1105/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1105/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1105 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1105/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε με το ν. 3270/2004, άρθρο 2 η εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμήτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3599/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-2-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 18-2-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πέμπτος και έκτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσο διασφαλίσεως της τηρήσεως του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν έχει σημασία αν οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων, αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες, όπως ήδη αναφέρθηκε, εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά διά των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις αναφερόμενες στις ως άνω διατάξεις πλημμέλειες, καθόσον, για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, ήταν άκυρη, γιατί στηρίχθηκε στον μονομερώς τεθέντα από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, στην ως άνω σύμβαση εργασίας του άκυρο όρο περί δοκιμαστικής περιόδου έξι (6) μηνών και αφετέρου, γιατί η καταγγελία από την αναιρεσείουσα εργοδότρια έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, δεν έλαβε (το Εφετείο) υπόψη:
α) τους πρωτοδίκως υποβληθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους παραθέτει στο αναιρετήριο, εκ των οποίων, σημειωτέον, "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποτελούν μόνο η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, καθώς και η ένσταση καταλογισμού της ωφέλειας που αποκόμισε αυτός προσφέροντας αλλού την εργασία του (οι λοιποί ισχυρισμοί αποτελούν άρνηση της αγωγής) και β) τα πρωτοδίκως επικληθέντα και προσκομισθέντα, αναφερόμενα στο αναιρετήριο, αποδεικτικά μέσα, παρά το γεγονός ότι, τόσο τους ως άνω ισχυρισμούς όσο και τα αποδεικτικά μέσα είχε νομίμως προβάλλει και επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα στο Εφετείο.
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσείουσας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από αυτή των άνω ενστάσεων και αποδεικτικών μέσων (εγγράφων) στο Εφετείο, εφόσον στις ενώπιον αυτού προτάσεις της, στις οποίες ενσωματώνονται κατ' αντιγραφή και οι προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διαλαμβάνεται αφενός μόνη η, μη συνιστώσα, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση των ενστάσεων αυτών, φράση "Επειδή επαναφέρω όλες τις ενστάσεις μου που προέβαλα με τις πρωτόδικες προτάσεις μου, τις οποίες προσάγω και επικαλούμαι και το περιεχόμενο των οποίων έχει ως ακολούθως", και αφετέρου η φράση "Επειδή προσάγω και επικαλούμαι την προσβαλλόμενη απόφαση με τα ταυτάριθμα πρακτικά και όλα τα σχετικά έγγραφά μου που πρωτόδικα προσκόμισα (1-10)", που όμως δεν αποτελεί σαφή και ορισμένη (για να προκύπτει η ταυτότητά τους) επίκληση των εγγράφων αυτών.
Ορθώς, επομένως, το Εφετείο έκρινε ομοίως, ότι δηλαδή δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο των ισχυρισμών που προέβαλε αυτή πρωτοδίκως και των αποδεικτικών μέσων που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως και ως εκ τούτου με το να μη λάβει υπόψη (το Εφετείο) τους παραπάνω ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες, που προβλέπονται από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ΚΠολΔ στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δικάσθηκε η παρούσα υπόθεση, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, η προηγούμενη εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος, για να παραστεί κατά την δόση της ένορκης βεβαιώσεως, αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτής, ως αποδεικτικού μέσου, την έλλειψη του οποίου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Δεκτικός της κλήτευσης αυτής, για να παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, είναι και ο κατ' άρθρο 143 ΚΠολΔ δικαστικός πληρεξούσιος ως αντίκλητος, ενώ η με δικαστικό επιμελητή κλήτευση αναπληρώνεται από αντίστοιχη προφορική στο ακροατήριο δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου περί εξετάσεως μάρτυρος ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, την προσδιοριζόμενη ημέρα και ώρα, μετά παρέλευση 24 ωρών τουλάχιστον, η οποία δήλωση καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Εξάλλου δε, από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 670, 674 παρ. 2, 237 παρ. 3 και 591 παρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών οι διάδικοι έχουν την δυνατότητα προσαγωγής ενόρκων βεβαιώσεων, που έχουν ληφθεί ακόμη και εντός της παρεχόμενης από το νόμο προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης, μέσα στην οποία μπορούν να προσαχθούν αποδεικτικά στοιχεία για την υποστήριξη ή αντίκρουση προταθέντων ισχυρισμών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει, νομίμως έλαβε υπόψη του και τις υπ' αριθμ. 7447/17-4-2003 και 7448/17-4-2003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των Ν. Γ. και Δ. Π., που ελήφθησαν ύστερα από κλήτευση, πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, της αντιδίκου του αναιρεσίβλητου, ο οποίος τις επικαλείται, σύμφωνα με την σχετική προφορική δήλωση του τελευταίου περί εξετάσεως μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Μετά από αυτά, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτα αποδεικτικά μέσα και δη τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες είχαν ληφθεί μετά την συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ΠΔ 178/2002 (Προστασία εργαζομένων σε μεταβιβαζόμενες επιχειρήσεις σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου - ΦΕΚ Α' 162/12-7-2002) "Διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.
Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος". Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2636/1998 (ΦΕΚ Α' 198/27-8-1998) ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Ε.Ο.Τ.", ακολούθως μετονομάσθηκε, με την παράγραφο 4 του άρθρου 9 του Ν. 2837/2000, σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και στη συνέχεια, με την παράγραφο 1δ του άρθρου 2 του Ν. 3270/2004, μετονομάσθηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.".
Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ . 1 του άνω Ν . 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο - Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.".
Με το άρθρο 1 του Ν. 3139/2003 (Ρυθμίσεις για τα καζίνα Πάρνηθας και Κέρκυρας και άλλες διατάξεις - ΦΕΚ Α 100/30-4-2003) ορίσθηκε ότι "Η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 2206/1994 (ΦΕΚ 62 Α) άδεια λειτουργίας καζίνου στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από την δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Με το άρθρο 18 (Θέματα προσωπικού - Εσωτερικοί κανονισμοί) παράγραφοι 1 και 2 του άνω Ν. 2636/1998, όπως η πρώτη περίοδος της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 4 του Ν. 3139/2003, ορίζεται ότι "1. Το προσωπικό που προσλαμβάνεται στην εταιρεία (αναιρεσείουσα) απασχολείται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Για την πρόσληψη του προσωπικού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 2527/1997. 2. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, που εγκρίνεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της, καταρτίζεται εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας. Με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας ρυθμίζονται τα εξής:
α) Η οργάνωση, λειτουργία και διάρθρωση των υπηρεσιών της εταιρείας. β) Η κατανομή αρμοδιοτήτων στις υπηρεσίες της. γ) Ο αριθμός των θέσεων προσωπικού και η κατανομή τους στις διοικητικές μονάδες της εταιρείας, καθώς και ο αριθμός των θέσεων του νομικού συμβούλου και των δικηγόρων, οι οποίοι συνδέονται με την εταιρεία με σχέση έμμισθης εντολής και αποτελούν το κύριο προσωπικό του Γραφείου Νομικού Συμβούλου.
δ) Τα προσόντα, οι όροι πρόσληψης και εργασίας και η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη του κάθε φύσης προσωπικού. ε) Το πειθαρχικό δίκαιο του προσωπικού. Με την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 2527/1997, στην οποία παραπέμπει το ως άνω άρθρο 18 του Ν. 2636/1998, ορίζεται ότι "Οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α.
α' και β' βαθμού στις οποίες ο Ο.Τ.Α. κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου, οι πάσης μορφής δημόσιες επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους εταιρείες, καθώς και οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του Ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση ορισμένου χρόνου διοικητικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και τακτικού και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικού της κατηγορίας ΥΕ, με εξαίρεση το εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ ...".
Επίσης, με το άρθρο 17 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της Ανώνυμης Εταιρείας ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ (αναιρεσείουσας), ο οποίος εγκρίθηκε με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΥΑ Τ/5333) και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 1610/29-12-2000, ορίζεται ότι "1.
Κάθε Υποκατάστημα της Εταιρείας που λειτουργεί σε ετήσια βάση, αποτελεί αυτοτελή οργανική Μονάδα Επιπέδου Διεύθυνσης της οποίας προΐσταται υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ ή Ειδικό επιστημονικό προσωπικό ή προσωπικό κατηγορίας ΔΕ με ειδική εμπειρία, που προσλαμβάνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας με τριετή σύμβαση εργασίας, η οποία μπορεί να ανανεώνεται μετά από εισήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου και απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας.
Με την απόφαση πρόσληψης καθορίζεται το ύψος των αποδοχών του προϊσταμένου του υποκαταστήματος, το οποίο μπορεί να διαφοροποιείται από υποκατάστημα σε υποκατάστημα ανάλογα με το μέγεθος των εργασιών του υποκαταστήματος ... 3. Ο προϊστάμενος κάθε υποκαταστήματος έχει την ευθύνη για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία του υποκαταστήματος.
Προΐσταται όλου του προσωπικού, ενημερώνει την κεντρική διοίκηση της εταιρείας για την πορεία του έργου του υποκαταστήματος και εισηγείται στους αρμόδιους διευθυντές και τον διευθύνοντα σύμβουλο την λήψη μέτρων που κατά την άποψή του είναι αναγκαία για την αποδοτικότερη λειτουργία του υποκαταστήματος.
Ο προϊστάμενος του υποκαταστήματος ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που από την φύση της ανάγεται στις αρμοδιότητες του υποκαταστήματος, είναι δε υπεύθυνος για την εσωτερική οργάνωση του έργου του υποκαταστήματος και την ανάθεση αρμοδιοτήτων στο προσωπικό του ... 5. Τα ειδικότερα κατά περίπτωση προσόντα πρόσληψης του προϊσταμένου του υποκαταστήματος και του αντίστοιχου γραφείου οικονομικής διαχείρισης καθορίζονται με την προκήρυξη πρόσληψης.
Κατά το άρθρο δε 22 του ίδιου Κανονισμού "Το τακτικό προσωπικό της εταιρείας διακρίνεται σε προσωπικό με τριετή σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, απευθείας προσλαμβανόμενο σε Διευθυντικές θέσεις (Διευθυντές), σε προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, σε εμπειρογνώμονες με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με σύμβαση μέχρι τρία χρόνια και σε αποσπασμένο προσωπικό, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 18 του Ν. 2636/1998".
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του ΑΚ προκύπτει ότι μπορεί να συναφθεί έγκυρα σύμβαση εργασίας υπό αναβλητική αίρεση ή να προσυμφωνηθεί η σύναψη αυτής της σύμβασης με την προκήρυξη από τον εργοδότη διαγωνισμού για την κατάληψη κενών θέσεων ή θέσεων που θα κενωθούν και την επιτυχία στο διαγωνισμό αυτό εκείνων που υπέβαλαν την υποψηφιότητά τους.
Ειδικότερα δε, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση της σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και συμμετοχής στο διαγωνισμό του ενδιαφερομένου επέχει θέση αποδοχής της πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη περί αποδοχής της πρότασης του, θεωρείται (άρθρα 185, 189 και 192 ΑΚ) ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στο διαγωνισμό.
Όταν εκδοθούν και ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και πετύχει ο ενδιαφερόμενος, πληρώνεται η αναβλητική αίρεση και επέρχονται αυτοδικαίως τα αποτελέσματα της συμβάσεως, θεωρείται δε ο επιτυχών, οριστικά πλέον, ως υπάλληλος του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, ο οποίος υποχρεούται στην πρόσληψή του (ένταξή του στο προσωπικό της επιχείρησης του) μέσα σε εύλογο χρόνο, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και τις αρχές της καλής πίστεως (άρθρο 288 ΑΚ), από την έκδοση των αποτελεσμάτων ή από τότε που, σύμφωνα με τους όρους της προκήρυξης, κενωθεί η προς πλήρωση θέση και, σε περίπτωση μη αποδοχής της προσηκόντως προσφερόμενης σ' αυτόν εργασίας του επιτυχόντος, καθίσταται (ο εργοδότης) υπερήμερος.
Αν ο εργοδότης που προκήρυξε τον διαγωνισμό δεν τηρήσει τους κανόνες της προκήρυξης, τότε ενεργεί κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, γι' αυτό και θεωρείται ότι πληρώθηκε η αίρεση (άρθρο 207 ΑΚ), καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας και μη αποδεχόμενος την προσφερόμενη εργασία του, κατά πλάσμα δικαίου, επιτυχόντος, καθίσταται υπερήμερος.
Εξάλλου, η σύμβαση εργασίας υπό δοκιμή αναγνωρίζεται έμμεσα από την εργατική νομοθεσία, δίχως όμως να ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Στη σύμβαση αυτή αναφέρεται το άρθρο 2 παρ . 3 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920, που ορίζει ότι στο χρόνο υπηρεσίας για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης συνυπολογίζεται και ο χρόνος της δοκιμής.
Πρόκειται δε για σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό διαλυτική αίρεση, ήτοι από το μέλλον γεγονός της διαπίστωσης από τον εργοδότη ή το αρμόδιο όργανό του της ακαταλληλότητας ή της μη ευδόκιμης υπηρεσίας του προσληφθέντος μισθωτού στη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου, η πλήρωση της οποίας επιφέρει αυτοδικαίως την ανατροπή της σύμβασης.
Ενώ η ματαίωση της πλήρωσης της αίρεσης, που επέρχεται με την διαπίστωση της καταλληλότητας ή της ευδόκιμης υπηρεσίας, οριστικοποιεί την σύμβαση, η οποία και συνεχίζεται, σαν να μη είχε τεθεί η αίρεση. Αναμφισβήτητα η συναλλακτική ελευθερία επιτρέπει στους συμβαλλομένους να συμφωνήσουν όπως η οριστική σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου καταρτισθεί ύστερα από την επιτυχή δοκιμασία του μισθωτού.
Στη περίπτωση αυτή, όμως, δεν πρόκειται για μία ενιαία σύμβαση, όπως είναι η σύμβαση εργασίας με δοκιμή, που συνεχίζεται αυτοδικαίως ύστερα από την επιτυχή δοκιμασία. Όπως τούτο συμβαίνει και στην περίπτωση πρόσληψης μισθωτών με διαγωνισμό, στην οποία, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η μεν σύμβαση καταρτίζεται με την συμμετοχή των μισθωτών στον προκηρυχθέντα διαγωνισμό, τα δε έννομα αποτελέσματα επέρχονται ύστερα από την επιτυχία του διαγωνισθέντος μισθωτού, οπότε ενεργοποιείται η σύμβαση και ο εργοδότης υποχρεούται να προσλάβει τους επιτυχόντες, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις και τους όρους της προκήρυξης.
Πρόκειται, δηλαδή, για μία ενιαία σύμβαση εργασίας, που τελεί υπό αναβλητική αίρεση, η πλήρωση της οποίας επιφέρει αυτοδικαίως τα έννομα αποτελέσματα και συνεπώς ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος αν δεν προσλάβει και απασχολήσει τον επιτυχόντα μισθωτό. Εκτός αν ο εργοδότης διατήρησε με την προκήρυξη του διαγωνισμού ορισμένες επιφυλάξεις ως προς τους προσληπτέους από τους επιτυχόντες.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο, ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως, ή αυτή η λήξη επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή άλλη διάταξη ισοδύναμης ισχύος.
Η εν λόγω σύμβαση εργασίας παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Από δε την διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, δηλαδή όταν δεν επικαλείται σπουδαίο λόγο ή τα επικαλούμενα από αυτόν περιστατικά δεν είναι αληθινά ή δεν είναι ικανά, αντικειμενικά κρινόμενα, να θεμελιώσουν σπουδαίο λόγο, τότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ).
Σπουδαίος λόγος, κατά την έννοια του άρθρου 672 ΑΚ, υπάρχει όταν ένα ή περισσότερα πραγματικά περιστατικά, αντικειμενικά κρινόμενα, καθιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα την περαιτέρω συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δημοσίευσε στις 10-1-2001 στην εφημερίδα "ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ" την από 4-1-2001 "Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την κάλυψη 27 θέσεων εργασίας των κεντρικών γραφείων και των επιχειρηματικών μονάδων της εταιρείας", μεταξύ των οποίων μία θέση Διευθυντή Καζίνο και μία θέση Διοικητικού Διευθυντή της επιχειρηματικής μονάδας Καζίνο Πάρνηθας.
Στο εισαγωγικό μέρος του τεύχους της προκήρυξης αναφέρεται ότι: Όλες οι θέσεις είναι πλήρους απασχόλησης. Η πρόσληψη των στελεχών θα γίνει με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (τρία έτη), οι οποίες δύνανται να ανανεωθούν με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Τ.Α. Α.Ε. (αναιρεσείουσας). Οι αμοιβές των στελεχών που θα καλύψουν τις θέσεις αυτές θα είναι απολύτως ικανοποιητικές και θα βασίζονται στις ανάλογες αμοιβές που επικρατούν στην αγορά εργασίας του ιδιωτικού τομέα.
Η πλήρωση των ως άνω 27 θέσεων για την στελέχωση των υπηρεσιών της Ε.Τ.Α. Α.Ε. θα γίνει σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας της και την με αριθμό 15/57/23442/9-11-2000 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 1 της υπ' αριθμ. 55/1998 Π.Υ.Σ. Την ευθύνη για την διαδικασία της επιλογής έχει η Επιτροπή Διαγωνισμού της Ε.Τ.Α.
Α.Ε., η οποία θα έχει την υποστήριξη εξειδικευμένης εταιρείας συμβούλων. Η διαδικασία επιλογής περιλαμβάνει: α) έλεγχο της πληρότητας των φακέλων υποψηφιότητας και των στοιχείων που παρέχουν οι υποψήφιοι στην έντυπη αίτηση υποψηφιότητας, β) κατάρτιση καταλόγου των υποψηφίων που πληρούν τους όρους συμμετοχής στο διαγωνισμό και κατά συνέπεια γίνονται αποδεκτοί στη διαδικασία επιλογής, γ) αξιολόγηση υποψηφίων βάσει του συνόλου των προσόντων τους και κατάρτιση καταλόγου αυτών με βαθμολογική σειρά και δ) διενέργεια συνεντεύξεων με τους επικρατέστερους από τους υποψηφίους του προηγούμενου καταλόγου.
Οι υποψήφιοι που έχουν επαρκώς τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και τις προδιαγραφές της θέσης εργασίας καλούνται σε συνέντευξη (προφορική εξέταση), κατά την οποία η εξεταστική επιτροπή αξιολογεί τις ικανότητες του υποψηφίου και εκτιμά τα στοιχεία της προσωπικότητάς του, που σχετίζονται με τις απαιτήσεις της θέσης εργασίας για την οποία έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον.
Η Επιτροπή Διαγωνισμού, μετά το πέρας της διαδικασίας των συνεντεύξεων, επιλέγει τους επικρατέστερους υποψηφίους ανά θέση. Η τελική απόφαση επιλογής λαμβάνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Η Ε.Τ.Α. Α.Ε. επιφυλάσσεται να προτείνει στον υποψήφιο άλλη θέση από αυτήν που εκείνος είχε αρχικά επιλέξει. Πριν προσληφθούν οι υποψήφιοι προς τους οποίους θα προταθεί σύμβαση εργασίας αποδέχονται τον Εσωτερικό Κανονισμό της Ε.Τ.Α.
Α.Ε. Επίσης, σύμφωνα με την ως άνω προκήρυξη - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - ο Διευθυντής Καζίνο θα είναι υπεύθυνος για την διοίκηση και την ανάπτυξη της μονάδας στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής που ορίζει η Διοίκηση της εταιρείας. Η θέση αναφέρεται στον Διευθύνοντα Σύμβουλο και καλύπτει ανάγκες της επιχειρηματικής μονάδας Καζίνο Πάρνηθας και έχει τις αρμοδιότητες που αναφέρονται αναλυτικά στην προκήρυξη αυτή.
Τέλος, οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν τις εξής προδιαγραφές: Να είναι ηλικίας 40 ετών και άνω, κάτοχοι πτυχίου ή διπλώματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κ.λπ., επιθυμητή η γνώση της Αγγλικής και προϋπηρεσία άνω των 5 ετών σε αντίστοιχη θέση για αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, άνω των 10 ετών σε αντίστοιχη θέση για αποφοίτους τεχνολογικής εκπαίδευσης κ.λπ.
και άριστη γνώση των τυχερών παιγνίων Καζίνο και της επίβλεψής τους και διοίκησης παρόμοιων επιχειρηματικών μονάδων. Ο αναιρεσίβλητος - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον παραπάνω διαγωνισμό για την θέση του Διοικητικού Διευθυντή Καζίνο, μαζί με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Η αίτησή του έγινε δεκτή και μετά από επιτυχή προφορική εξέτασή του ενώπιον της Επιτροπής Διαγωνισμού, κλήθηκε σε προσωπική συνέντευξη από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας, ο οποίος, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά του προσόντα, δήλωσε σ' αυτόν ότι θα δεχόταν την προσφορά των υπηρεσιών του σε ανώτερη θέση από αυτή για την οποία είχε υποβάλει την αίτηση, δηλαδή για την θέση του Διευθυντή Καζίνο.
Πράγματι, το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας στην υπ' αριθμ. 27 συνεδρίασή του, στις 5-4-2001, αποφάσισε την πρόσληψη του αναιρεσίβλητου στη θέση του Διευθυντή του υποκαταστήματος Καζίνο Πάρνηθας της αναιρεσείουσας εταιρείας, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (τριών ετών). Ακολούθως δε με το υπ' αριθμ. 1796/11-4-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικού, Μονάδα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού, που υπογράφεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Α.
Χ., η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε στον αναιρεσίβλητο την πρόσληψή του και τον καλούσε εντός δέκα (10) ημερών από τη λήψη του ως άνω εγγράφου να παρουσιαστεί για ανάληψη υπηρεσίας. Ο αναιρεσίβλητος - συνεχίζει το Εφετείο - στις 17-4-2001 εμφανίστηκε στην αναιρεσείουσα και ανέλαβε τα παραπάνω καθήκοντά του. Μετά την πάροδο τριών μηνών, κατά την διάρκεια των οποίων ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε στην αναιρεσείουσα, με βάση την ήδη καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προσφέροντας κανονικά τις συμφωνημένες υπηρεσίες του Διευθυντή του υποκαταστήματος Καζίνο Πάρνηθας αυτής, αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό 1.600.000 δραχμές, που ήταν καταβλητέος στο τέλος κάθε μήνα, υπεγράφη μεταξύ της αναιρεσείουσας, εκπροσωπούμενης νόμιμα από τον παραπάνω Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Α.
Χ., και του ενάγοντος, η από 19-7-2001 "ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΙΚΟΥ ΣΤΕΛΕΧΟΥΣ", στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: 1) Η εταιρεία σύμφωνα με την από 4-1-2001 Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος και δυνάμει της υπ' αριθμ. 27/5-4-2001 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, προσλαμβάνει τον δεύτερο συμβαλλόμενο Δ.
Γ. ως Διευθυντή της επιχειρηματικής μονάδας Καζίνο Πάρνηθας, με πλήρη απασχόληση προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Καζίνο Πάρνηθας, 2) Η παρούσα σύμβαση είναι τριετής. Αρχίζει στις 14 Απριλίου 2001 και λήγει στις 13 Απριλίου 2004, έχει δε δοκιμαστική περίοδο 6 μηνών, εντός της οποίας δύναται να καταγγελθεί από εκάτερο των μερών αζημίως και 3) Οι συνολικές αποδοχές του Διευθυντή Καζίνο ορίζονται στο ποσό των 1.600.000 δραχμών μικτά μηνιαίως σε 14μηνη βάση, καταβλητέες ως δεδουλευμένες αποδοχές στο τέλος κάθε μήνα.
Οι μηνιαίες αποδοχές του προσλαμβανόμενου θα αυξάνονται κατά ποσοστό 5% ετησίως, αρχής γενομένης από 14 Απριλίου 2002. Ο αναιρεσίβλητος - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - διαμαρτυρήθηκε έντονα στον εντεταλμένο σύμβουλο της αναιρεσείουσας Ε. Λ. για τον τιθέμενο εκ μέρους αυτής ως άνω όρο της εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου αυτού, η οποία (δοκιμαστική περίοδος), ως στάδιο εξέλιξης της εργασιακής του σύμβασης, δεν προβλεπόταν στην παραπάνω προκήρυξη πρόσληψής του στην αναιρεσείουσα.
Εκείνος (Ε. Λ.) τον καθησύχασε, αναφέροντάς του ότι αυτό αποτελούσε δήθεν στοιχείο άνευ ουσίας της σύμβασής του και ταυτόχρονα τον διαβεβαίωσε για την τριετή διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας. Έτσι και υπό την απειλή ότι αν δεν υπογράψει θα προέβαινε η αναιρεσείουσα στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, εξαναγκάστηκε να υπογράψει την σύμβαση, αρνούμενη η αναιρεσείουσα να θέσει αυτός (αναιρεσίβλητος) οποιαδήποτε έγγραφη επιφύλαξή του κατά την υπογραφή της.
Ενόψει αυτών το Εφετείο δέχεται περαιτέρω, ότι ο παραπάνω όρος περί εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου του αναιρεσίβλητου μισθωτού, ο οποίος (όρος) εξυπηρετεί προεχόντως τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας εργοδότριας, γιατί δίνει σ' αυτήν τη δυνατότητα να απαλλαγεί στο τέλος της δοκιμαστικής περιόδου από τον αναιρεσίβλητο μισθωτό, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, εφόσον κρίνει ότι δεν είναι αυτός κατάλληλος για την εργασία, για την οποία προσλήφθηκε, τέθηκε μονομερώς από την αναιρεσείουσα στην ως άνω έγγραφη σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου, χωρίς τη συναίνεσή του, κατά παράβαση των όρων της προαναφερθείσας προκήρυξης, που η ίδια είχε συντάξει και αφορούσε την πρόσληψη και απασχόληση του αναιρεσίβλητου στις υπηρεσίες της αποκλειστικά και μόνο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας, χωρίς να προβλέπεται δοκιμαστική περίοδος, την οποία αποφάσισε μονομερώς εκ των υστέρων η αναιρεσείουσα, μετά την πρόσληψη του αναιρεσίβλητου.
Ο όρος δε αυτός τέθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 2636/1998, 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997, 17 παρ. 1 και 22 του Κανονισμού Λειτουργίας της αναιρεσείουσας, οι οποίες προβλέπουν ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται στην εταιρεία σε διευθυντικές θέσεις (Διευθυντές) προσλαμβάνεται αποκλειστικά με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας, οι οποίες μπορούν να ανανεώνονται μετά από εισήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου και απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, και δεν προβλέπεται πρόσληψη προσωπικού στις θέσεις αυτές με δοκιμή.
Ούτε μπορεί - είπε το Εφετείο - να αποτελέσει η πρόσληψη με δοκιμή αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, διότι εφόσον η αναιρεσείουσα επιφύλαξε για τον εαυτό της (με την από 19-7-2001 Σύμβαση Εργασίας Ορισμένου Χρόνου Διευθυντικού Στελέχους την δυνατότητα να καταγγείλει την σύμβαση (όχι μόνο για σπουδαίο λόγο) και πριν την συμπλήρωση του χρόνου της δοκιμαστικής περιόδου, τότε δεν πρόκειται καν για σύμβαση ορισμένου χρόνου, αλλά για σύμβαση αόριστης διάρκειας, η οποία δεν επιτρέπεται.
Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι ο εν λόγω όρος της δοκιμαστικής περιόδου των 6 μηνών στην παραπάνω από 19-7-2001 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου του αναιρεσίβλητου τέθηκε μονομερώς από την αναιρεσείουσα, χωρίς συμφωνία των διαδίκων, κατά παράβαση της από 4-1-2001 προκήρυξης και των σχετικών διατάξεων των νόμων 2636/1998 και 2527/1997 και του Κανονισμού Λειτουργίας της αναιρεσείουσας και ότι συνεπώς είναι άκυρος και θεωρείται σαν να μη τέθηκε (άρθρα 174, 180 του ΑΚ).
Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα με την παραπάνω συμπεριφορά της και συγκεκριμένα α) από το γεγονός ότι δεν είχε περιλάβει στην ως άνω πρόσκληση - προκήρυξη αυτής ότι η πρόσληψη των επιτυχόντων στο διαγωνισμό θα γίνει με δοκιμαστική περίοδο 6 μηνών, β) από το γεγονός ότι έθεσε ζήτημα πρόσληψης με δοκιμή στον αναιρεσίβλητο αιφνιδίως και μονομερώς, χωρίς να προηγηθεί καμία ειδοποίηση, συζήτηση ή διαβούλευση εκ μέρους αυτής, γ) από το γεγονός ότι έθεσε ζήτημα δοκιμαστικής περιόδου για πρώτη φορά, μετά τρεις μήνες από την πρόσληψη του αναιρεσίβλητου και την παροχή των υπηρεσιών του σ' αυτήν, με δεδομένη την επαγγελματική του δέσμευση και την θέλησή του να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, κατά την υπογραφή της τυπικής σύμβασης εργασίας του και δ) από το γεγονός ότι δεν δόθηκε στον αναιρεσίβλητο δικαίωμα να αρνηθεί, ούτε να διατυπώσει εγγράφως την επιφύλαξη, την οποία προφορικά εξέφρασε στον εντεταλμένο σύμβουλο αυτής Ε.
Λ., και τούτο υπό την απειλή της άμεσης απόλυσής του, υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του διευθυντικού της δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και επομένως ο τεθείς στη σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου όρος περί δοκιμαστικής περιόδου 6 μηνών είναι και για το λόγο αυτό άκυρος ως καταχρηστικός και θεωρείται ως μη γεγραμμένος.
Με αυτά τα δεδομένα, το Εφετείο αποφάνθηκε ότι η αναιρεσείουσα, η οποία στις 12-10-2001, δηλαδή δύο μόλις ημέρες πριν την συμπλήρωση της ως άνω εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου, κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου του αναιρεσίβλητου, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, καταβάλλοντας σ' αυτόν ως αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 1.866.667 δραχμών, δηλαδή αποζημίωση που αντιστοιχούσε σε καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση τον χρόνο υπηρεσίας του αναιρεσίβλητου στην επιχείρησή της, προέβη σε άκυρη καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως αυτού, η οποία θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας και η αναιρεσείουσα εργοδότρια, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου μισθωτού, οφείλει να καταβάλει σ' αυτόν τους επιδιωκόμενους με την ένδικη αγωγή του μισθούς υπερημερίας, από την επόμενη ημέρα της άκυρης καταγγελίας (13-10-2001) έως την συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως εργασίας του ορισμένου χρόνου (13-4-2004), οι οποίοι ανέρχονται στο ποσό των 169.672,78 ευρώ.
Όπως προκύπτει ωσαύτως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και ότι, εξαιτίας της παραπάνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσείουσας, προσβλήθηκε η προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου και μειώθηκε αυτός στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον, για την αποκατάσταση δε της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή αυτή πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη την σοβαρότητα της προσβολής, την υπαιτιότητα του οργάνου της αναιρεσείουσας που παρανόμησε, τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή τελέστηκε, την προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, καθόρισε στο ποσό των 1000 ευρώ.
Έτσι - κατέληξε το Εφετείο - ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) δικαιούται συνολικά 170.672,78 ευρώ (169.672,78 + 1000), ποσό το οποίο οφείλει να καταβάλει σ' αυτόν η εναγομένη (αναιρεσείουσα) εργοδότρια εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", διότι, και μετά την μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού και παθητικού αυτής, κατά το μέρος που αποτελεί τον αποσπασθέντα κλάδο της "Καζίνο - Ξενοδοχείο - Τελεφερίκ Πάρνηθας" (άρθρο 5 Ν. 3139/2003), στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ευθύνεται, ως μεταβιβάζουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, με την ως άνω διάδοχο εταιρεία, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι την 1-5-2003, που ανέλαβε η διάδοχος εταιρεία (άρθρο 4 παρ. 1 ΠΔ 178/2002), γι' αυτό και ο ισχυρισμός της εναγομένης (αναιρεσείουσας) περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτής - είπε το Εφετείο - είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκληθείσα οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δέχθηκε, την, με εκείνη απορριφθείσα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτής, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του ΠΔ 178/2002, σε συνδυασμό προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ, 1 και 5 του Ν. 3139/2003 και οι ως άνω σχετικές αιτιολογίες, οι οποίες περιέχονται στην απόφασή του, δεν είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης το Εφετείο, κατά τρόπο περισσότερο από σαφή δέχθηκε ότι ο επίμαχος όρος περί εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου, που έθεσε η αναιρεσείουσα, μετά τρεις μήνες από την πρόσληψη του αναιρεσίβλητου και την παροχή των υπηρεσιών του σ' αυτήν, στην από 19-7-2001 έγγραφη σύμβαση εργασίας του ορισμένου χρόνου, ήταν άκυρος, γιατί δεν περιλαμβανόταν στην από 4-1-2001 προκήρυξη του διαγωνισμού, με την οποία η αναιρεσείουσα ουδεμία σχετική επιφύλαξη είχε διατηρήσει, και γιατί τέθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 2636/1998, 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997, 17 παρ. 1 και 22 του Κανονισμού Λειτουργίας της αναιρεσείουσας, που υποκαθιστούν (οι διατάξεις του Κανονισμού) τους όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας, οι οποίες ως άνω διατάξεις προβλέπουν ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από την αναιρεσείουσα εταιρεία σε διευθυντικές θέσεις αυτής προσλαμβάνεται αποκλειστικά με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, τριετούς διάρκειας, και δεν προβλέπεται πρόσληψη προσωπικού στις θέσεις αυτές με δοκιμή, αλλά και γιατί ο επίμαχος αυτός όρος τέθηκε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας (άρθρο 281 ΑΚ), η οποία, διά του αρμοδίου οργάνου της, εξανάγκασε τον αναιρεσίβλητο να υπογράψει την περιέχουσα τον όρο αυτό σύμβαση, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του, χωρίς καμία επιφύλαξη, υπό την απειλή της άμεσης απόλυσής του.
Με αυτά που με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε το Εφετείο, επαρκείς αιτιολογίες διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν παραβίασε (ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου) τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Συνεπώς, οι πέμπτος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3270/2004 η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3599/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ