Legislator Case Law & Legislation
1105/2019 AI generated

1105/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1105/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1105/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήσαν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και n έφεση επαναξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την απόφαση αυτή, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
municipal land common property contiguous zone rural areas residential villa zone public property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1105 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1105/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Καραμπατζό.

Του καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Δασκαλαντωνάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-1981 αγωγή του ήδη καλούντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3387/1983,2698/1984 προδικαστικές, 33723/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3257/2000, 2378/2001, 96/2005 προδικαστικές και 2276/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 13-10-2005 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 458/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Μετά τη συζήτηση εκδόθηκε η 658/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 14-10-2016 αίτησή του και τους από 4-9-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 486/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία συνεκδίκασε την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους, αναίρεσε την 658/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κράτησε την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 7-11-2018 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται ενώπιον του Τμήματος αυτού για νέα συζήτηση η υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση, με την από 7-11-2018 κλήση της ενάγουσας-εφεσίβλητης Ισραηλιτικής Κοινότητας, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 486/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 658/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο. Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής.

Συνεπώς κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήσαν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και n έφεση επαναξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την απόφαση αυτή, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ.

και αφού παρασχεθεί n δυνατότητα στους διαδίκους να προβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα νια την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Εάν δε η εφετειακή απόφαση δεν αναιρέθηκε κατά τη διάταξή της, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αλλά για τον λόγο ότι δεν ερευνήθηκε προβληθείς από τον εναγόμενο αυτοτελής ισχυρισμός που κατέτεινε, όχι στην εξαφάνιση της απόφασης, αλλά στην απόρριψη της αγωγής λόγω της απόσβεσης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος προς άσκησή της, με την παρέλευση άπρακτης της από το νόμο προβλεπόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας, σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής είναι η, μετά τη διακράτηση της υπόθεσης από αυτό και την εκδίκαση κατ' ουσίαν της αγωγής, έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των συνιστώντων τον, ως άνω, αυτοτελή ισχυρισμό πραγματικών περιστατικών που προβλήθηκαν από τον εναγόμενο (ΑΠ 458/2008).

Ειδικότερα, η εφεσίβλητη-ενάγουσα Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, με την από 7-2-1981 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξέθετε ότι είναι κυρία της επαρκώς περιγραφόμενης στο δικόγραφο της έκτασης, που βρίσκεται στη …., η οποία ανήκε προηγουμένως στον Ιταλό υπήκοο Ι. Σ. Μ., και δυνάμει του από 26-12-1920 β.δ.

απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, μαζί με άλλες ιδιοκτησίες, συνολικής έκτασης 290.927 τετραγωνικών πήχεων, για την αποκατάσταση των πυροπαθών Ισραηλιτών από την μεγάλη πυρκαγιά του έτους 1917. Ότι μετά τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος έλαβε στη νομή της την απαλλοτριωθείσα έκταση, συμπεριλαμβανομένης και της, ως άνω, επίδικης υπ' αριθ. 26 ιδιοκτησίας, πλην όμως η διαδικασία προσδιορισμού της αποζημίωσης καθυστέρησε λόγω αμφισβήτησης της κυριότητας μεταξύ του, ως άνω, Ιταλού υπηκόου και της Ε.

Ι., μετά δε τη λήξη του μεταξύ τους δικαστικού αγώνα ο Ι. Σ. Μ. ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος, πλην όμως η σχετική δίκη διακόπηκε αρχικά σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2636/1940 "περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών" και στη συνέχεια με το θάνατο, στις 16-11-1943, τούτου, ο οποίος με δημόσια διαθήκη του, εγκατέστησε ως κληρονόμους του τα τέκνα του Η., Α., Α.

και Κ. και τις νύφες του Μ. και Ζ., κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Ότι αναφορικά με τους κληρονόμους του, Η., Α. και Α., η εν λόγω απαλλοτρίωση συντελέσθηκε, αφού οι τελευταίοι εισέπραξαν την ορισθείσα οριστική αποζημίωση, ενώ ως προς τους λοιπούς κληρονόμους του, Κ., Μ. και Ζ., η δίκη διακόπηκε, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ.

της 5/13-5-1955, τα δικαιώματα των κληρονόμων αυτών, περιήλθαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως εχθρική περιουσία, ενώ εκείνη (ενάγουσα) παρακατέθεσε νομοτύπως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αναλογούσα σ' αυτούς μερίδα στην αποζημίωση. Ότι η τελευταία (ενάγουσα) απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης, κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου που ανήκε στην κυριότητα των, ως άνω, τριών κληρονόμων, του αρχικού ιδιοκτήτη, με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι τη νεμήθηκε με καλή πίστη, μετά την υπέρ αυτής αναγκαστική απαλλοτρίωση, από το έτος 1921 και μέχρι την 13-5-1955, ημερομηνία κατά την οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ.

της 5/13-5-1955, τα δικαιώματα των κληρονόμων του αρχικού κυρίου, ως άνω, Ιταλού υπηκόου, περιήλθαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως εχθρική περιουσία, αλλά και στη συνέχεια και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών.

Ότι το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, παρόλο που κανένα δικαίωμα κυριότητας δεν απέκτησε στο ανωτέρω ποσοστό, δεδομένου ότι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του προαναφερόμενου β.δ., αυτή είχε ήδη αποκτήσει πρωτοτύπως την κυριότητα του επιδίκου ποσοστού ακινήτου με τακτική αλλά και έκτακτη χρησικτησία, και οι ως άνω κληρονόμοι-Ιταλοί υπήκοοι, κανένα δικαίωμα κυριότητας δεν είχαν στο επίδικο, αμφισβητεί την κυριότητά της επί των 3/6 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, ισχυριζόμενο ότι περιήλθε σ' αυτό κατά το πιο πάνω ιδανικό μερίδιο ως εχθρική περιουσία.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία του εν λόγω ακινήτου και ότι n αξίωση του εναγομένου για απόληψη της οφειλόμενης από την απαλλοτρίωση του ακινήτου αυτού αποζημίωση έχει παραγραφεί. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 33723/1999 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 13.111,50 τετραγωνικών πήχεων και η υπ' αριθ. 2276/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία τμήματος του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 4.588 τ.μ.

Κατά της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης το εν μέρει ηττηθέν εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 13-10-2005 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την οποία ζήτησε την αναίρεσή της για τον αναφερόμενο σ' αυτήν λόγο, που συνίσταται στην παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το Εφετείο, του αυτοτελούς ισχυρισμού του, που προέβαλε με τις προτάσεις του, για πρώτη φορά, ενώπιον του, ότι το ένδικο δικαίωμα της αντιδίκου του ενάγουσας, αποσβέστηκε με την παρέλευση της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1530/1950, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 2 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του β.δ.

της 4/13-5-1955 τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, εντός της οποίας και μόνο μπορούσε αυτή, ως τρίτη-μη εχθρός, να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου, που αποτελούσε εχθρική περιουσία, ανήκουσα αρχικά στον Ιταλό Ι. Σ. Μ., μετά δε τον επισυμβάντα θάνατο του, στους κληρονόμους του, ήτοι τα τέσσερα τέκνα του και τις δύο νύφες του, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, με αγωγή στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως έχουσα έννομο συμφέρον, αμφισβητώντας το δικαίωμα του τελευταίου στο εν λόγω ακίνητο.

Επί της, ως άνω, αίτησης αναίρεσης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 458/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβληθείσα εφετειακή απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον, ως άνω, παραδεκτώς για πρώτη φορά ενώπιον του προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την ήδη εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από αυτό (Εφετείο), τον οποίο (αυτοτελή ισχυρισμό) το τελευταίο όφειλε να ερευνήσει (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ).

Ακολούθως το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. 658/2016 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι η προηγούμενη 2276/2005 απόφασή του δεν αναιρέθηκε κατά τη διάταξή της με την οποία είχε γίνει δεκτή τυπικά και κατ'ουσία η έφεση του εναγομένου, προχώρησε στην έρευνα και δέχθηκε ως βάσιμο κατ'ουσία τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του εναγομένου-εκκαλούντος και απέρριψε την αγωγή της εφεσίβλητης κατ'ουσία, χωρίς να προβεί σε διερεύνηση του από πλευράς της τελευταίας (εφεσίβλητης) προβληθέντος ενώπιόν του ισχυρισμού, προς αντίκρουση τούτου, ότι, πέραν της με την αγωγή προβαλλόμενης κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου κατά το προαναφερθέν ποσοστό με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, εκείνη (ενάγουσα), με τη συντέλεση της αναφερόμενης στο σκεπτικό της απόφασης απαλλοτρίωσης που έλαβε χώρα με την πλήρη καταβολή της καθορισθείσας νομοτύπως αποζημίωσης, για την οποία εκδόθηκε το συναφές γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης και τη δημοσίευση της σχετικής ειδοποίησης στο ΦΕΚ, το έτος 1934, απέκτησε και εξ αυτού του λόγου την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και αποσβέσθηκε έκτοτε κάθε εμπράγματο επ' αυτού δικαίωμα του προηγουμένου κυρίου Ι.

Σ. Μ. και οποιουδήποτε άλλου τρίτου προσώπου και ότι ως εκ τούτου, η επίδικη περιουσία, ως "μη εχθρική", δεν θα μπορούσε να τεθεί σε μεσεγγύηση, σύμφωνα με τον α.ν. 2636/1940 και να περιέλθει, στη συνέχεια, στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου.

Τέλος, το Δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθ. 486/2018 απόφασή του ανήρεσε την ανωτέρω εφετειακή απόφαση, δεχόμενο τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβληθέντα αναιρετικό λόγο ότι, δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στη δίκη και δη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της εφεσίβλητης ακολούθως δε, κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση.

Κατόπιν αυτών, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν η υπόθεση κατά την έκταση που αναλυτικώς κατωτέρω διαλαμβάνεται, με σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, διάταξη ως προς την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την 486/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Με το άρθρο 79 παρ. 1 εδ. α' της από 10.2.1947 Συνθήκης Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και των Συνασπισμένων Δυνάμεων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947, ορίζεται ότι καθένας από τους Συμμάχους και κάθε μία από τις Συνασπισμένες Δυνάμεις, θα έχει το δικαίωμα να κατάσχει, να παρακρατήσει ή να εκκαθαρίσει όλες τις περιουσίες, δικαιώματα ή συμφέροντα, τα οποία κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της συνθήκης αυτής βρίσκονται στο έδαφος της και ανήκουν στην Ιταλία η σε Ιταλούς υπηκόους και να λάβει κάθε άλλο μέτρο σχετικά με τις περιουσίες αυτές ή δικαιώματα ή συμφέροντα.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 1530/1950 "περί συμπληρώσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως ενίων διατάξεων του ν.δ. 1138/1949 "περί των εχθρικών περιουσιών", το οποίο με βάση το β.δ. της 4/13.5.1955 επεκτάθηκε από τη δημοσίευση του τελευταίου και επί των ιταλικών περιουσιών, "1.Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ άλλης διατυπώσεως εις το Ελληνικόν Δημόσιον αι κατά την έννοιαν του ν.δ. 1138/1949 εχθρικαί περιουσίαι κατά πλήρες κυριότητος και νομής δικαίωμα.

Από της αυτής χρονολογίας περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ άλλης διατυπώσεως εις το Ελληνικόν Δημόσιον και πάντα τα δικαιώματα περί ων αι διατάξεις του άρθρου 3 του αυτού Ν.Δ/τος .... 2. Νομήν επί των περιερχομένων εις το Ελληνικόν Δημόσιον, κατά τας διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, περιουσιακών στοιχείων θεωρείται έχον από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος μόνον το Δημόσιον και άνευ υλικής κατοχής αυτών, αποκλεισμένης της αναγνωρίσεως ως νομέως οιουδήποτε τρίτου και καθ' οιανδήποτε προσωρινήν ή τακτικήν διαδικασίαν .... 3.Προκειμένου περί ακινήτων η μεταβίβαση της κυριότητος θεωρείται τελειωθείσα αυτοδικαίως και άνευ ετέρας πράξεως ή διατυπώσεως δυνάμει του παρόντος νόμου, η επελθούσα δε μεταβολή της κυριότητος σημειούται απλώς εν τοις βιβλίοις των μεταγραφών κατόπιν εγγράφου του Υπουργού των Οικονομικών ή του υπό τούτου ειδικώς εξουσιοδοτημένου οργάνου προς τον οικείον φύλακα μεταγραφών".

Ως εχθρικές περιουσίες, κατά την έννοια των οποίων περιλαμβάνονται και τα ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, νοούνται σύμφωνα με τα άρθρα 1-3 του ν.δ. 1138/1949 οι περιουσίες, που, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανήκαν στο Γερμανικό Κράτος ή σε νομικά πρόσωπα. τα οποία είχαν τη έδρα τους στη Γερμανία ή σε Φυσικά πρόσωπα, που είχαν τη γερμανική ιθαγένεια, μετά δε την επέκταση της ισχύος των ως άνω διατάξεων του α.ν. 1530/1950 και ν.δ. 1138/1949 με τα β.δ.

της 9/23.10.1952 και της 4/13.5.1955 (που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων του άρθρ. 37 του ν.δ. 1138/1949 και 16 του α.ν. 1530/1950) και επί των ιταλικών περιουσιών, νοούνται και οι περιουσίες, που, κατά τον κρίσιμο χρόνο ανήκαν στο Ιταλικό Κράτος ή σε νομικά πρόσωπα. τα οποία είχαν τη έδρα τους στην Ιταλία ή σε φυσικά πρόσωπα, που είχαν την ιταλική ιθανένεια.

Προϋπόθεση νια την περιέλευση των περιουσιών της Ιταλίας ή των Ιταλών υπηκόων στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι να βρισκόταν το ακίνητο στο Ελληνικό έδαφος και να ανήκε κατά την 22.10.1947, που δημοσιεύθηκε το ν.δ. 423/1947 περί κύρωσης της προαναφερθείσας από 10.2.1947 Συνθήκης Ειρήνης, στην Ιταλία ή σε Ιταλό υπήκοο, ανεξάρτητα αν αυτός είχε και άλλη υπηκοότητα (ΟλΑΠ 5/2006.

ΑΠ 1134/2011. ΑΠ 458/2008). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 του, ως άνω, α.ν. 1530/1950 ορίζεται: "1. Τρίτοι, μη εχθροί διεκδικούντες ίδια. οιασδήποτε φύσεως, δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων, περί ων αι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν.δ. 1138/1949. δικαιούνται, ως πας έχων έννομον συμφέρον μη εχθρός, αμφισβητών τα κατά τας ως άνω διατάξεις δικαιώματα του Δημοσίου, όπως, εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας, αρχομένης από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, και μn παρεκτεινομένης λόγω αποστάσεως, αιτήσωνται την αναγνώρισιν και ικανοποίησιν του δικαιώματος των δι' αγωγής των απευθυνομένης ενώπιον του υπό των διατάξεων του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου προβλεπομένου δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών) στρεφομένης κατά του Δημοσίου και κοινοποιουμένης αυτώ εντός οκτώ ημερών από της καταθέσεώς της.

Μόνη η κατάθεσις της αγωγής παρά τω δικαστηρίω ουδέν επάγεται έννομον αποτέλεσμα, αν δεν μνημονεύωνται εν αυτή τα αποδεικτικά μέσα και δεν επισυνάπτωνται ταύτη τα αποδεικτικά έγγραφα. 2. Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και εις τας περιπτώσεις, καθ' ας τρίτοι, μη εχθροί, προβάλλουσιν οιανδήποτε αξίωση κατά του κυρίου των κατά τας διατάξεις του ν.δ. 1138/1949 και του παρόντος Νόμου περιερχομένων εις το Ελληνικόν Δημόσιον περιουσιακών στοιχείων. 3.

Αι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και εις τας περιπτώσεις, καθ' ας οιοσδήποτε έχων έννομον συμφέρον, μη εχθρός, αμφισβητεί κατά τας διατάξεις του ν.δ. 1138/1949 και του παρόντος Νόμου δικαιώματα του Δημοσίου. 4. Επίσης αι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και εις τας περιπτώσεις, περί ων αι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 του ν.δ. 1138/1949, ως αι διατάξεις αύται συνεπληρώθησαν δια του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου. 5.

Υπό τον όρον "μη εχθροί" νοούνται δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία δεν είναι τέως εχθροί υπό την έννοια του ν.δ. 1138/1949 και εκείνα, τα οποία δεν είναι ουδ' υπήρξαν εχθροί υπό την έννοια του α.ν. 2636/1940". Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, εκ των οποίων ειδικώς εκείνη της παρ. 1 άρθρου 2 του α.ν. 1530/1950 που αφορά την αφετηρία της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας δεν αντίκειται στο δικαίωμα κάθε προσώπου παροχής δικαστικής προστασίας, εντός λογικής προθεσμίας, από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο που λειτουργεί νομίμως, όπως προβλέπουν τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ούτε παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 458/2008), προκύπτει, ότι η προαναφερόμενη προθεσμία ισχύει μόνο για αγωγή που εγείρεται από μη εχθρό και αναφέρεται μόνο σε εκείνες τις, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, εχθρικές περιουσίες, για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο είχε εκδηλώσει τη βούλησή του να ασκήσει, πριν από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1530/1950, τα από το ν.δ. 1138/1949 δικαιώματά του με κατάσχεση, εκκαθάριση ή διάθεση αυτών κατά τη διαδικασία που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 ή και προς εκείνες από αυτές, οι οποίες πριν από την ισχύ αυτού του α.ν.

είχαν περιέλθει ως μεσεγγυημένες υπό κατοχή του Οικονομικού Εφόρου, ως διαχειριστή τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 6, 7, 12 και 13 του α.ν. 2636/1940. Στο β.δ. της 4/13.5.1955, με το οποίο επεκτάθηκε η ισχύς του ν.δ. 1138/1949 και του α.ν. 1530/1950 επί των Ιταλικών περιουσιών, ορίζονται, επίσης μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Άρθρο 1 παρ. 2 : "Εξαιρούνται της κατά του παρόντος άρθρου επεκτάσεως οι διατάξεις:

α) ... β) ... γ) ... δ) ... ε) της παρ. 2 του άρθρου 2 του α.ν. 1530/1950, στ) της παρ. 4 του άρθρου 2 του α.ν. 1530/1950, καθ' ο μέρος η διάταξις αυτή αφορά εις τας περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου της παρανράφου 3 του άρθρου 2 του ν.δ. 1138/1949, τας περιπτώσεις της παρ. 4 του αυτού άρθρου και τας περιπτώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του α.ν. 1530/1950 ...".

Άρθρο 2 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο: "Όπου εν ταις διατάξεσι, ως επεκτείνεται δια του παρόντος η εφαρμογή, ορίζεται ή αναφέρεται εν εκάστη ειδική περιπτώσει ως χρονικόν σημείον ενάρξεως διαδρομής προθεσμιών η χρονολογία ενάρξεως της ισχύος αυτών, δια την εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, ως αυτή επεκτείνεται δια των διατάξεων του άρθρου 1 του παρόντος, θεωρείται αντιστοίχως ως τοιούτον χρονικόν ση μείον ή όριον η χρονολογία της ενάρξεως του παρόντος διατάγματος".

Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκειμένου να προβάλει τρίτος, μη εχθρός, δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο με βάση τις διατάξεις του πιο πάνω β.δ. της 4/13.5.1955, τα οποία (περιουσιακά στοιχεία) αναφέρονταν σε εχθρικές περιουσίες, για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο είχε ασκήσει, πριν από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1530/1950, τα από το ν.δ. 1138/1949 δικαιώματά του με κατάσχεση, παρακράτηση, εκκαθάριση η διάθεση αυτών κατά τη διαδικασία που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 ή και προς εκείνες από αυτές, οι οποίες πριν από αυτόν τον α.ν.

είχαν περιέλθει ως μεσεγγυημένες υπό την κατοχή του Οικονομικού Εφόρου ως διαχειριστή αυτών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 6, 7, 12 και 13 του α.ν. 2636/1940, έπρεπε να ασκήσει τα δικαιώματά του αυτά με έγερση αναγνωριστικής αγωγής κατά του Δημοσίου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία, που άρχιζε από την έναρξη ισχύος του εν λόγω β.δ., δηλαδή στις 13.5.1955 (άρθρο 2 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1530/1950, η οποία δεν εξαιρέθηκε της επέκτασης εφαρμογής από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του πιο πάνω β.δ. (ΑΠ 832/2007, ΑΠ 458/2008).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του α.ν. 2636 της 10/10 Νοεμβρίου 1940 "Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών", σε εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το από 10/10 Νοεμβρίου 1940 β.δ. "περί ορισμού ως εχθρικών κρατών κατά την έννοιαν του α.ν. 2636/1940 της Ιταλίας και Αλβανίας και θέσεως εις εφαρμογήν ως προς τα κράτη ταύτα των διατάξεων του ανωτέρω νόμου", ορίζεται ότι "Εχθροί υπό την έννοιαν του παρόντος Νόμου θεωρούνται α) τα Κράτη άτινα δια Β.Δ.

εκδιδομένων προτάσει του Προέδρου της Κυβερνήσεως, του Υπουργού των Εξωτερικών και του Υπουργού των Οικονομικών ορίζονται εκάστοτε ως εχθρικά υπό την έννοιαν του παρόντος Νόμου ..., β) Τα φυσικά πρόσωπα, άτινα κέκτηνται την ιθαγένειαν των κατά την περίπτωσιν α εχθρικών Κρατών ή έχουσι κατοικίαν ή μόνιμον διαμονήν εν αυτοίς γ) ... ".

Στο άρθρο 6 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "Αι εν Ελλάδι εχθρικαί περιουσίαι τίθενται υπό μεσεγγύησιν από της θέσεως εν εφαρμογή του παρόντος Νόμου, απαγορεύεται δε και είναι άκυρος πάσα διάθεσις των περιουσιών τούτων παρά του εχθρού δικαιούχου ή παρά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου". Στο άρθρο 12 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1.

Διαχειρισταί των υπό μεσεγγύησιν εχθρικών περιουσιών είναι εκ του Νόμου οι Οικονομικοί Έφοροι της περιφερείας εν η κείται έκαστον περιουσιακόν στοιχείον. 2. Όπου εδρεύουσι πλείονες Οικονομικοί Έφοροι ο διαχειριστής ορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών μεταξύ αυτών. 3. Δι' αποφάσεως του αυτού Υπουργού επιτρέπεται να ορίζονται διαχειρισταί αντί του Οικονομικού Εφόρου άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώται, εάν η υπό του Οικονομικού Εφόρου άσκησις της διαχειρίσεως είναι δυσχερής".

Τέλος στο άρθρο 13 του νόμου αυτού, με τίτλο "Καθήκοντα και εξουσίαι διαχειριστών", ορίζεται ότι "1. Οι διαχειρισταί έχουσι καθήκον την ανεύρεσιν, καταγραφήν, συντήρησιν και την κατά τον συνήθη προορισμόν εκμετάλλευσιν των μεσεγγυηθεισών περιουσιών, λαμβάνοντες τα προς τούτο αναγκαία παντός είδους μέτρα, την επιδίωξιν της ικανοποιήσεως των μεσεγγυημένων απαιτήσεων, ως και την ικανοποίησιν των κατά του κυρίου της μεσεγγυηθείσης περιουσίας δικαιωμάτων τρίτων.

Οι διαχειρισταί επιλαμβάνονται άμα τη θέσει εν εφαρμογή του παρόντος Νόμου ή άμα τω διορισμώ των της κατοχής της υπό μεσεγγύησιν εχθρικής περιουσίας. 2. Οι διαχειρισταί εκπροσωπούσι πλήρως, δικαστικώς και εξωδίκως, τον κύριον της υπό μεσεγγύησιν περιουσίας εντός των ορίων των κατά την παρ. 1 καθηκόντων των, προς τούτους δε και μόνους κοινοποιούνται υποχρεωτικώς πάντα τα την περιουσίαν του κυρίου αφορώντα δικαστικά ή εξώδικα έγγραφα πάσης φύσεως. 3.

Τα της διαχειρίσεως των υπό μεσεγγύησιν περιουσιών, ο τρόπος της τηρήσεως των σχετικών βιβλίων και η λογοδοσία των διαχειριστών κανονίζονται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως". Με το β.δ. της 10/10.11.1940, που ίσχυσε αναδρομικά από της 28.10.1940, ορίστηκε ότι μεταξύ των προσώπων που χαρακτηρίζονται ως "εχθρός" κατά τις διατάξεις του, ως άνω, α.ν.

περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα που έχουν ιθαγένεια ιταλική. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι "εχθρικές" περιουσίες, που έχουν τεθεί υπό μεσεγγύηση αυτοδικαίως από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 2636/1940, δηλαδή χωρίς να απαιτείται η έκδοση διοικητικής ή δικαστικής πράξης, απαγορεύεται να διατεθούν από τον "εχθρό" δικαιούχο (άρθρο 6 του νόμου αυτού).

Δεν καθίστανται όμως ανεπίδεκτες χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, κατά τη διάρκεια της μεσεγγύησής τους, εκ μέρους τρίτων μη "εχθρών". Τούτο δε διότι ανεπίδεκτα χρησικτησίας είναι, κατά το άρθρο 1054 ΑΚ, μόνο τα εκτός συναλλαγής πράγματα, ενώ αντιθέτως τα πράγματα των οποίων απαγορεύεται από το νόμο η διάθεση (άρθρο 175 ΑΚ), μεταξύ των οποίων και οι "εχθρικές περιουσίες" από τον "εχθρό" δικαιούχο, δεν είναι κατ' αρχήν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, εκτός αν προκύπτει άμεσα ή έμμεσα το αντίθετο από τη διάταξη που θεσπίζει την απαγόρευση διάθεσης.

Όμως, από καμία διάταξη του ως άνω α.ν. 2636/1940, αλλά και των μεταγενεστέρων. που τροποποίησαν και συμπλήρωσαν αυτόν δεν προκύπτει ότι η θέση υπό μεσεγγύηση "εχθρικής περιουσίας" συνεπάγεται απολίθωση της νομικής κατάστασής της στο χρόνο έναρξης της μεσεγγύησης, ούτε καθιστά τα δικαιώματα του "εχθρού" επί των στοιχείων της "εχθρικής περιουσίας" απαράγραπτα και τα περιλαμβανόμενα σ' αυτήν κινητά ή ακίνητα πράγματα οιονεί εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας.

Ειδικά το Δημόσιο έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει στα ακίνητα αυτά νομή χρησικτησίας και να αποκτήσει έτσι την κυριότητά τους, εφόσον θεωρηθεί ως τρίτος σε σχέση με τα υπό μεσεγγύηση "εχθρικά" ακίνητα. Αντιθέτως, δεν έχει τέτοια δυνατότητα, αν, με βάση τις διατάξεις του α.ν. 2636/1940, έχει την ιδιότητα του κατόχου αυτών και τα διαχειρίζεται ως αντιπρόσωπος στη νομή του κυρίου τους "εχθρού", διότι στην περίπτωση αυτή, εφόσον εξωτερικεύσει τη βούληση του να είναι εφεξής αυτό νομέας, θα θεωρηθεί ότι αντιποιείται τη νομή, οπότε αυτή δεν χάνεται για το νομέα "εχθρό" προτού ο τελευταίος λάβει γνώση της αντιποίησης και εφησυχάσει, σύμφωνα με το άρθρο 982 ΑΚ.

Το Δημόσιο, όμως, βάσει του προαναφερόμενου νόμου, ούτε κάτοχος καθίσταται της υπό μεσεγγύηση "εχθρικής περιουσίας", ούτε τη διαχείριση αυτής έχει ως αντιπρόσωπος στη νομή του κυρίου της. Το άρθρο 13 του α.ν. 2636/1940 ορίζει ρητά κατά τα άνω ότι της κατοχής της περιουσίας αυτής επιλαμβάνονται "άμα τη θέσει εν εφαρμογή του παρόντος νόμου ή άμα τω διορισμώ των" οι διαχειριστές, που, κατά το προηγούμενο άρθρο, μπορεί να είναι και άλλοι, εκτός από τον Οικονομικό Έφορο, δημόσιοι υπάλληλοι ή και ιδιώτες, οι οποίοι εκπροσωπούν πλήρως, δικαστικώς και εξωδίκως, τον κύριο της υπό μεσεγγύηση περιουσίας και όχι το Δημόσιο, κατά του οποίου και μπορούν να στραφούν, στην περίπτωση που το τελευταίο ήθελε προσβάλλει ή αμφισβητήσει τα εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα του "εχθρού", όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατάληψης ακινήτου, που ανήκει στον "εχθρό", αφού αυτή καθ' εαυτή η θέση υπό μεσεγγύηση της "εχθρικής περιουσίας" δεν συνεπάγεται την αναστολή της παραγραφής της ενοχικής ή εμπράγματης αξίωσης του "εχθρού" (ΟλΑΠ 5/2006).

Τέλος, το άρθρο 3 του ν. 1322/1918 "περί συμπληρώσεως του ν. 1449 "περί γενικών διοικήσεων εν ταις νέαις χώραις", ο οποίος επέτρεπε την αναγκαστική απαλλοτρίωση εκτάσεων, μεταξύ άλλων, υπέρ θρησκευτικών κοινοτήτων για την ίδρυση οικισμών, όριζε ότι η οφειλόμενη αποζημίωση καθοριζόταν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του ν.

Γ ΝΑ'/1911 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως οικοπέδου προς ανέγερσιν Μεγάρου Δικαστηρίων εν Τριπόλει", εκ των οποίων το μεν άρθρο 2 όριζε ότι "η δια την απαλλοτρίωσιν καταβλητέα αποζημίωσις, λόγω του επείγοντος της απαλλοτριώσεως, θέλει ορισθεί προσωρινώς υπό του Προέδρου των εν Τριπόλει Πρωτοδικών....", το δε άρθρο 3, όπως αυτό ερμηνεύθηκε αυθεντικώς από το άρθρο μόνο του ν. 103/1913, ότι " εάν ο ιδιοκτήτης, μετά γενομένην αυτώ προσφοράν, αρνείται να παραλάβει την υπό του Προέδρου προσωρινώς ορισθείσαν αποζημίωσιν, ης άλλωστε η λήψις δεν αναιρεί το δικαίωμα αυτού όπως αιτήσηται τον οριστικόν καθορισμόν μείζονος αποζημιώσεως παρά του δικαστηρίου ή υπάρχη αμφισβήτησις περί του εις αποζημίωσιν δικαιουμένου, το ποσόν της αποζημιώσεως κατατίθεται εις το αρμόδιον Ταμείον, ειδοποιουμένου περί τούτου του ιδιοκτήτου και δημοσιευομένης της ειδοποιήσεως δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, το δε κτήμα καταλαμβάνεται ακωλύτως οκτώ ημέρας μετά την ως άνω δημοσίευσιν της ειδοποιήσεως....." Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νόμιμα ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή που ορίστηκε με την υπ' αριθ. 2698/1984 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στις υπ' αριθ. 2688/1984 και 1948/1985 εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς και από την υπ' αριθ.

κατάθεσης 110/26-6-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ι. Σ., τοπογράφου μηχανικού, που διορίστηκε με την υπ' αριθ. 2378/2001 απόφαση του Εφετείου, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με το από 26- 12-1920 β.δ., που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 3 του ν. 1322/ 1918, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνες της ενάγουσας Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, που αποτελεί ΝΠΔΔ, για την αποκατάσταση των πυροπαθών Ισραηλιτών από την πυρκαγιά του έτους 1917, συνολική έκταση 290.927 τετραγωνικών πήχεων, που βρίσκεται στη … και συνόρευε ανατολικά και βόρεια με αγρούς αγνώστων ιδιοκτητών, δυτικά με την οδό ...

και νότια με χείμαρρο και τεμνόταν από βορρά προς νότο σε δύο τμήματα από την τότε οδό ….. και σήμερα …... Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβανόταν και η με αριθμό 26 ιδιοκτησία, που ανήκε στον Ιταλό υπήκοο Ι. Σ. Μ. και συνόρευε ανατολικά με τις υπ' αριθ. 20, 21, 22, 23 ιδιοκτησίες των Μ. Α., Ι. Κ. και Μ.

Ν., δυτικά με την άλλοτε οδό ….και ήδη ….., βόρεια με την υπ' αριθ. 25 ιδιοκτησία του Προξένου της Αυστρίας και νότια με την υπ' αριθ. 27 ιδιοκτησία των Χ. Π., Γ. και Σ. Μ.. Μετά τη δημοσίευση του εν λόγω β.δ., με το οποίο κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, η ενάγουσα επελήφθη της νομής της απαλλοτριωθείσας έκτασης, στην οποία κατασκεύασε τα απαραίτητα έργα υποδομής, ανήγειρε κατοικίες και διαμόρφωσε τον ισραηλιτικό συνοικισμό 0151, σύμφωνα με το εγκεκριμένο το έτος 1925 σχέδιο ρυμοτομίας της πόλης της …...

Βάσει του σχεδίου αυτού, τμήμα της υπ' αριθ. 26 ιδιοκτησίας, απετέλεσε, μαζί με τις υπ' αριθ. 22, 23 και 24 ιδιοκτησίες, το 23 ΟΤ, που περικλείεται από τις οδούς ….. (πρώην ….), ….., …. …. και …. ενώ άλλο τμήμα της καταλήφθηκε από την οδό ….και το υπόλοιπο απετέλεσε μαζί με άλλες ιδιοκτησίες το ….. ΟΤ. Εξάλλου, η ενάγουσα κατέβαλε την καθορισθείσα νομοτύπως, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, με την υπ' αριθ. 1664/1923 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, προσωρινή αποζημίωση που αφορούσε, εκτός των άλλων, και την επίδικη ιδιοκτησία, με την κατάθεση του σχετικού υπ' αριθ. 1933/1934 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τη δημοσίευση της ειδοποίησης για την κατάθεση του σχετικού χρηματικού ποσού στο υπ' αριθ.

….41/14-11-1934 Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Η επίδικη υπ' αριθ. 26 ιδιοκτησία, όπως αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ στο συνημμένο στην από 26-6-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα, έχει συνολικό εμβαδόν 7.332,94 τ.μ. και από την έκταση αυτή, α) τμήμα εμβαδού 480,84 τμ., καταλαμβάνει η οδός …., που δημιουργήθηκε σε εφαρμογή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ….., είναι κοινόχρηστη και ανήκει στην κυριότητα του Δήμου …. (άρθρα 967 και 968 ΑΚ), β) τμήμα εμβαδού 1.108,67 τμ., καταλαμβάνει η ιδιοκτησία των Ι.

Μ. και Β. χήρας Γ. Β., που αναγνωρίστηκαν αμετάκλητα κύριοι με την υπ' αριθ. 126/1970 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με τις υπ' αριθ. 161/1971 και 870/1973 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, γ) τμήμα εμβαδού 1.155,43 τμ., κατατμήθηκε από την ενάγουσα σε αυτοτελή οικόπεδα, τα οποία εκείνη εκποίησε σε τρίτους μη διαδίκους και δ) η υπόλοιπη έκταση εμβαδού 4.588 τμ., αποτελείται από δύο τμήματα, ήτοι τμήμα εμβαδού 4.170,92 τμ., που περικλείεται μεταξύ των οδών …., ….., ….

και …. …., στο οποίο υπάρχουν μικρά κτίσματα, πρατήριο υγρών καυσίμων, πλυντήρια αυτοκινήτων και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων και τμήμα εμβαδού 417,08 τμ., που περικλείεται μεταξύ των οδών …. …. και την ιδιοκτησία Ι. Μ. κλπ., στο οποίο έχει ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο, ως άνω, κύριος της απαλλοτριωθείσας υπ' αριθ. 26 ιδιοκτησίας, Ιταλός υπήκοος, Ι.

Σ. Μ., απεβίωσε στην …. την 16-11-1943 και κληρονομήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ. ….88/1940 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μ. Ο. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 62/8-4-1947 πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από τα τέκνα του Η. ή Ε., Α., Α. και Κ. και τις νύφες του Μ. και Ζ., Ιταλούς υπηκόους, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Κατά το έτος 1947 και πριν από την ισχύ του α.ν. 1530/1950, δηλαδή πριν από την 9-11-1950, το επίδικο ακίνητο συνολικού εμβαδού 4.588 τμ., τέθηκε υπό τη μεσεγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ως εχθρική περιουσία κατά τις διατάξεις του α.ν. 2636/1940, ως ανήκον σε Ιταλούς υπηκόους (ήτοι τους κληρονόμους του Ι. Σ. Μ., Κ., Μ. και Ζ.), καθόσον με το β.δ.

της 10/10.11.1940, που ίσχυσε αναδρομικά από της 28.10.1940, ορίστηκε ότι μεταξύ των προσώπων που χαρακτηρίζονται ως "εχθρός" κατά τις διατάξεις του παραπάνω α.ν. περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα που έχουν ιθαγένεια ιταλική και ορίστηκαν ως διαχειριστές οι Κ. Α. και Γ. Δ., υπάλληλοι του Γραφείου ΔΑΠ …., οι οποίοι το διαχειρίζονταν έκτοτε και το παρέδωσαν στη συνέχεια την 21-6-1957 κατά το 1/2 στο Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον το τελευταίο είχε εκδηλώσει τη βούλησή του να ασκήσει, πριν από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1530/1950, τα από το ν.δ. 1138/1949 δικαιώματά του αναφορικα μ. την περιουσία αυτή, η οποία πριν από την ισχύ αυτού του α.ν. είχε περιέλθει ως μεσεγγυημένη υπό την κατοχή των, ως άνω, υπαλλήλων του, ως διαχειριστών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 6, 7, 12 και 13 του α.ν. 2636/1940, έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1530/1950, η ισχύς του οποίου με βάση το β.δ.

της 4/13.5.1955 επεκτάθηκε από τη δημοσίευση του τελευταίου και επί των ιταλικών περιουσιών. Έτσι, προκειμένου να προβάλει η ενάγουσα-τρίτη, μη εχθρός, δικαιώματα, όπως η κυριότητα, επί του επιδίκου ακινήτου, ήτοι περιουσιακού στοιχείου που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο με βάση τις διατάξεις του πιο πάνω β.δ.

της 4/13.5.1955, το οποίο (περιουσιακό στοιχείο) αναφέρεται σε εχθρική περιουσία, για την οποία το Ελληνικό Δημόσιο είχε ασκήσει, πριν από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1530/1950, τα από το ν.δ. 1138/1949 δικαιώματά του, δεδομένου ότι αυτή είχε περιέλθει ως μεσεγγυημένη υπό την κατοχή των ως άνω υπαλλήλων του, ως διαχειριστών, έπρεπε να ασκήσει το επικαλούμενο με την αγωγή δικαίωμά της με έγερση αναγνωριστικής αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία, που άρχισε από την έναρξη ισχύος του εν λόγω β.δ., δηλαδή, στις 13-5-1955 και έληξε την 13-8-1955 (άρθρο 2 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1530/1950, η οποία δεν εξαιρέθηκε της επέκτασης εφαρμογής από τη διάταξη του άρθρου 1 § 2 του πιο πάνω β.δ. (ΑΠ 832/2007, ΑΠ 458/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 10-2-1981 και κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την 20-2-1981, δηλαδή μετά την πάροδο της παραπάνω αναφερόμενης τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας. Και, ναι μεν πράγματι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με τη συντέλεση της προαναφερόμενης απαλλοτρίωσης που έλαβε χώρα με την πλήρη καταβολή της καθορισθείσας νομοτύπως αποζημίωσης, για την οποία εκδόθηκε το συναφές γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης και τη δημοσίευση της σχετικής ειδοποίησης στο ΦΕΚ, περιήλθε στην ενάγουσα η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και αποσβέσθηκε έκτοτε κάθε εμπράγματο επ' αυτού δικαίωμα του προηγουμένου κυρίου Ι.

Σ. Μ. και οποιουδήποτε άλλου τρίτου προσώπου, γεγονός, το οποίο, ως τρόπο κτήσης της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου (από απαλλοτρίωση) με αντίστοιχη αγωγική βάση η ενάγουσα δεν περιελάμβανε στο εισαγωγικό δικόγραφο της από 7-2-1981 αγωγής της και, ως εκ τούτου, η επίδικη περιουσία, ως "μη εχθρική", δεν θα μπορούσε να τεθεί σε μεσεγγύηση, σύμφωνα με τον α.ν. 2636/1940, όπως εκείνη παραδεκτά προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, πλην όμως, και σ' αυτήν την περίπτωση, η ενάσκηση του απορρέοντος εξ αυτού του γεγονότος δικαιώματος της να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του επιδίκου, θα έπρεπε να είχε λάβει χώρα νομοτύπως με την άσκηση της αγωγής της, ενώπιον του αποκλειστικώς αρμοδίου προς εκδίκασή της Εφετείου Αθηνών (άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 1530/1950), εντός της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1530/1950, δηλαδή, μέχρι την 13-8-1955, εντός της οποίας και μόνο θα μπορούσε για οποιονδήποτε λόγο να ζητήσει την αναγνώριση του εμπραγμάτου δικαιώματος της.

Με την παρέλευση της προθεσμίας αυτής το δικαίωμα της ενάγουσας προς άσκηση της ένδικης αγωγής αποσβέστηκε, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του εκκαλούντος-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος παραδεκτά προβλήθηκε το πρώτον στο Εφετείο με τις προτάσεις του εκκαλούντος, λόγω της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 269 παρ. 1 εδάφιο β' και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 458/2008) και ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη και, συνακόλουθα, ν' απορριφθεί η αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Τέλος, η εναγομένη- εφεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου-εκκαλούντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 παρ. 1 ν. 3693/1957), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 7-2-1981 αγωγή της εφεσίβλητης.

Απορρίπτει την αγωγή.

Καταδικάζει την ενάγουσα-εφεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου-εκκαλούντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ