενικού Λυκείου Νικαίας, το οποίο ο εκκαλών είχε καταθέσει, κατά την πρόσληψή του.
Ακολούθως, την 22.7.2015, η Διεύθυνση Ανθρώπινων Πόρων της εφεσίβλητης απέστειλε στον εκκαλούντα το 617/22.7.2015 υπηρεσιακό σημείωμα, με το οποίο ζητούσε εξηγήσεις για το ως άνω θέμα. Με τις έγγραφες εξηγήσεις του, ο εκκαλών ομολόγησε ότι κατείχε απολυτήριο Γυμνασίου και όχι Λυκείου, με συνέπεια να ενημερωθεί ο Επιθεωρητής Δημόσιας Διεύθυνσης και η υπόθεση του εκκαλούντος να εισαχθεί στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο της εφεσίβλητης, το οποίο, με την 2016 - 01/26.1.2016 απόφασή του, απεφάνθη ότι η εν γνώσει της πλαστότητας χρήση από τον εκκαλούντα, κατά την πρόσληψή του, πλαστού πτυχίου, βάσει του οποίου έγινε η πρόσληψή του στην κατηγορία Μέσης Εκπαίδευσης, αποτελούσε σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασής του.
Η ως άνω απόφαση επικυρώθηκε, με την .../9.3.2016 απόφαση του Δ.Σ. της εφεσίβλητης. Παράλληλα, η τελευταία υπέβαλε, σε βάρος του εκκαλούντος, μήνυση και ο σχετικός φάκελος διαβιβάσθηκε, με το .../16.3.2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινων Πόρων, στον αρμόδιο Εισαγγελέα για την άσκηση ποινικής δίωξης. Μετά την υποβολή της μήνυσης και, συγκεκριμένα, την 21.03.2016, η εφεσίβλητη δια του νομίμου εκπροσώπου της, κατήγγειλε απρόθεσμα τη σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος για σπουδαίο λόγο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 ν. 2112/1920.
Στο έγγραφο της καταγγελίας, αναφερόταν ότι η απόλυση γίνεται μετά την υποβολή μήνυσης (αναφορά αξιόποινης πράξης προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα), χωρίς να απαιτείται, περαιτέρω, η αναγραφή των στοιχείων του δικογράφου της μήνυσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών.
Ο αρμόδιος Εισαγγελέας, με την από 01.06.2016 αναφορά του, έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, κατά το άρθρο 43 παρ.3 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 ν. 4055/2012, «καθ’ όσον από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας σαφώς προέκυψε πως αυτός, κατά το έτος 1983, έκανε χρήση πλαστού απολυτηρίου Λυκείου από το Εσπερινό Γενικό Λύκειο Νίκαιας και, συνεπώς, ενδεχόμενες αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και απάτης [...] έχουν λάβει χώρα σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαπενταετίας ή και της εικοσαετίας [...] με αποτέλεσμα αυτές, που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος να έχουν υποπέσει, ως προς το άνω χρονικό διάστημα σε παραγραφή και ως εκ τούτου το αξιόποινο, που παράγεται από την διάπραξή τους να έχει εξαλειφθεί».
Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι η κατηγορία ήταν υποστατή και επομένως δεν οφειλόταν η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης, με συνέπεια η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος χωρίς την καταβολή αποζημίωσης να είναι έγκυρη καθώς αφ’ ενός δεν αντίκειται σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου και αφ’ ετέρου δεν ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος.
Ειδικότερα, η καταγγελία έλαβε χώρα, λόγω της διάπραξης από τον εκκαλούντα ποινικά κολάσιμης πράξης, συνισταμένης στη χρήση από αυτόν, κατά την πρόσληψή του, πλαστού τίτλου σπουδών, γεγονός, που δεν αμφισβητείται, ενώ η επίκληση της παραγραφής του σχετικού αδικήματος δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού στην έννοια της «απαλλαγής», κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 5 ν. 2112/1920 και 7 ν. 3198/1955, δεν εμπίπτει αυτή, που οφείλεται σε λόγους, οι οποίοι, χωρίς να αποκλείουν την διάπραξη της ποινικά κολάσιμης πράξης και του καταλογισμού, αποκλείουν απλά την επιβολή ποινής, όπως εν προκειμένω η παραγραφή, ως λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε καταχρηστικότητα της απόλυσης, υπό την έννοια ότι η μήνυση ουδόλως αποτέλεσε το πρόσχημα για να απαλλαγεί αζήμια η εφεσίβλητη από τον εκκαλούντα, του οποίου είχε προαποφασίσει την απόλυση, αλλά στηριζόταν στην εδραία πεποίθηση αυτής ότι ο εκκαλών είχε, πράγματι, τελέσει την παραπάνω αξιόποινη πράξη, η οποία συνδεόταν άμεσα με την πρόσληψή του και κλόνισε σημαντικά την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό του.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το απολυτήριο λυκείου δεν αποτελούσε προσόν πρόσληψης, αλλά κατάταξης καθώς κατά το έτος 1983 δεν υπήρξε προκήρυξη ή διαγωνισμός πρόσληψης υπαλλήλων στην Ε.ΥΔ.Α.Π., δεν ασκεί, εν προκειμένω, έννομη επιρροή, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε, η εφεσίβλητη άσκησε το σχετικό δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο και, συγκεκριμένα, επειδή, λόγω της πλαστότητας του σχετικού τίτλου σπουδών και της ομολογημένης γνώσης της πλαστότητας εκ μέρους του εκκαλούντος, εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας με τον εργαζόμενο και κλονίσθηκε ανεπανόρθωτα η αρχή της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, που έχει, ως αποτέλεσμα, τη μη ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης.
Εν όψει των παραπάνω, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς τις επικουρικές βάσεις της διότι η για τον παραπάνω λόγο καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955 ούτε προσέκρουε στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε οποιαδήποτε ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, στην οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί η επικουρικότερη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού|».
Κρίνοντας, έτσι, το εφετείο και κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, δεν παραβίασε ευθέως το άρθρο 281 ΑΚ και τις κανονιστικές διατάξεις «κεφάλαιο Β', αριθμός 1 στοιχείο (δ) και αριθμός 2 στοιχείο (α)» της από 02.07.1991 Ε.Σ.Σ.Ε. ούτε παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τα άρθρα 5 παράγραφοι 1, 2 ν. 2112/1920 και 7 ν. 3198/1955 καθώς και τα άρθρα 216 και 386 ΠΚ και, ειδικότερα:
Υπό τις ως άνω παραδοχές, δεν ήταν εφαρμοστέες η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι κανονιστικές διατάξεις «κεφάλαιο Β' αριθμός 1 στοιχείο (δ) και αριθμός 2 στοιχείο (α)» της από 02.07.1991 Ε.Σ.Σ.Ε. καθώς και η διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ και ορθώς το εφετείο δεν τις εφήρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα τα άρθρα 5 παράγραφοι 1, 2 ν. 2112/1920, 7 ν. 3198/1955 και 216 παράγραφοι 2 - 1 ΠΚ, που ορθώς το εφετείο εφήρμοσε και δέχθηκε την εγκυρότητα της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως εργασίας επίσης, διέλαβε στην 2213/2019 απόφασή του πλήρεις (σαφείς) αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως εργασίας ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθή ή μη εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλείται.
Πράγματι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της 2213/2019 αποφάσεως, η καταγγελία της επίμαχης συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος έγινε, συνεπεία προηγηθείσης υποβολής μηνύσεως, σε βάρος του (αναιρεσείοντος), από την αναιρεσίβλητη και η μήνυση δεν υποβλήθηκε προσχηματικά ώστε η καταγγελία να μην εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στο οικείο έγγραφο καταγγελίας αναφερόταν ότι η καταγγελία γίνεται μετά την υποβολή μηνύσεως. Η κατηγορία ήταν υποστατή, αντικειμενικά και υποκειμενικά και αφορά την χρήση από τον αναιρεσείοντα, εν γνώσει του, την 01.06.1983, πλαστού εγγράφου, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του για την ένταξή του στην κατηγορία ΜΕΔΟ3, ως διοικητικοοικονομικό προσωπικό μέσης εκπαιδεύσεως.
Το υποστατό της κατηγορίας παρεμπιπτόντως εξετάσθηκε, αφού κατά την από 01.06.2016 αναφορά του αρμοδίου Εισαγγελέως, «ενδεχόμενες αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και απάτης, που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, να έχουν υποπέσει σε παραγραφή». Η αξιόποινη πράξη (έγκλημα), που αποτέλεσε, ως άνω, τον λόγο της καταγγελίας, φέρει τον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (άρθρο 216 παρ.2 ΠΚ), έχει άμεση σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας του αναιρεσείοντος και επηρέασε σημαντικά δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσεως ώστε η καταγγελία, χωρίς την καταβολή της αποζημιώσεως, ήταν έγκυρη και δεν κατέστησε την αναιρεσίβλητη υπερήμερη.
Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως π ρ ώ τ ο ς , ως προς τις υπό στοιχεία (i) και (iv) μ ε ρ ι κ ό τ ε ρ ε ς α ι τ ι ά σ ε ι ς από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, τ ρ ί τ ο ς , ως προς α μ φ ό τ ε ρ ε ς τ ι ς μ ε ρ ι κ ό τ ε ρ ε ς υπό στοιχεία (i) και (ii) α ι τ ι ά σ ε ι ς, από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ καθώς και τ έ τ α ρ τ ο ς από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, σύμφωνα και όσα εκτέθηκαν στην (Ι) μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμοι.
Εξ άλλου, από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην 2213/2019 απόφαση, όπως διατυπώνεται, κατά τα παραπάνω και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται αμφιβολία ότι το εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπ’ όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και εκείνα, τα οποία ο αναιρεσείων παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε, ήτοι και την 3519/9.3.2017 ένορκη βεβαίωση, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και τη νόμιμη κατάθεση του μάρτυρος Β.
Γ. και το 3484/7.8.2015 έγγραφο της αναιρεσίβλητης. Ως εκ τούτου, ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, κατά την υπό στοιχείο (vi) μ ε ρ ι κ ό τ ε ρ η α ι τ ί α σ η από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην (Ι) νομική σκέψη, είναι αβάσιμος. Τέλος, κατά τις ως άνω πραγματικές παραδοχές, το εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία «δεν ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος» και απέρριψε στην ουσία την σχετική βάση της αγωγής.
Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην (Ι) μείζονα σκέψη, ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (v) μ ε ρ ι κ ό τ ε ρ η α ι τ ί α σ η από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 07.11.2019 αίτηση για αναίρεση της 2213/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.
Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό (άρθρ 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07.11.2019 αίτηση για αναίρεση της 2213/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ