Legislator Case Law & Legislation
1105/2015 AI generated

1105/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1105/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1105/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
criminal penalty adjustment of sentence disproportionate sanction sentencing error suspension of sentence proportionality of detention
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1105 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1105/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: E. Z. (Έ. Ζ.) του E. (Ε.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μαδεντζίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Η., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδροβιτσανέα και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 23-1-2006 κύρια παρέμβαση - αγωγή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2589/2006 εν μέρει οριστική και 6026/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6639/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 17-1-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 410/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6044/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 28-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των έκτου και έβδομου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.

Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.

Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, 2076/2006, 377/2009).

Στην προκειμένη υπόθεση με την υπ' αριθμ. 6026/2007 οριστική απόφαση και 2589/2006 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο πρώτος αναιρεσίβλητος και τότε εναγόμενος κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τραυματισμού του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή του τελευταίου για το συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκαν οι από 14-7-2008 και 23-7-2008 εφέσεις του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6639/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αμφότερες τις εφέσεις τις έκρινε κατ' ουσία βάσιμες, συνεπεία δε ασκηθείσας αναίρεσης εκ μέρους του και τώρα αναιρεσείοντος εκδόθηκε από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου η υπ' αριθμ. 410/2012 απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η προσβληθείσα υπ' αριθμ. 6639/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την διαγνωσθείσα υπαιτιότητα (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ).

Στη συνέχεια η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6044/2013 απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτοί ορισμένοι από τους λόγους αμφοτέρων των εφέσεων, εξαφανίσθηκαν οι υπ' αριθμ. 6026/2007 οριστική και υπ' αριθμ. 2589/ 2006 εν μέρει οριστική (ως προς τις οριστικές της διατάξεις) και έγινε δεκτή εν μέρει η από 30-9-2005 (και με αριθμό καταθ. 8797/2005) αγωγή του ενάγοντος και αναιρεσείοντος.

Με την κρινόμενη αίτηση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της άνω 6044/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών για τους αναφερόμενους κατωτέρω λόγους αναίρεσης.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο, ως Δικαστήριο παραπομπής, δυνάμει της υπ' αριθμ. 410/2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 6639/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παρά την αθέτηση - παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 237 ΚΠολΔ σε συνδ. με εκείνη του άρθρου 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ αναφορικά με την εκπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα προ είκοσι (20) ημερών διότι στο Δικαστήριο παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν οι προτάσεις προ είκοσι (20) ημερών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε την από 23-7-2008 έφεση των αναιρεσιβλήτων, λόγω ερημοδικίας των εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων συνεπεία εκπρόθεσμης κατάθεσης των προτάσεων των τελευταίων την προτεραία της συζήτησης της ένδικης υπόθεσης (9-1-2013). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον οι προτάσεις αν το Δικαστήριο της παραπομπής είναι δευτεροβάθμιο κατατίθενται στην έδρα μέχρι την έναρξη της συζήτησης, κατ' άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (των άρθρων 300 ΑΚ και 12 παρ. 6 του ν. 2996/1999), διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συνέβαλε κατά ποσοστό 30% στην έκταση των σωματικών βλαβών, που υπέστη διότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την ως άνω αιτίαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν φορούσε προστατευτικό κράνος κατά τον χρόνο του ατυχήματος και η παράλειψή του αυτή συνετέλεσε στη επέλευση της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με τις μετέπειτα εξ αυτής δυσμενείς συνέπειες.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι μετά την πρόσκρουση στο λεωφορείο φορώντας το κράνος συνετρίβησαν οι δεσμοί αυτού, με αποτέλεσμα να φύγει από τη θέση του, δεν αποδείχθηκε, εφόσον οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες δεν προκύπτει ότι αφορούν πράγματι στο κράνος του ενάγοντος, ενώ όπως σαφώς κατέθεσε η μάρτυς Σ.

Μ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου "... Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν φορούσε κράνος. Με το μπαμ που ακούσαμε βγήκα έξω και το κράνος ήταν στα πόδια του ... δεμένο στα πόδια του ήταν το κράνος ... βγαίνοντας το είδα ...". Εξάλλου αν ο ενάγων φορούσε όπως ισχυρίζεται προστατευτικό κράνος, δεν θα είχε υποστεί τον σοβαρότατο, όπως προαναφέρθηκε, τραυματισμό στο κεφάλι.

Ενόψει αυτών, επομένως, η περί συνυπαιτιότητος ένσταση των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία η έκταση των ζημιών του ενάγοντος, οφείλεται και στο γεγονός ότι αυτός δεν φορούσε κράνος, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο ενάγων με την ως άνω παράλειψή του (άρθρ. 12 § 6 Ν. 2696/1999) συνέβαλε κατά ποσοστό 30% στην έκταση των άνω σωματικών βλαβών που υπέστη (ΑΠ 946/1995 ΕΕΝ 1996.793, ΕφΑ. 11405/90 (αδημ) και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο αυτός υποστηρίζει τα αντίθετα ...".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 ΑΚ και 12 παρ. 6 του ΚΟΚ, αφού την ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος στην έκταση των σωματικών βλαβών του ενάγοντος εντοπίζει στην κατά το χρόνο του ατυχήματος έλλειψη χρήσης του προστατευτικού κράνους, που συνδέεται αιτιωδώς με τις επελθούσες σωματικές κακώσεις, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν τη στέρησε από νομική βάση για το ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Ο αναιρεσείων με τα πρώτο, δεύτερο και πέμπτο τμήματα του με στοιχείο Β1 του τρίτου λόγου αναίρεσης αλλά και τα πρώτο - δεύτερο του με στοιχείο Β2 του τρίτου λόγου αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια: α) της αποζημίωσης για την αποθετική ζημία - διαφυγόντα κέρδη για το από 1-4-2010 έως και την συνταξιοδότησή του στις 31-12-2044 λόγω απώλειας εισοδημάτων εκ της εργασίας του μετά την μόνιμη αδυναμία προς άσκηση του επαγγέλματος του οικοδόμου συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα και σύνταξη για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 1-1-2045 έως 31-12-2069, που κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ζούσε και β) της αποζημιώσεως για την θετική ζημία για αμοιβές οικιακής βοηθού για το μετά την 17-8-2014 χρονική περίοδο, για πλημμέλεια των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο ενάγων από την έλευσή του στην Ελλάδα εργάζεται συνεχώς ως οικοδόμος, ενώ από 17-3-2003 είχε προσληφθεί από την κατασκευαστική εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΤΕΡΝΑ ΑΕ" με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εργαζόμενος ως οικοδόμος έως και τον χρόνο του ατυχήματος και ειδικότερα ως ενταγμένος στο τμήμα άμεσης επέμβασης και συντήρησης της ως άνω κατασκευαστικής εταιρίας, παρείχε δε την εργασία του και τα Σάββατα ενώ συχνά απασχολείτο πέραν του τακτικού ωραρίου.

Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος εκ της εργασίας του, δηλαδή τακτικές αποδοχές και υπερωρίες, ανήρχοντο συνολικά στο ποσό των 1.436,83 Ευρώ. Το ποσό αυτό ελάμβανε ο ενάγων μηνιαίως απ' ευθείας εκ μέρους του εργοδότου του, ενώ ποσό 937,76 Ευρώ μηνιαίως, κατέβαλε ο εργοδότης του ενάγοντα ως εργοδοτικές εισφορές στο ΙΚΑ και στον ειδικό λογαριασμό δώρου εργατοτεχνιτών οικοδόμων (ΕΛΔΕΟ).

Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί επίσης εισόδημα για τον υπολογισμό της εκ της αδικοπραξίας ζημίας του ενάγοντα (ΑΠ 889/2000 Ελ.Δ. 42.387). Ως εκ τούτου, οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα, ανήρχοντο κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος στο συνολικό ποσό των 2.374,59 Ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις μισθοδοσίας της ως άνω εργοδότριας εταιρίας.

Εξαιτίας του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού σοβαρότατου τραυματισμού του, ο ενάγων κατέστη ανίκανος προς εργασία. Όπως διαπιστώνεται στην προσκομιζόμενη έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ο ενάγων έχει ποσοστό αναπηρίας 80% και κρίνεται ανίκανος για την εργασία του εργάτη οικοδομών και για οποιαδήποτε άλλη εργασία.

Αν δεν είχε τραυματισθεί ο ενάγων, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να εργάζεται στην ανωτέρω εταιρία και κατά το επόμενο χρονικό διάστημα και τουλάχιστον μέχρι την 31.3.2010. Από τον χρόνο του ατυχήματος την 17-5-2004 και μέχρι την 17-5-2008 κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα πραγματοποιούσε το ίδιο ανωτέρω μηνιαίο εισόδημα των 2.374,59 Ευρώ.

Αύξηση των μηνιαίων αποδοχών του κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν θα επήρχετο, γιατί οι αυξημένες αποδοχές του ενάγοντα λόγω των σημαντικών υπερωριών που πραγματοποιούσε, οφείλοντο στην απασχόλησή του σε έργο των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 "ΒΕΑCΗ VOLEΥ" (βλ.

προσκομιζόμενες μισθολογικές καταστάσεις). Ο ασφαλιστικός φορέας του ενάγοντα το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, από τον χρόνο του ατυχήματος και μέχρι την 31-3-2010, με διαδοχικές αποφάσεις του Διευθυντή, τον έκρινε ανάπηρο με ποσοστό αναπηρίας 80% και του χορήγησε α) επιδότηση ποσού 17.823,34 Ευρώ από 17-5-2004 μέχρι 6-5-2006, β) κύρια σύνταξη ύψους 26.096,27 Ευρώ από 7-5-2006 μέχρι 31-3-2010, γ) επικουρική σύνταξη ύψους 8.345,68 Ευρώ από 7-5-2006 μέχρι 31-3-2010, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 704/21-4-08 απόφαση του Διευθυντή ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Υποκ/τος Αλεξάνδρας και υπ' αρ.

Σ96/653/2009 βεβαίωση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Ο ενάγων αν δεν συνέβαινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να εργάζεται και κατά το χρονικό διάστημα από 17-5-2008 μέχρι 31-3-2010 απασχολούμενος σε οικοδομικές εργασίες. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα όμως λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και ειδικότερα της μεγάλης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, εξ αιτίας της οποίας συρρικνώθηκαν μισθοί και ημερομίσθια όλων των εργαζομένων, ενώ ο κλάδος της οικοδομικής απασχόλησης έχει υποστεί μεγάλο πλήγμα, ο ενάγων θα εξακολουθούσε να απασχολείται με τις οικοδομικές εργασίες, αλλά το εισόδημα που θα πραγματοποιούσε δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 1500 Ευρώ μηνιαίως.

Κατόπιν αυτών κρίνεται ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 17-5-2004 μέχρι 17-5-2008 ζημιώθηκε κατά το ποσό των 2.374,59 Ευρώ μηνιαίως και μετ' αφαίρεση του αναλογούντος στο 30% ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, ποσού 712,38 Ευρώ, η ζημία του καθορίζεται σε 1.662,22 Ευρώ μηνιαίως και συνολικά σε 79.786,56 Ευρώ (19.946,64 το έτος Χ 4 έτη).

Από 17-5-2008 μέχρι 31-3-2010 η ζημία του ενάγοντος ανέρχεται σε 1500 Ευρώ μηνιαίως και μετ' αφαίρεση του αναλογούντος ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος (30%) ποσού 450 Ευρώ, η ζημία του καθορίζεται σε 1050 Ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 23.688 [(22 μήνες Χ 1050 Ευρώ) + (14 ημέρες Χ 42 Ευρώ)]. Συνολικά για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ζημιά του καθορίζεται στο ποσό των 103.474,56 Ευρώ.

Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθούν τα καταβληθέντα στον ενάγοντα από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως προς τα οποία έχει υποκατασταθεί το τελευταίο (άρθρ. 10 § 5 Ν.Δ. 4104/65 και 18 Ν. 1654/86) και δεν δικαιούται να τα αξιώσει ο ενάγων και ειδικότερα ποσά α) 17823,34 Ευρώ για επιδότηση, β) 26.096,27 Ευρώ για κυρία σύνταξη και γ) 8.345,68 Ευρώ για επικουρική σύνταξη, όπως προαναφέρθηκε και συνολικά 52.265,29 Ευρώ και να καθορισθεί η συνολική ζημιά που οφείλεται στον ενάγοντα από την απώλεια αποδοχών του κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο (17-5-2004 έως 31-3-2010) στο ποσό των 51.209,27 Ευρώ (103.474,56 - 52.265,29).

Το ποσό αυτό πρέπει να καταβάλουν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον εφάπαξ, καθότι έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο, με το νόμιμο τόκο όμως, των μεν προγενεστέρων της αγωγής δόσεων από την επίδοση της αγωγής, των δε λοιπών από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης, δηλαδή από την πρώτη ημέρα κάθε μήνα που η κάθε δόση αφορά.

Για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, εφόσον ο ενάγων είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ήδη λαμβάνει από τον ασφαλιστικό του φορέα κύρια και επικουρική σύνταξη, ανεξάρτητα της κατάστασης της υγείας του και της ανικανότητάς του να εργασθεί, δεν δύναται να κριθεί το ύψος της ζημίας του, λόγω απώλειας αποδοχών, γιατί δεν είναι γνωστό το ποσό που θα καταβληθεί σ' αυτόν από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ για κύρια και επικουρική σύνταξη κατά το μεταγενέστερο της 31-3-2010 χρονικό διάστημα, και κατόπιν αυτών, το εν λόγω αίτημα για το μετά την 31-03-2010 χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ... ... ...

της κατάστασης της υγείας του, της σοβαρής αναπηρίας του, των πνευματικών και ψυχικών διαταραχών που αντιμετωπίζει, όπως περιγράφονται στην προαναφερόμενη έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ο ενάγων θα έχει ανάγκη οικιακής βοηθού τουλάχιστον μέχρι την 17-8-2014. Ο ενάγων δικαιούται κατ' άρθρ. 930 αρ. 3 Α.Κ.

να απαιτήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο ως πλασματική δαπάνη τα ποσά που θα κατέβαλε σε τρίτον αν δεν είχε την φροντίδα και περιποίηση των συγγενικών του προσώπων. Ειδικότερα η δαπάνη του ενάγοντος αποτιμάται για το διάστημα της νοσηλείας του των 12 ημερών (από 5-8-2004 έως 17-8-2004) στο συνολικό ποσό των 840 Ευρώ (70 Ευρώ Χ 12 ημέρες) και μετ' αφαίρεση του αναλογούντος ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος του ιδίου (30%) η ζημιά του καθορίζεται σε 588 Ευρώ.

Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο (17-8-2004) και μέχρι την 17-8-2014, η δαπάνη του ενάγοντος αποτιμάται όπως προαναφέρθηκε σε 600 Ευρώ μηνιαίως για όλη την περίοδο, μετά δε την αφαίρεση του αναλογούντος ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος του ιδίου (180 Ευρώ) η ζημιά του καθορίζεται σε 420 Ευρώ μηνιαίως το οποίο οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος με το νόμιμο τόκο των μεν προηγούμενων της ασκήσεως της αγωγής δόσεων από την επίδοση της αγωγής, των δε λοιπών από του χρόνου που η κάθε δόση ήταν καταβλητέα, ήτοι από την πρώτη ημέρα κάθε μήνα για κάθε αντίστοιχη δόση.

Για το μετά την 17-8-2014 χρονικό διάστημα, το εν λόγω αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκούμενο, γιατί δεν είναι δυνατόν να κριθεί από τώρα 1) η εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος και ειδικότερα αν η κατάσταση της υγείας του θα του επιτρέπει ή όχι να αυτοεξυπηρετείται και να φροντίζει ο ίδιος τον εαυτό του και 2) το ύψος της εν λόγω μηνιαίας δαπάνης εξαιτίας της συνεχώς επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης ...".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους των εφέσεων του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος πρώτο εναγόμενο, πρώτο εκκαλούντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο και στη συνέχεια δέχθηκε ότι και ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων συνετέλεσε κατά ποσοστό 30% στην έκταση των επελθουσών σωματικών βλαβών του δέχθηκε την ύπαρξη της αποθετικής ζημίας με την έννοια του διαφυγόντος κέρδους - απώλειας εισοδημάτων, λόγω της ανικανότητας προς εργασία, συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του για το από 17-5-2004 έως 31-3-2010 χρονικό διάστημα, απορρίπτοντας, ακολούθως, το εν λόγω αγωγικό κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών για το μετά την 31-3-2010 χρονικό διάστημα, διότι δεν είναι γνωστό το ποσό, που θα καταβληθεί σ' αυτόν από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ για κύρια και επικουρική σύνταξη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ανωτέρω αγωγικό κεφάλαιο για το από 1-4-2010 έως 31-3-2017 χρονικό διάστημα εσφαλμένα εφάρμοσε και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 εδ. α' ΑΚ, άρθρο 10 παρ. 5 του ΝΔ 4104/ 65 και άρθρο 18 του Ν. 1654/86, καθόσον η μελλοντική αποθετική ζημία του ενάγοντος για το εν λόγω χρονικό διάστημα τόσο στην αγωγή όσο και από τις αποδείξεις και συγκεκριμένα από τις υπ' αριθμ. 803/ 31-5-2010 και 1728/22-10-2012 αποφάσεις του Διευθυντού του ΙΚΑ, με τις οποίες παρατάθηκε διαδοχικά η εκ του ατυχήματος συνταξιοδότησή του για το από 1-4-2010 έως 31-3-2017 χρονικό διάστημα με καταβαλλόμενα ποσά 495,74 της κύριας σύνταξης και 158,50 για επικουρική σύνταξη, εμφανίζεται και πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων χωρίς η πραγμάτωσή της να εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας με δυνατό τον προσδιορισμό της κατά τον χρόνο της απόφασης του Εφετείου αφού οι ως άνω αποφάσεις του Διευθυντού του ΙΚΑ προσκομίσθηκαν με επίκληση ενώπιον του Εφετείου (σελ. 38 ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων).

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς το ανωτέρω τμήμα Β1 στοιχείο του με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το μέρος, που αφορά το αγωγικό κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών - απώλειας εισοδημάτων για το μέχρι την 31-3-2017 χρονικό διάστημα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός για το ως άνω χρονικό διάστημα.

Αντιθέτως, το Εφετείο με το να κρίνει με τις ανωτέρω σκέψεις του επί των αντιστοίχων αγωγικών κονδυλίων του αναιρεσείοντος για αποθετική ζημία για το μετά την 31-3-2017 χρονικό διάστημα και θετική ζημία ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 914, 929 και 930 ΑΚ σε συνδ.

με τα άρθρα 18 του ν. 1654/1986, 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 και 18 του ν. 4476/1965, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος παθόντος με την έννοια της συνυπαιτιότητάς του που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη) από την στέρηση των εισοδημάτων - συντάξεώς του ως οικοδόμου για το μετά την 31-3-2017 χρονικό διάστημα αλλά και την μέλλουσα θετική ζημία, εξαιτίας αύξησης δαπανών για αμοιβές οικιακής βοηθού για το μετά την 17-8-2014 χρονική περίοδο.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νομική βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό δε των εφαρμοστέων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων για να αιτιολογηθεί τόσο η κατ' αιτιώδη συνάφεια προς τα ζημιογόνα αποτελέσματα τελούσα συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος όσο και το διαγνωσθέν "πρόωρο" των ως άνω απαιτήσεων του αναιρεσείοντος για διαφυγόντα εισοδήματα - σύνταξη για το μετά την 31-3-2017 χρονικό διάστημα και για μέλλουσα θετική ζημία εξαιτίας αμοιβών οικιακής βοηθού για το μετά την 17-8-2014 χρονικό διάστημα.

Επιπροσθέτως για να επιδικασθεί αποζημίωση για μελλοντική ζημία (αποθετική ή θετική) θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν όμως αυτή είναι απλώς μέλλουσα αλλά ο προσδιορισμός της εξαρτάται από άλλους παράγοντες, όπως στην προκειμένη περίπτωση από το ύψος της κύριας και επικουρικής σύνταξης που θα λαμβάνει από το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ ή από την κατάσταση της υγείας του παθόντος, η οποία είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη.

Πάντως η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως πρόωρης ασκηθείσα δεν δημιουργεί ως προς τούτο δεδικασμένο γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 869/2013). Επομένως ο τρίτος λόγος ως προς τα ανωτέρω τμήματα των Β1 και Β2 στοιχείων αυτού με τα οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Με το τέταρτο τμήμα του με στοιχείο Β1 του τρίτου λόγου αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε "πράγμα" μη προταθέν από τους αναιρεσίβλητους με τις ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις τους αλλά ούτε και από το ΙΚΑ με την κύρια παρέμβαση - αγωγή του και τις προτάσεις του, ήτοι ισχυρισμό περί μερικής υποκαταστάσεως του ΙΚΑ σε τμήμα της αγωγικής του αξιώσεως περί διαφυγόντων κερδών, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω τμήμα του είναι απαράδεκτος, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 5 του Ν. 4104/1960, 18 του Ν. 4476/1965 και 18 του Ν. 1654/1986 κατά την οποία "... Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση ..." προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως μεταβιβάζεται "αυτοδικαίως" από τον παθόντα στο ΙΚΑ από τον χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση αποζημιώσεως του δικαιούχου κατά του τρίτου (ΑΠ 803/2004).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 298 εδ. β' και 929 του ΑΚ προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος, όπως είναι και η αποζημίωση για την στέρηση στο μέλλον των προσδοκώμενων εισοδημάτων, αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα, συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι η ανωτέρω διάταξη 298 εδ. β' ΑΚ έχει ουσιαστικό χαρακτήρα εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως της αποζημιώσεως και δικονομικό χαρακτήρα εφόσον επιτρέπει στον Δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση.

Συνεπώς η τυχόν εσφαλμένη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1306/2003). Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με το τρίτο τμήμα του με στοιχείο Β1 του τρίτου λόγου αναίρεσης αναφορικά με την δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' ΑΚ, η οποία επιτρέπει στον Δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγησή της πλήττει, με την κατ' επίφαση επίκληση της παραβάσεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης σε σχέση με την συνδρομή πιθανότητας στην ύπαρξη αποθετικής ζημίας για το μετά την 1-4-2010 μέχρι 31-12-2069 χρονικό διάστημα. Επομένως ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω τμήμα είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος ως προς το τρίτο τμήμα του με στοιχείο Β2 κατά την αιτίαση της παραβάσεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς την μελλοντική θετική ζημία εξαιτίας αμοιβών οικιακής βοηθού για το μετά την 17-8-2014 χρονικό διάστημα τίθεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ δεν συντρέχει στην περίπτωση της ένδικης μελλοντικής θετικής ζημίας η οποία εμφανίζει βεβαιότητα και δεν συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αποθετικής ζημίας.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αναφορικά με το ύψος της αποθετικής ζημίας του αναιρεσείοντος, λόγω της συνεπεία του ένδικου τραυματισμού ανικανότητας προς άσκηση του επαγγέλματος, που μετέρχονταν πριν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, για το από 17-5-2008 έως 31-3-2010 χρονικό διάστημα πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το πρώτο τμήμα και με το δεύτερο τμήμα του για πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο του τμήμα είναι απαράδεκτος, διότι με την κατ' επίφαση επίκληση της πλημμέλειας του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση ως προς τα πραγματικά περιστατικά του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά δε το δεύτερο τμήμα είναι αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος διότι δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, που κατά τον αναιρεσείοντα έχουν παραβιασθεί αλλά και η συσχέτιση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που έχουν παραβιασθεί. Επομένως ο τέταρτος λόγος είναι απαράδεκτος.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αναφορικά με την αγωγική αξίωση της αποζημιώσεως για μελλοντική θετική ζημία, εξαιτίας της αύξησης δαπανών λόγω πρόσληψης οικιακής βοηθού πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια των αριθ. 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα με το πρώτο τμήμα του ανωτέρω λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παράβαση του δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο, χωρίς να περιέχεται στην έφεση των αναιρεσιβλήτων σχετική αιτίαση για την εφάπαξ καταβολή του επιδικασθέντος ποσού των 50.000 ευρώ λόγω μελλοντικής θετικής ζημίας συνεπεία πρόσληψης οικιακής βοηθού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε αποζημίωση για το από 1-10-2005 μέχρι 17-8-2014 χρονικό διάστημα 420 ευρώ μηνιαίως.

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 6026/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αυτό έκρινε βάσιμη κατά νόμο την αγωγή ως προς την αγωγική αξίωση της αποζημιώσεως για μελλοντική θετική ζημία, εξαιτίας της αύξησης δαπανών λόγω πρόσληψης οικιακής βοηθού, διότι ο ίδιος συνεπεία του ένδικου τραυματισμού αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και στην συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι "...

ο ενάγων έχει ανάγκη ημερησίως από οικιακή βοηθό και η ανάγκη αυτή έχει μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα και θα διαρκέσει μέχρι τέλους της ζωής του, αφού και οι βλάβες της υγείας του έχουν μόνιμο και διαρκή παγιωμένο χαρακτήρα και η αναπηρία του και η προς εργασία ανικανότητά του είναι μόνιμη, διαρκής και παγιωμένη πλέον ...

Συνεπώς ο ενάγων στο μέλλον θα χρειάζεται υπηρεσίες οικιακής βοηθού και έτσι για τον σκοπό αυτό θα δαπανήσει ποσό 50.000 ευρώ, καθόσον λόγω της καταστάσεως της υγείας του δεν δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί ...". Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των από 23-7-2008 και 14-7-2008 δικογράφων των εφέσεων του αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, αντιστοίχως, οι τελευταίοι δεν περιέλαβαν στην ανωτέρω έφεσή τους σχετική αιτίαση με το εν λόγω αγωγικό κεφάλαιο.

Ο αναιρεσείων, όμως, στην ως άνω έφεσή του και συγκεκριμένα με τον τρίτο λόγο της πλήττει την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ως προς την εν λόγω αγωγική αξίωση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Το Εφετείο, ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφού έκανε δεκτή κατ' ουσία και την έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 6026/2007 οριστική και την υπ' αριθμ. 2589/2006 εν μέρει οριστική (ως προς τις οριστικές της διατάξεις), αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα για το από 1-10-2005 έως 17-8-2014 χρονικό διάστημα, το ποσό των 420 ευρώ μηνιαίως.

Επομένως το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 6026/2007 εκκαλουμένης απόφασης δεν δεσμεύεται, κατά την διάταξη του άρθρου 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το εν λόγω αγωγικό κεφάλαιο. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Αναφορικά δε με την αιτίαση της παραβάσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο λόγος αυτός τίθεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι δηλαδή στην από 14-7-2008 έφεση των αναιρεσιβλήτων εμπεριέχεται αιτίαση για το εν λόγω αγωγικό κεφάλαιο, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση. Επειδή από το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 4476/1965, το άρθρο 1 του Β.Δ. 226/1973, το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, με το οποίο προστέθηκε στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960 διάταξη, κατά την οποία "η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωσις ..." συνάγεται ότι το ΙΚΑ για τις καταβαλλόμενες παροχές βάσει της νομοθεσίας που το διέπει προς τους ασφαλισμένους του, οι οποίοι δικαιούνται αποζημίωση για ζημία, που προξενήθηκε σ' αυτούς από τρίτο λόγω ασθενείας ή αναπηρίας υποκαθίσταται από τον νόμο, κατά το ποσό των καταβληθέντων ή οφειλομένων στο ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην ποσοτικά και ποιοτικά αντίστοιχη αξίωση αποζημιώσεως του τελευταίου κατά του υπόχρεου (ΑΠ 1018/2013).

Εξάλλου το ΙΚΑ υποχρεούται να καταβάλει τις προβλεπόμενες στην νομοθεσία του ασφαλιστικές παροχές προς τον ασφαλισμένο του χωρίς να δικαιούται σε οποιαδήποτε μείωσή τους λόγω ενδεχομένως συντρέχοντος πταίσματός του. Κάτι τέτοιο έχει σημασία μόνο για την αξίωση αποζημιώσεως και αφήνει ανεπηρέαστη την αξίωση του παθόντος για ασφαλιστικές παροχές.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή κατά τον υπολογισμό της αγωγικής αξίωσης των διαφυγόντων κερδών παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 929, 298 και 300 ΑΚ, 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 και 18 του ν. 1654/1986.

Ότι δηλαδή προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό των επιδικασθέντων στον αναιρεσείοντα διαφυγόντων κερδών κατά το από 17-5-2004 έως 31-3-2010 χρονικό διάστημα αφού από το συνολικό ποσό της αρχικής ζημίας των 147.680,52 ευρώ (ήτοι 113.980 + 33.700) πρώτα αφαίρεσε το ποσοστό 30%, που είναι το συντρέχον πταίσμα στην έκταση των ζημιών και ακολούθως το ποσό, των ασφαλιστικών εισφορών του ΙΚΑ κατά το οποίο υποκαταστάθηκε το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ενώ κατά νόμο έπρεπε να πράξει το αντίθετο.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την ως άνω αιτίαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Κατόπιν αυτών κρίνεται ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 17-5-2004 μέχρι 17-5-2008 ζημιώθηκε κατά το ποσό των 2.374,59 Ευρώ μηνιαίως και μετ' αφαίρεση του αναλογούντος στο 30% ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, ποσού 712,38 Ευρώ, η ζημία του καθορίζεται σε 1.662,22 Ευρώ μηνιαίως και συνολικά σε 79.786,56 Ευρώ (19.946,64 το έτος Χ 4 έτη).

Από 17-5-2008 μέχρι 31-3-2010 η ζημία του ενάγοντος ανέρχεται σε 1500 Ευρώ μηνιαίως και μετ' αφαίρεση του αναλογούντος ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος (30%) ποσού 450 Ευρώ, η ζημία του καθορίζεται σε 1050 Ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 23.688 [(22 μήνες Χ 1050 Ευρώ) + (14 ημέρες Χ 42 Ευρώ)]. Συνολικά για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ζημιά του καθορίζεται στο ποσό των 103.474,56 Ευρώ.

Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθούν τα καταβληθέντα στον ενάγοντα από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως προς τα οποία έχει υποκατασταθεί το τελευταίο (άρθρ. 10 § 5 Ν.Δ. 4104/60 και 18 Ν. 1654/86) και δεν δικαιούται να τα αξιώσει ο ενάγων και ειδικότερα ποσά α) 17823,34 Ευρώ για επιδότηση, β) 26.096,27 Ευρώ για κυρία σύνταξη και γ) 8.345,68 Ευρώ για επικουρική σύνταξη, όπως προαναφέρθηκε και συνολικά 52.265,29 Ευρώ και να καθορισθεί η συνολική ζημιά που οφείλεται στον ενάγοντα από την απώλεια αποδοχών του κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο (17-5-2004 έως 31-3-2010) στο ποσό των 51.209,27 Ευρώ (103.474,56 - 52.265,29).

Το ποσό αυτό πρέπει να καταβάλουν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον εφάπαξ, καθότι έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο, με το νόμιμο τόκο όμως, των μεν προγενεστέρων της αγωγής δόσεων από την επίδοση της αγωγής, των δε λοιπών από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης, δηλαδή από την πρώτη ημέρα κάθε μήνα που η κάθε δόση αφορά ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου κατά τον προσδιορισμό των επιδικασθέντων στον αναιρεσείοντα διαφυγόντων κερδών για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, καθόσον από το συνολικό αρχικό ποσό των 147.680,32 ευρώ έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των παροχών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ που ανέρχεται σε 52.265,29 ως προς το οποίο το τελευταίο υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως και στη συνέχεια το απομένον ποσό των 95.415,03 ευρώ (ήτοι: 147.680,32 - 52.265,29) να υποστεί μείωση 30% κατά παραδοχή της ΑΚ 300, οπότε το καθαρό ποσό των 67.150,53 ευρώ έπρεπε να επιδικασθεί ως αποθετική ζημία στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα.

Επομένως ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατά την διάταξη του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Ο λόγος κατά το τρίτο σκέλος ιδρύεται αν το Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλ.

στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010). Εξάλλου οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή τον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, η έλλειψη δε της μνείας αυτής ενδεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 24/2011, ΑΠ 767/2011) και δεν αρκεί η βεβαίωση απλώς του Δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται να προσκομίζουν αν δεν αναφέρονται ειδικά οι ένορκες βεβαιώσεις, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του την από 20-12-2012 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών δοθείσα ένορκη βεβαίωση του Λ. Κ., η οποία αφορά το ύψος των αποδοχών του αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης παρά την σαφή και ορισμένη επίκληση αυτής με τις προτάσεις του που τις προσκόμισε καθώς και τον σαφή προσδιορισμό των στοιχείων της ήτοι του αριθμού αυτής, του οργάνου ενώπιον του οποίου έγινε και της κλήτευσης των αντιδίκων - αναιρεσιβλήτων.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση δεν μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παρά την σαφή και ορισμένη επίκληση αυτής στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου (σελ. 39). Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια ο έβδομος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Από το άρθρο 578 ΚΠολΔ, κατά το οποίο "αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της" προκύπτει ότι όταν οι αιτιολογίες επιδρούν επί του διατακτικού της απόφασης, διότι διαφοροποιούν το εκ της απόφασης δεδικασμένο και ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το εντεύθεν δεδικασμένο, τότε η απόφαση αναιρείται ως προς τις αιτιολογίες της.

Δεδικασμένο δημιουργείται από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης απόφασης, όταν δηλ. οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της απόφασης, στο οποίο υπάρχει η κρίση του Δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα του διατακτικού (ΑΠ 1207/2008, ΑΠ 128/2008) όχι βεβαίως ως προς τις παρεντεθείσες πλεοναστικά αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση ως προς τις αιτιολογίες προς αποτροπή δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά την απόρριψη της περί περιορισμού της ευθύνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας σχετικής ενστάσεως, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το ύψος του ασφαλιζόμενου ποσού για σωματικές βλάβες διάταξη, η οποία δημιουργεί δυσμενές γι' αυτόν δεδικασμένο ότι δηλαδή το ασφαλιζόμενο ποσό για την κατηγορία των σωματικών βλαβών ανέρχεται σε 480.000 ευρώ ενώ κατά το άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 489/1976 το ποσό κάλυψης για την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ανέρχεται σε 500.000 ευρώ.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και την παραδεκτή επισκόπηση της από 14-7-2008 εφέσεως και των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι οι τελευταίοι με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους πρότειναν την ένσταση περιορισμού της ευθύνης της πρώτης εξ αυτών, διότι με διάταξη της υπ' αριθμ. 2589/2006 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε και προσωρινώς εκτελεστή, η πρώτη αναιρεσίβλητη κατέβαλε το ποσό των 10.000 ευρώ στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα αλλά και στο κυρίως παρεμβαίνον - ενάγον "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" δηλαδή συνολικά 20.000 ευρώ, κατά το οποίο μειώθηκε το ποσό των 500.000 ευρώ.

Επομένως το Εφετείο, προκειμένου να μην ιδρύσει τον εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απέρριψε την ως άνω ένσταση, η οποία συνιστούσε και τον δεύτερο λόγο της ως άνω από 14-7-2008 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων και ως εκ τούτου δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση περίπτωση αναίρεσης του άρθρου 578 ΚΠολΔ περί αντικατάστασης της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως το ανωτέρω ζήτημα, του περιορισμού δηλαδή της ευθύνης της πρώτης αναιρεσίβλητης μέχρι του ποσού των 480.000 ευρώ και ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, που αφορά την μελλοντική αποθετική ζημία για το μέχρι την 31-3-2017 χρονικό διάστημα και τον τρόπο καθορισμού αυτής, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και να παραπεμφθεί για περαιτέρω έρευνα κατ' ουσία σε ιδιαίτερη δικάσιμο του ίδιου τμήματος, ώστε να τηρηθεί η αναγκαία προδικασία της διάταξης του άρθρου 524 § 2 ΚΠολΔ διαφοροποιούμενη από την προκειμένη αναιρετική διαδικασία (άρθρο 580 παρ. 3 τελ. εδ. του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 12 αρ. 4 του ν. 4055/2012 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης στον καταθέσαντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6044/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.

Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά το αναιρούμενο μέρος της και την παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση κατ' ουσία στο ίδιο τμήμα σε ιδιαίτερη συζήτηση.

Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων, που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης στον καταθέσαντα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Αυγούστου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ