1105/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1105 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1105/2012
Legislator headnote
AI generated1105/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1105 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1105/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1105 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1105/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΣΕ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Ζαχόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σοφοκλή Στεφανίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 30-1-2007 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας, για οικοπεδικά τμήματα με αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αιτήσεως και της ανταιτήσεως της ήδη αναιρεσείουσας, αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 42843/ 2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Κατόπιν η 4770/23-3-2007 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και από 2-2-2009 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3-2-2009 ανταίτηση προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η απόφαση:1016/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από αίτησή της 29-1-2010 και τους από 6-12-2011 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 9-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ.1) (Ολ.Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ.1 περ.β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων 1330/2011, ΑΠ 755/2003, ΑΠ 1325/2008 οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β' του ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των άρθρων 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα ότι ενώ τεκμηριωμένο απέδειξε το πασίγνωστο γεγονός της αναμφισβήτητης μείωσης της αξίας της εναπομείνασας εκτός απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίας του υπό τη χαρακτηριστική ονομασία πλατεία ΕΣΘ λόγω στέρησης της πρόσοψης σε μήκος 370 μέτρων από το σύνολο των 450 μέτρων που είχε πριν την απαλλοτρίωση επί της Λεωφόρου Μοναστηρίου της πόλεως Θεσσαλονίκης ωστόσο η προσβαλλομένη παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία όταν αποκόπτεται η πρόσοψη ενός ακινήτου κατά το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής αυτό υφίσταται υποβάθμιση της αξίας του τουλάχιστον κατά το ήμισυ.
Ότι απέδειξε ότι μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν εκτός αυτής τμήμα της ιδιοκτησίας του στερήθηκε σχεδόν παντελώς της προσόψεώς του επί της κεντρικότατης οδικής αρτηρίας Μοναστηρίου της πόλεως Θεσσαλονίκης και κατά ποσοστό 80% και συνεπεία αυτής της στέρησης απότμησης η ιδιοκτησία του υπέστη μείωση κατά 40%.
Ότι αντί να υπαγάγει αυτή τη μείωση αξίας στις παραπάνω διατάξεις και να δεχθεί το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης το απέρριψε ως αβάσιμο κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου εσφαλμένα χαρακτηρίζοντας την απότμηση του 80% περίπου της πρόσοψης "ως απότμηση μέρους της πρόσοψης".
Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) και 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Επειδή, το άρθρο 13 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ορίζει παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν.2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφορα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίαν αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της περ.2 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001 που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου".
Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου δι' ο η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 31/2005, ΑΠ 587/2010).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί του ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμισή τους, στην αξιολόγηση των πραγματικών επιχειρημάτων και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται σαφώς.
Περαιτέρω, με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 11/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση όσον αφορά τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος "ΟΣΕ ΑΕ" το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Περαιτέρω, τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση ακίνητα της ΟΣΕ ΑΕ έχουν εμβαδόν 2.020,18 τμ (ΚΠ 04) - 187,71 τμ (ΚΠ 05) - 321,1 τμ (ΚΠ 06) - 2.916,03 τμ (ΚΠ 07) - 27.397,12 τμ (ΚΠ 08).
Αυτά παραμένουν άρτια και οικοδομήσιμα και δεν αναιρείται ούτε περιορίζεται η κατά προορισμό χρήση τους. Η κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης και ειδικότερα η κατασκευή σήραγγος διέλευσης των συρμών θα πραγματοποιηθεί κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και θα λειτουργήσει σε βάθος πλέον των 20μ.
Η κατασκευή αυτής είναι ειδικώς προσανατολισμένη ακριβώς στο να αποκλεισθεί κάθε θόρυβος, ενόχληση ή άλλη παρενέργεια από το έργο η οποία όπως και στην περίπτωση της κατασκευής του ΜΕΤΡΟ Αθηνών, κινείται παγίως κάτω από τα όρια του ανθρωπίνως αντιληπτού. Η κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως δεν επιφέρει περιορισμούς στη δόμηση των εναπομεινάντων αυτών ακινήτων ούτε η επ' αυτών δόμηση απαιτεί ειδικές μελέτες θεμελίωσης με ιδιαίτερα οπλισμένο σκυρόδεμα που να επιβαρύνει το κατασκευαστικό κόστος και συνεπώς, να επιφέρει μείωση της αντιπαροχής.
Το γεγονός ότι πριν από την έκδοση οικοδομικής άδειας για την κατασκευή κτιρίων επί των εναπομεινάντων ακινήτων, θα πρέπει η Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης να υποβάλει στην αιτούσα εταιρία το σχετικό φάκελο ώστε η τελευταία να διατυπώσει τη γνώμη της ότι δεν επηρεάζεται αρνητικά το έργο του ΜΕΤΡΟ, δεν σημαίνει ότι τίθεται περιορισμός στη δόμηση ή ότι η τελευταία εξαρτάται από τη συναίνεση και έγκριση της αιτούσας, απλά έχει σκοπό τη μη επέκταση, της δόμησης και στο ήδη απαλλοτριωθέν ή στο υπέδαφος αυτού.
Η απότμηση πρόσοψης των εναπομεινάντων ακινήτων προς την οδό Μοναστηρίου, δεν στερεί την άμεση πρόσβαση τους στην οδό αυτή, δεδομένου ότι η αιτούσα είναι υποχρεωμένη βάσει του νόμου να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να υπάρχουν οι κυκλοφοριακές διευθετήσεις προς το σκοπό αυτό, ήτοι να υπάρχει πρόσβαση των ακινήτων αυτών στις υπάρχουσες οδούς.
Άλλωστε, όπως ειπώθηκε παραπάνω η οπτική επαφή των εναπομεινάντων ακινήτων με την οδό Μοναστηρίου δεν θα διαταραχθεί αφού η μόνη υπέργεια κατασκευή επί. των απαλλοτριωθέντων θα είναι η είσοδος εμβαδού 40 τμ και ύψους 1 μέτρου στο υπόγειο σταθμό, ενώ όλη η λοιπή απαλλοτριωθείσα έκταση μετά την κρασπέδωσή της θα διατεθεί ελεύθερη στη χρήση των πολιτών.
Άλλωστε, το εναπομείναν μεγάλο ακίνητο της καθ' ης ΟΣΕ εξακολουθεί να έχει πρόσοψη στις οδούς Μοναστηρίου, Καλού, Μαργαροπούλου. Απεναντίας η κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης επηρεάζει θετικά την αξία των εναπομεινάντων ακινήτων. Ειδικότερα, η κατασκευή του συγκεκριμένου σταθμού ΜΕΤΡΟ, για το οποίο κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, συνιστά σημαντικό αυξητικό παράγοντα της αξίας των εναπομεινάντων ακινήτων, είτε αυτά χρησιμοποιηθούν από την καθ' ης ΟΣΕ για την εκμίσθωσή τους ως χώρων στάθμευσης όπως μέχρι σήμερα, είτε για την ανέγερση εμπορικού Κέντρου, όπως ισχυρίζεται η ΟΣΕ Α.Ε., είτε για την ανέγερση οικοδομής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατασκευή σταθμών ΜΕΤΡΟ στην Αθήνα αναβάθμισε τις περιοχές αυτών και συνετέλεσε στην αύξηση της αξίας των ακινήτων πάνω από 50%. Στις αγγελίες πώλησης διαμερισμάτων, γραφείων και άλλων χώρων επαγγελματικής στέγης τονίζεται μεταξύ των αναφερομένων χαρακτηριστικών που προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού, η εγγύτητα αυτών στο σταθμό ΜΕΤΡΟ, γεγονός που υποδηλώνει την πλεονεκτική θέση αυτών δικαιολογούσα και το αναγραφόμενο αυξημένο τίμημα πωλήσεως.
Πρέπει να σημειωθεί ότι και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι υπάρχει ζημία από την απότμηση μέρους της πρόσοψης των ακινήτων της καθ'ης ΟΣΕ Α.Ε. προς την οδό Μοναστηρίου, άποψη που αποκρούει το Δικαστήριο, αυτή (ζημία) είναι πολύ μικρότερη της ωφέλειας την οποία αυτά πορίζονται από την κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης, έτσι ώστε μετά το συμψηφισμό αυτών, να απομένει μόνον ωφέλεια για τα εναπομείναντα ακίνητα.
Με τις άνω παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, α)διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν στερείται νόμιμης βάσεως, επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, β) δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ.4 Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 της ΕΣΔΑ και 17 παρ.2 του Συντάγματος και επομένως ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην πιο πάνω αναφερόμενη σκέψη.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως έχει πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ., διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων, που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του, θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ως περιεχομένων στο έγγραφο περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με όσα διαλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ., περί παραμορφώσεως του περιεχομένου των εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και ειδικότερα του κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης και του από 27-4-2007 αποσπάσματος οριζοντιογραφίας όλου του ενιαίου μείζονος ακινήτου του θεωρημένο από τον Αρχιμηχανικό Κυκλοφορίας Μακεδονίας Θράκης διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι από την εκτέλεση του περιεχομένου αυτών προκύπτει ότι τα πέντε αυτοτελή ακίνητά του έχουν αποτμηθεί κατά την πρόσοψή τους προς την οδό Μοναστηρίου η οποία είναι και η μοναδική για το ΚΠ 04, 05, 06 και 07 και η κύρια και μεγαλύτερη για το ΚΠ 08, γεγονός που καθιστά τα τέσσερα πρώτα τυφλά και του πέμπτου με πρόσοψη μειωμέν κατά 80% περίπου επί της οδού Μοναστηρίου και όλα αυτά όπως δισχηματίζονται μετά την απότμηση της μοναδικής προσόψεως εκάστου επί της οδού Μοναστηρίου παραμένουν άρτια και οικοδομήσιμα δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν την αναίρεση με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ, αλλά απλώς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση των εν λόγω εγγράφων, με την απόδοση στην προσβαλλόμενη απόφαση σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους και όχι σφαλμάτων ως προς την ανάγνωση αυτών.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και οι από 6-12-2011 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-1-2010 αίτηση και τους από 6-12-2011 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1016/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ