1105/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1105/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο ως άνω αναιρεσίβλητος ήταν απών και δεν έλαβε μέρος καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση, το Δικαστήριο πρέπει να χωρήσει σ’ αυτήν παρά την απουσία του, δεδομένου ότι δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του (άρθ.226§4, 575 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1105 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1105/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιοριωσμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2)Α. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κιαούλια, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Γ. του Σ., κατοίκου ... και 2)Ε. Α. του Ε., κατοίκου .... Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη, που κατέθεσε προτάσεις και ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2008 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 25/10/2008 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 509/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6802/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/7/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 11/3/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις με αριθ. ...-10-2014 και .../3-9- 2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Θ. Π. (και τις στην συνέχεια της πρώτης απ’ αυτές από 10-10- 2014 απόδειξη παραλαβής δικογράφου από τον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο και από 13-10-2014 βεβαίωση παράδοσης συστημένης επιστολής με έγγραφη ειδοποίηση) στον 2° αναιρεσίβλητο επιδόθηκαν με επιμέλεια των αναιρεσειόντων (α) ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου της 27-1-2015 και κλήση προς παράσταση κατ’ αυτήν, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών της 25-1-2015 (β) ακριβές αντίγραφο της από 2-3-2015 κλήσης των αναιρεσειόντων, με την οποία ορίσθηκε στην συνέχεια για την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης η δικάσιμος της 10-2-11-2015, με κλήση προς παράσταση κατά την δικάσιμο αυτήν, κατά την οποία αναβλήθηκε οίκοθεν από το πινάκιο για την δικάσιμο της 22-3-2016 και κατ’ αυτήν, επίσης από το πινάκιο (λόγω της αποχής των δικηγόρων), για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο.
Επομένως, αφού κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο ως άνω αναιρεσίβλητος ήταν απών και δεν έλαβε μέρος καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση, το Δικαστήριο πρέπει να χωρήσει σ’ αυτήν παρά την απουσία του, δεδομένου ότι δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του (άρθ.226§4, 575 ΚΠολΔ).
II. (Α) Από τις διατάξεις των άρθ.86, 87 και 88 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσεπίκληση, η διαδικαστική δηλ. πράξη με την οποία εξαιρετικά επεκτείνονται τα υποκειμενικά όρια της έννομης σχέσης της δίκης επιτρέπεται σε τρεις μόνο περιπτώσεις και ειδικότερα (α) των ομοδίκων επί αναγκαστικής ομοδικίας (άρθ.86 ΚΠολΔ) (β) του αληθινού κυρίου ή νομέα, σε περίπτωση εμπράγματης αγωγής (άρθ.87 ΚΠολΔ) και (γ) του υποχρέου προς αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, δηλ, του καλουμένου δικονομικού εγγυητή (άρθ.88 ΚΠολΔ).
Στην τελευταία αυτήν περίπτωση επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο (α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατά του εναγομένου κύριας αγωγής θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο ή (β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα.
Από τα παραπάνω συνάγεται περαιτέρω, ότι κατά την έννοια του άρθ.88 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο ή σύμβαση, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου.
Απαιτείται δηλ. στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκουμένη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης με βάση την δεύτερη κατά του προσεπικαλουμένου.
Επομένως, βάση της κατά το άρθ.88 ΚΠολΔ ασκούμενης από τον εναγόμενο προσεπίκλησης και της ενωμένης σ’ αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλούμενου τρίτου, περί καταβολής στον προσεπικαλούντα κάθε ποσού, το οποίο, σε περίπτωση ευδοκίμησης κατ’ αυτού της κύριας αγωγής, ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο ειδική έννομη σχέση, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο την αποζημίωση που αξιώνει απ’ αυτόν (προσεπικαλούντα) ο κυρίως ενάγων.
Ως εκ τούτου στοιχείο απαραίτητο της νομικής βασιμότητας της προσεπίκλησης και της ενωμένης σ’ αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής είναι η ύπαρξη της ως άνω ειδικής σχέσης μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλούμενου, ενώ, σε περίπτωση που η ιστορική βάση αυτής (προσεπίκλησης) περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος, και γενικότερα υπόχρεος έναντι αυτού από την επίδικη έννομη σχέση, υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση (με την παρεμπίπτουσα αγωγή) είναι νομικά αβάσιμη, αφού η αλήθεια αυτού του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού που συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της κατά το άρθρο 88 Κ.Πολ.Δ προσεπίκλησης και της ενωμένης σ’ αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 934/2013, 2077/2013, 415/2010, 960/1999, 1202/1994).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθ. 72 ΚΠολΔ κατά την οποία "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτου τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπο του" συνάγεται, ότι προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει δηλ.
συγκεκριμένη απαίτηση κατ’ αυτού, ο δε τελευταίος (οφειλέτης) να έχει κατά του τρίτου (εναγομένου με την πλαγιαστική αγωγή) κάποιο δικαίωμα, το δικαίωμα αυτό να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές και η αδράνεια του οφειλέτη, συνιστάμενη στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) αυτού να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου (βλ ΑΠ 106/2014).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθ. 138 ΑΚ που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη και ότι άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της, σε συνδυασμό με το άρθ. 180 ΑΚ προκύπτει ότι εικονικότητα της δικαιοπραξίας, και δη της σύμβασης, είναι απόλυτη, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλ.
όταν με αυτήν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με αυτήν καμία έννομη συνέπεια, ενώ σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης, αν η ηθελημένη δικαιοπραξία είναι διαφορετική από την εικονική, ή μερική, αν η καλυπτομένη δικαιοπραξία είναι ιδίου τύπου με την εικονική, αλλά περιέχει διαφορετικούς όρους.
Η εικονικότητα είναι δυνατόν να αναφέρεται στο πρόσωπο κάποιου συμβαλλομένου, στην περίπτωση δε αυτήν ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία μεταξύ όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι η σύμβαση θα συναφθεί όχι με τον εμφανιζόμενο ως συμβαλλόμενο, αλλά με τον καλυπτόμενο απ’ αυτόν αληθινό, ως προς τον οποίο είναι έγκυρη και ισχύει κατά την θέληση των συμβαλλομένων και ως προς τον οποίο, άρα, επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης (ΑΠ 720/2011, 1403/2003) (Β) Κατά το άρθ.559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον αναιρετικό αυτόν λόγο, νοούνται οι (παραδεκτά προτεινόμενοι) νόμιμοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΑΠ 315/2016, 1752/2014, 1095/2013).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.106, 216§1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, και γενικά η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, τυχόν δε μνεία σ’ αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής κλπ., και από το περιεχόμενο της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, ή να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση, και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.8 και 9 του άρθ.559 ΚΠολΔ, εφόσον στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη, και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα (πρβλ.
ΑΠ 2219/2014, 1392/2014, 33/2014, 45/2006, 1487/2005). Τυχόν εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ή εσφαλμένη υπαγωγή αυτών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ζήτημα, όμως, διαφορετικό και ανεξάρτητο από την παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" και την άφεση αίτησης αδίκαστης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ.20 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα καταφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "έγγραφα", η παραμόρφωση των οποίων ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που αναφέρονται στα άρθ.339 και 432 επ.
ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης (ΑΠ 257/2016, 1068/2014, 1672/2013) (Γ) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την από 31-1-2008 (και αριθ.έκθ.κατ..../2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος εξέθεσε, ότι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκε την 5-9-2007 προσλήφθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο (και δεύτερο αναιρεσείοντα), που ενεργούσε για τον εαυτό του ατομικά, αλλά και ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης (και πρώτης αναιρεσείουσας) μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, για να εργασθεί ως "μπουζουκτσής" στο κέντρο ..., εκμετάλλευσης των εναγομένων, για το χρονικό διάστημα από 27-9- 2007 έως 30-4-2008, απασχολούμενος από Πέμπτη έως Κυριακή και από 23.30’ -04.30’ , έναντι ημερομισθίου 200€, ότι οι εναγόμενοι, αντισυμβατικά φερόμενοι, δεν του κατέβαλαν όλες τις αποδοχές του, ενώ την 7-1-2008 κατήγγειλαν την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας χωρίς σπουδαίο λόγο και ακύρως, για τους εκεί ειδικότερους λόγους, με αποτέλεσμα να μειωθεί η προσωπικότητά του και κυρίως η επαγγελματική του υπόσταση.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, όπως αναλυτικώτερα εκτίθενται εκεί, ζήτησε, ύστερ’ από παραδεκτή μετατροπή μέρος του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, κυρίως με βάση την σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος κατά την ειδικότερη μεταξύ τους συμφωνία, το ποσό των 11.905Ε, για τις μουσικές δοκιμές που πραγματοποίησε, δεδουλευμένα ημερομίσθια, αναγκαστικά ρεπό και ημερομίσθια υπερημερίας και, σύμφωνα με την επικουρικότερη βάση, μέρος της αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο κλπ.
και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να του καταβάλουν σύμφωνα με την κύρια βάση ποσό 27.238Ε που αντιστοιχεί στα λοιπά αγωγικά κονδύλια (επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας, προσαύξηση νυκτερινής εργασίας, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και για επιδόματα οργάνου και γάμου) και σύμφωνα με την επικουρικότερη βάση 25.876,55Ε (2) Με την από 25-10-2008 (και με αριθ.
έκθ. κατ. .../2008) προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με ενωμένη αγωγή αποζημίωσης, στρεφομένη κατά του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ε. Α., οι προσεπικαλούντες- παρεμπιπτόντως ενάγοντες και εναγόμενοι της κύριας δίκης ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη εναγομένη-προσεπικαλούσα αναιρεσείουσα εταιρεία για την χειμερινή σεζόν 2007-2008 συμφώνησε να συνεργασθεί στο νυκτερινό κέντρο με τον διακριτικό τίτλο ..., εκμετάλλευσης της πρώτης απ’ αυτούς, με τον καθού η προσεπίκληση και παρεμπιπτόντως εναγόμενο τραγουδιστή Ε.
Α. για το χρονικό διάστημα από 28-9-2007 έως 31-3-2008, ο οποίος ανέλαβε να πληρώνει τον ενάγοντα της κύριας δίκης, που αυτός είχε προσλάβει και επιβάλει ως συνεργάτη του, από την καταβαλλομένη σ’ αυτόν (Α.) από την πρώτη εναγομένη εταιρεία ημερήσια αμοιβή του ύψους 1250€, ότι επειδή ο καθού η προσεπίκληση κλπ. δεν ασφάλιζε τον ως άνω σολίστα αυτού (δηλ.
τον ενάγοντα της κύριας δίκης) αναγκάσθηκε να τον ασφαλίσει η 1η προσεπικαλούσα-παρεμπιπτόντως ενάγουσα κλπ., ως τυπικά απασχολούμενο στην επιχείρησή της, με βάση το ελάχιστο ποσό που προέβλεπε η οικεία ΣΣΕ, προς αποφυγή δυσμενών συνεπειών από πιθανό έλεγχο του ΙΚΑ ή του ΣΕΠΕ, ότι μετά την μείωση, λόγω της κακής πορείας της επιχείρησης των εναγομένων, της ημερήσιας αμοιβής του καθού από 1250 σε 1050€ εκείνος "κατάργησε" τον ως άνω σολίστα του (ενάγοντα της κύριας δίκης) ότι σύμφωνα με τα παραπάνω συντρέχει περίπτωση προσεπίκλησης του καθού προκειμένου να παρέμβει στην κύρια δίκη και να αναλάβει τις υποχρεώσεις του απέναντι στον κυρίως ενάγοντα (Γ.
Γ.) και σε κάθε περίπτωση να υποχρεωθεί να καταβάλει στους προσεπικαλούντες- εναγομένους της κυρίας δίκης όποιο ποσό τυχόν καταδικασθούν αυτοί να καταβάλουν στον κυρίως ενάγοντα, καθόσον ο καθού η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγόμενος είναι υπεύθυνος για την αξίωση του Γ. Γ., αφού αυτός συμφώνησε την αμοιβή του, με ιδιαίτερη μεταξύ τους συμφωνία, και πλήρωνε την αμοιβή του, ενώ ουδέποτε συμφώνησε με τους προσεπικαλούντες-κυρίως εναγομένους τον μισθό του ή τους όρους της σύμβασής του, άλλως και όλως επικουρικά, εφόσον δηλ.
κριθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση προσεπίκλησης και ότι ο προσεπικαλούμενος δεν είναι δικονομικός εγγυητής αυτών, της προσεπίκλησης αυτής ισχυούσης ως αυτοτελούς αγωγής και κατ’ εκτίμηση αυτής, ότι πραγματικός εργοδότης του ενάγοντος της κύριας δίκης (Γ. Γ.) είναι ο ως άνω Ε. Α., ο οποίος και μόνο ευθύνεται για τις όποιες μισθολογικές αξιώσεις του, καθόσον η σύμβαση εργασίας που είχε συμφωνήσει η 1η ("επικουρικώς") ενάγουσα με τον Γ.
Γ. έγινε ύστερα από αξίωση του καθού ("επικουρικώς") εναγομένου Ε. Α. και προς αποφυγήν εμπλοκής της με το ΙΚΑ και τα ασφαλιστικά ταμεία του σολίστα αυτού, ότι η άνω σύμβαση εργασίας του Γ. Γ. είναι εικονική και όχι σπουδαία, τούτο δε γνώριζαν όλα τα μέρη, και ότι η "υφέρπουσα" κάτω από την εικονική συμφωνία σύμβαση, δηλ.
η συμφωνία μεταξύ του καθού (Ε. Α.) και του Γ. Γ.υ (ενάγοντος της κύριας δίκης), κατά την οποία εργοδότης αυτού του τελευταίου ήταν μόνον ο πρώτος, είναι έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με βάση δε τα περιστατικά αυτά προσεπικάλεσαν τον ως άνω Ε. Α. σε αναγκαστική παρέμβαση προκειμένου να αναλάβει τις από το νόμο και την σύμβαση ευθύνες του έναντι του ενάγοντος της κύριας δίκης, αναγνωριζομένου ως εργοδότη του, και να υποχρεωθεί αυτός σε κάθε περίπτωση να καταβάλει κάθε ποσό που αυτοί τυχόν υποχρεωθούν να καταβάλουν στον κυρίως ενάγοντα, άλλως και επικουρικά, κατά παραδοχή της επικουρικά ασκούμενης αυτοτελούς ως άνω αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι ουσιαστικός εργοδότης του ενάγοντος της κύριας δίκης ήταν ο ως άνω (επικουρικά) εναγόμενος και να καταδικασθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας δίκης τα ζητούμενα απ’ αυτόν με την κύρια αγωγή ποσά, καθώς και (να αναγνωρισθεί) ότι η μεταξύ του ως άνω εναγομένου (προσεπικαλουμένου) και του ενάγοντος της κύριας/αρχικής δίκης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι έγκυρη και ισχυρή, ενώ αντίθετα η μεταξύ αυτών (επικουρικώς εναγόντων/εναγομένων της κύριας δίκης) και του κυρίως ενάγοντος υφέρπουσα σύμβαση είναι εικονική (3) Το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερ’ από έφεση των αναιρεσειόντων εναγομένων, και κατ’ επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε ενμέρει την κύρια αγωγή και απέρριψε ως μη νόμιμη την προσεπίκληση και την ενωμένη σ’ αυτήν αγωγή αποζημίωσης, ενώ απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την επικουρικά ασκηθείσα ως άνω αυτοτελή αγωγή, που χαρακτήρισε πλαγιαστική, ως επίσης δε απαράδεκτα, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των προσεπικαλούντων/παρεμπιπτόντως εναγόντων να ζητήσουν την αναγνώριση έννομης σχέσης μεταξύ άλλων προσώπων, τα περαιτέρω αιτήματα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ορθά απέρριψε την ένδικη προσεπίκληση με την ενωμένη σ’ αυτήν αγωγή αποζημίωσης ως νομικά αβάσιμες, αφού βάση αυτών δεν αποτελεί, όπως θα έπρεπε, η τυχόν συνδέουσα τους προσεπικαλούντες-παρεμπιπτόντως ενάγοντες και τον προσεπικαλούμενο-παρεμπιπτόντως εναγόμενο έννομη σχέση, με βάση την οποία απορρέει υποχρέωση αυτού να καταβάλει στους πρώτους οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν, αλλά ο απλά αρνητικός της κύριας αγωγής ισχυρισμός τους ότι αποκλειστικά υπόχρεος για την ικανοποίηση των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος της κύριας δίκης είναι ο προσεπικαλούμενος-παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ως προς την παρεμπίπτουσα, όμως, αυτοτελή αγωγή για αναγνώριση της εικονικότητας και τα συναφή αιτήματά της να αναγνωρισθεί ότι πραγματικός εργοδότης του ενάγοντος της κύριας δίκης είναι ο προσεπικαλούμενος-παρεμπιπτόντως εναγόμενος και ότι η σχέση εργασίας μεταξύ του ενάγοντος της κύριας δίκης και του προσεπικαλουμένου-παρεμπιπτόντως εναγομένου είναι έγκυρη και ισχυρή, ενώ η μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης είναι εικονική, κατ’ εσφαλμένη υπαγωγή των σ’ αυτήν εκτιθεμένων περιστατικών χαρακτήρισε αυτήν ως πλαγιαστική αγωγή, με περαιτέρω συνέπεια να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατ’ ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 138 και 180 ΑΚ.
Κατά συνέπεια, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ, και δεύτερος από την ίδια, κατ’ ορθή εκτίμηση αυτού, διάταξη του αυτού άρθρου και όχι από τον αριθ.14, καθόσον, κατ’ εκτίμηση αυτών, αφορούν την προσεπίκληση και την ενωμένη σ’ αυτήν αγωγή αποζημίωσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενώ ως προς την αυτοτελή ως άνω αγωγή περί εικονικότητας είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ. 14 που αφορά την παραπάνω αυτοτελή αγωγή (περί εικονικότητας) και δη την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η αποδοθείσα αοριστία αφορούσε την, εσφαλμένως, όπως προαναφέρθηκε, χαρακτηρισθείσα ως πλαγιαστική αγωγή.
Ο αυτός τρίτος λόγος κατά τα σκέλη του (α) από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, θεωρώντας ότι στην παρεμπίπτουσα αγωγή των αναιρεσειόντων είχε σωρευθεί και πλαγιαστική αγωγή, είναι αβάσιμος, διότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε, όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο σχετικό δικόγραφο, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από τον ενάγοντα (β) από τον αριθ.9 του ίδιου άρθρου, κατά τον οποίο το Εφετείο άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημα, καθόσον δίκασε το σχετικό αίτημα, στο οποίο απλά έδωσε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό και (γ) από τον αριθ.20, με το οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο, με τον παραπάνω χαρακτηρισμό, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής των αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "έγγραφα", η παραμόρφωση των οποίων ιδρύει τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης νοούνται τα αποδεικτικά έγγραφα που αναφέρονται στα άρθ.339 και 432 επ.
ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 671 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, διαφορετικά ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ. 11 περ.
γ’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 671 §1 εδ. δ’ ΚΠολΔ και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ.663 επ. ΚΠολΔ), με την οποία εκδικάσθηκε η κρινόμενη υπόθεση, συνάγεται ότι στοιχείο της νομιμότητας της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, άρα και προϋπόθεση της λήψης αυτής υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, είναι κλήτευση του αντιδίκου, αυτού που την επικαλείται, τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την διενέργεια της σχετικής πράξης.
Την ύπαρξη εμπρόθεσμης κλήτευσης οφείλει να διερευνήσει το δικαστήριο της ουσίας ακόμη και αυτεπάγγελτα, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια το ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε ως τεκμήριο, κατά ρητή εξαίρεση από την γενική αρχή ότι στην διαδικασία αυτή λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθ.671§1 εδ.
α’ ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, ο διάδικος που επικαλείται και προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί και προσκομίσει και το αποδεικτικό έγγραφο της εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του, ή άλλον νόμιμο τρόπο κλήτευσης αυτού, η έλλειψη του οποίου δεν αναπληρώνεται από το ότι ο συμβολαιογράφος, ενώπιον του οποίου δόθηκε η ένορκη μαρτυρία, βεβαιώνει ότι επιδείχθηκε έκθεση επίδοσης της πρόσκλησης προς τον αντίδικο, εκτός αν ο τελευταίος παραστάθηκε κατά την διενέργειά της (ΑΠ 52/2012).
Η προσκομιδή ή μη αποδεικτικού μέσου αποτελεί πραγματικό ζήτημα και ως εκ τούτου η σχετική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ.561§1 ΚΠολΔ, ΑΠ 592/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις νόμιμα με επίκληση προσκομισθείσες ενώπιον αυτού από τους αναιρεσείοντες .../2-12-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των Ν.
Α. και Κ. Σ., που αφορούν, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, την απόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών, αν και οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι με την από 25-11-2008 εξώδικη δήλωσή τους επιδοθείσα στους αναιρεσιβλήτους την 26-11-2008, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες με αριθ....26-11-2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Χ.
Σ., τους γνωστοποίησαν την εξέταση των μαρτύρων αυτών για την 27-11-2008 και ώρες 11.30’ και 12.00’ ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν προσκομίσθηκαν ενώπιον αυτού οι σχετικές εκθέσεις επίδοσης για την απόδειξη της νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου τους ενάγοντος (ενώ εξάλλου από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης δεν προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου εκδίκαση της υπόθεσης έγινε σχετική γνωστοποίηση της εξέτασης των ως άνω ενόρκως βεβαιωσάντων).
III. Κατά το άρθ. 656 Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλον χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού.
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως, και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού που αυτός πραγματικά και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο (Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α.), εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Από τις αποδοχές όμως αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που απεκόμισε ο μισθωτός από την ματαίωση της εργασίας του, δηλ. από την χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια.
Αντίθετα δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη προερχόμενη από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε από την δραστηριότητα αυτού ως ελεύθερου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύθηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί, για τη γέννηση του δικαιώματος είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 363/2015, 221/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 450§2 και 451 §1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Για να είναι παραδεκτή και σύννομη η σχετική αίτηση, πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλ. ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1067/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ως εκκαλούντων, που προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με συνοπτική δήλωση στο ακροατήριο αυτού κατά την συζήτηση της υπόθεσης, καταχωρισθείσα στα οικεία πρακτικά, και με την προσθήκη στις ενώπιον αυτού προτάσεις τους, επαναφερθείς ενώπιον του Εφετείου με λόγο τους έφεσής τους, ότι, όπως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί "αναγκάσθηκε να εργασθεί δωρεάν στο κατάστημα της συζύγου του ...
από Πέμπτη μέχρι Κυριακή και να είναι υπεύθυνος ορχήστρας στο νυχτερινό κέντρο ..., που είναι κοντά. Είναι λοιπόν προφανές ότι και να μην αμοίβετο από την σύζυγόν του, υπήρχε ωφέλεια στα οικονομικά τους, αφού θα προσελάμβαναν κάποιον άλλον μουσικό για μπουζούκι και θα κατέβαλαν τα χρήματα σ’ αυτό, τα οποία εγλύτωσαν επ’ ωφελεία τους", είναι, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο, αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά τα οποία αυτός κέρδισε, ως απασχοληθείς σε άλλους συγκεκριμένους εργοδότες, ή κατά τα οποία ωφελήθηκε από την απασχόλησή του στο κατάστημα της συζύγου του, στην περίπτωση μάλιστα αυτήν ωφεληθείσα φέρεται και η μη διάδικος σύζυγος του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, εξαιτίας δε της αοριστίας αυτής, είναι αόριστο και το αίτημα των εναγομένων να υποχρεωθεί ο ενάγων να προσκομίσει το ασφαλιστικό βιβλιάριο για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2007 μέχρι και τον Απρίλιο του 2008, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον τους για την απαιτούμενη επίδειξη, δηλ.
δεν προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο η ένσταση από το άρθρο 656 εδ. β ΑΚ, για την απόδειξη της οποίας ζητούν τα έγγραφα αυτά (ΑΠ 1067/2010). Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά τα σκέλη του από τους αριθ.1 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, για έλλειψη δηλ.
νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης ως προς τα παραπάνω ζητήματα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, ως γνωστόν, η εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας, ως εκ τούτου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται σε περίπτωση απόρριψης αγωγής, ένστασης κλπ.
ως αόριστης κλπ. (ΟλΑΠ 3/1997), όπως στην προκειμένη περίπτωση.
IV. Με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης φερόμενο από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων είναι εργοδότης του ενάγοντος, επειδή είναι υιός της διαχειρίστριας της πρώτης αυτών εταιρείας, αν και αποδείχθηκε ότι αυτός και η αδελφή του έχουν δικές τους εργασίες και δεν ασχολούνται με την εκμετάλλευση κέντρου διασκέδασης, βοηθώντας απλά μερικές φορές την μητέρα τους και τους νόμιμους εκπρόσωπους του κέντρου, κρίθηκε δε πλέον αξιόπιστη η μαρτυρία ανθρώπων που δεν είχαν σχέση με το αντικείμενο ή διάκεινται εμπαθώς έναντι των αναιρεσειόντων, ενώ σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο manager του ενάγοντος είχε γίνει συμφωνία με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο να πληρώνει αυτός τον ενάγοντα και ο δεύτερος αναιρεσείων, ο οποίος ουδέποτε πλήρωσε κάποιον μουσικό ή υπάλληλο και δεν ήταν συλλειτουργός του καταστήματος, ουδεμία σχέση είχε με τις εργατικές διαφορές του ενάγοντος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως και αποκλειστικά μόνο την εκ μέρους του δικαστηρίου αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων και των αποδείξεων (άρθ.561§1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω μέρος ως προς τον 2° αναιρεσίβλητο (Ε.
Α.), στον οποίο και μόνον αφορούν οι γενόμενοι δεκτοί λόγοι αναίρεσης, σχετιζόμενοι με την κατ’ αυτού και μόνο στρεφομένη αυτοτελή αγωγή των αναιρεσειόντων, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ.580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος αυτός στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθ. 176, 183, 191§ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του 1ου αναιρεσιβλήτου (Γ.
Γ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2014 και με ...2014 αίτηση των "... ΕΠΕ" και Α. Α. για αναίρεση της 6802/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Γ..
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του ως άνω αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ε. Α..
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ