Supreme Court partially allows appeal against court fees ruling, remanding calculation to new panel.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the plaintiff's claim for professional fees. The court found the lower court's refusal to use the plaintiff's submitted fee schedule was erroneous because it lacked the specific statutory basis required by law. Consequently, the case regarding the fee calculation was remanded to a new panel of the Court of Appeal for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 559(11), 671(1), 680 of the Code of Civil Procedure; The court must specifically address in its judgment whether it has considered evidence or fee schedules submitted by the parties, and cannot rely on a party's own calculation sheet unless it meets the strict statutory requirements for official fee tables.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1105 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1105/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μίχο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΚΟΧΑ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βλαχογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2006 όπως αυτή διορθώθηκε με την 235/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7064/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2008 αίτησή της και με τους από 2-2-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ ο δικαστής υποχρεούται προς μόρφωση της πεποίθησής του για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά να λαμβάνει υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικαλούμενα σχετικώς και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, θεωρούνται δε ότι αυτά προσκομίστηκαν, μολονότι δεν γίνεται σχετική μνεία στην απόφαση, όταν έγινε επίκλησή τους με δήλωση προσκομιδής τους στις προτάσεις, εκτός αν βεβαιώνεται στην απόφαση ότι δεν προσκομίστηκαν.
Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 671 § 1 ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και τους μάρτυρες και γι' αυτό, όταν προσκομίζονται στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτές έχουν ληφθεί υπόψη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η επίκληση ή όχι του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, στις οποίες, αν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, πρέπει να προσδιορίζεται ο αριθμός και ο χρόνος που δόθηκαν.
Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνει κατά τρόπο ορισμένο, με σαφή προσδιορισμό των στοιχείων της, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά της. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της κρινόμενης υπόθεσης για τη διάγνωση της βασιμότητας της κατωτέρω αιτιάσεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ισχυρίστηκε, εκτός άλλων, και ότι με την ιδιότητα της αρχιτέκτονα - μηχανικού εκτέλεσε εργασίες επιστασίας και επίβλεψης κατά την κατασκευή του έργου που είχε αναλάβει στο ευρισκόμενο στη ... εστιατόριο της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια να της οφείλεται, κατά το άρθρο 95 § 5 του ΠΔ 696/1974, το διπλάσιο της σχετικής αμοιβής, για την οποία και ζήτησε την καταψήφιση της τελευταίας στο ποσό των 16.418,17 ευρώ (πλέον ΦΠΑ).
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή έφεσης της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε με μεταγενέστερη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλαν η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου για την απόδειξη του ουσία βάσιμου του ανωτέρω αναφερομένου κεφαλαίου της ένδικης αγωγής, επικαλέστηκε αυτή, μεταξύ άλλων, και τη με αριθμό ...
ένορκη βεβαίωση μάρτυρά της, προσδιορίζοντας τα στοιχεία της ταυτότητάς της (αριθμό, χρόνο που δόθηκε, όνομα μάρτυρα, που και ενώπιον τίνος συνετάγη). Από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του επί της ουσίας της υποθέσεως για το παραπάνω κεφάλαιο, το Εφετείο, που δεν προβαίνει άλλωστε σε ειδική μνεία της βεβαίωσης αυτής, έλαβε υπόψη την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ...
ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, για την οποία (κλήτευση) συντάχθηκε η με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... . Από τη μη βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση του αντιθέτου θεωρείται ότι η άνω ένορκη βεβαίωση έχει προσκομιστεί στο Εφετείο.
Η μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που έχουν επικαλεστεί και προσκομίσει οι διάδικοι, δεν καλύπτει και την άνω ένορκη βεβαίωση, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί έγγραφο.
Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο αυτό τρίτος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση τόσο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, όσο και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το κεφάλαιο αυτό στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας ανάλογο με την έκταση της νίκης της.
Παρέλκει, ύστερα από αυτά, η έρευνα των σχετικών με το άνω κεφάλαιο υπόλοιπων λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με το από 2-2-2009 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που έχουν ασκηθεί νομοτύπως, υποβάλλει, κατ' άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ, το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση και συγκεκριμένα, της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να της αποδώσει το ποσό των 3.800 ευρώ, το οποίο ισχυρίζεται ότι κατέβαλε (εκούσια) σ' αυτήν ως επιδικασθέντα υπέρ της τελευταίας από την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστικά έξοδα.
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 23-2-2008 απόδειξη αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα σε εκούσια εκτέλεση του περί δικαστικών εξόδων κεφαλαίου της αποφάσεως που αναιρείται κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσό. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε καταβολή στην αναιρεσείουσα του παραπάνω ποσού.
ΙΙ.- O λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο και ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όσον αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης το σχετικό με την αγωγική αξίωση για καταβολή του συνολικού ποσού των 43.957,74 ευρώ ως αμοιβή της αναιρεσείουσας για την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών μελετών για το κατάστημα που η αναιρεσίβλητη σκόπευε να κατασκευάσει και λειτουργήσει στον ..., τις υπηρεσίες επίβλεψης και επιστασίας των έργων αποξήλωσης των παλαιών δικτύων και για έρευνα αγοράς για την ανεύρεση εξοπλισμού και επίπλων, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι " δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που αναφέρονται σε οικονομικές προσφορές συνεργείων και προμηθευτών που αφορούσαν τον εξοπλισμό του καταστήματος αυτού, παρόλο που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας".
Ο λόγος όμως αυτός, όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον δεν καθορίζεται ποια ήταν αυτά τα έγγραφα που δεν λήφθηκαν υπόψη. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ένατο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προ "υπολογισμό κατασκευής του έργου που αυτή προσκόμισε και επικαλέστηκε, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά του, επειδή καθόρισε μονομερώς το ύψος του".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη το παραπάνω έγγραφο και το εκτίμησε για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του.
ΙΙΙ.- Με το δέκατο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, με τις παραδοχές "Ο προσκομιζόμενος και αναγραφόμενος από την ενάγουσα πίνακας υπολογισμού της αμοιβής της, έχοντας τη μορφή που προαναφέρθηκε, αφενός μεν δεν αποτελεί τον επιβαλλόμενο από τη διάταξη του άρθρου 680 ΚΠολΔ πίνακα αμοιβών ...
με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο ο συγκεκριμένος πίνακας για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στην ενάγουσα αμοιβής της ... δεν περιέχει αναλυτικά κάθε εργασία που αφορά η προμελέτη και το κόστος αυτής...ο πίνακας αυτός στηρίζεται σε προϋπολογισμό η βασιμότητα του οποίου δεν αποδείχθηκε", δεν θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή, κατά το ερευνώμενο εδώ κεφάλαιό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αλλά ως αόριστη.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης που επιστηρίζεται, όπως εκτιμάται, στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και όχι στον αρ. 19 αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., από τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δεν μπορεί να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης. Ακόμη, με την ίδια αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο συναφής με το δέκατο λόγο αναίρεσης πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς η από το άρθρο 559 αρ. 14 και όχι αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ διαπιστώνει, εσφαλμένα, ποιοτική αοριστία της αγωγής της αναιρεσείουσας, σπεύδει να την απορρίψει ως ουσία αβάσιμη, με αποτέλεσμα ( από τη μη απόρριψή της ως αόριστης) να στερηθεί αυτή του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, δηλαδή να επανέλθει με νέα ορισμένη αγωγή της ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
ΙV.- Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1, 577 § 3 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, α) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του και η σύνδεση του με το διατακτικό, β) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και γ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται σε πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι αντιφατικά δέχθηκε πως "η ένδικη αγωγή της είναι αόριστη κατά το δεύτερο κεφάλαιό της, το οποίο στη συνέχεια έκρινε ως αβάσιμο κατ' ουσία".
Ο ανωτέρω (πρόσθετος) λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι με την προαναφερόμενη εντελώς αποσπασματικά και επιλεκτικά ουσιαστική παραδοχή καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετους λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις:
α) ότι απέρριψε την απαίτηση της αναιρεσείουσας ποσού 3.528 ευρώ με την παραδοχή "Τέλος, όσον αφορά την αξίωση της ενάγουσας για καταβολή ποσού 3.528 ευρώ, ως αμοιβή της για την απασχόλησή της ..., δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε στην ενάγουσα από την εναγομένη η σχετική εντολή, ενόψει μάλιστα των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η τελευταία ...", χωρίς να αναφέρεται σε ποια συγκεκριμένα στοιχεία στηρίζει η αναιρεσιβαλλομένη το "δεν αποδείχθηκε" και β) ότι η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε αβάσιμο κατ' ουσία το δεύτερο κεφάλαιο της αγωγής με την ανεπαρκή αιτιολογία" και αφετέρου διότι ο πίνακας αυτός στηρίζεται σε προϋπολογισμό, η βασιμότητα του οποίου δεν αποδείχθηκε".
Ο λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι οι ως άνω, κατά την αναιρεσείουσα, ανεπαρκείς αιτιολογίες, ανάγονται πράγματι σε πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο χωρίς κατ' ουσία αιτιολογία (ανεπαρκή) απέρριψε τα τρία κονδύλια που συναποτελούν τη δεύτερη απαίτηση της αγωγής της, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 43.957,54 ευρώ.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν έγιναν σχετικώς δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν το ως άνω κεφάλαιο της υπόθεσης: Η εναγομένη τον Απρίλιο του 2002 ανέθεσε προφορικά στην ενάγουσα την εντολή να προβεί στη σύνταξη της αναγκαίας αρχιτεκτονικής μελέτης για την έκδοση από την αρμόδια Πολεοδομία ...
της οικοδομικής άδειας για την πραγματοποίηση των εσωτερικών διαρρυθμίσεων του καταστήματός της στον ... . Πράγματι, η ενάγουσα εκπόνησε την αρχική αρχιτεκτονική μελέτη και με την επιμέλειά της εκδόθηκε η ... άδεια της Πολεοδομίας του Δήμου ..., στην οποία αυτή αναφέρεται ως συντάξασα την αρχιτεκτονική μελέτη και ως υπεύθυνη για την επίβλεψη εφαρμογής της, ενώ ο αρχιτέκτονας μηχανικός ΑΑ αναφέρεται ως μηχανικός που συνέταξε τη μελέτη ύδρευσης και αποχέτευσης.
Ως αμοιβή για την έκδοση της ως άνω οικοδομικής άδειας η ενάγουσα εισέπραξε από την εναγομένη το ποσό των 4.870,80 ευρώ ... Μετά την έκδοση της παραπάνω οικοδομικής άδειας, η οποία αργότερα ανακλήθηκε από την αρμόδια δημόσια αρχή, στο προαναφερόμενο κατάστημα της εναγομένης εκτελέστηκαν με την επίβλεψη της ενάγουσας οι εργασίες αποξήλωσης των προϋπαρχόντων στοιχείων και δικτύων, για τις οποίες η τελευταία δικαιούται να αξιώσει τη νόμιμη αμοιβή της ...
Η ενάγουσα προσδιορίζει την αμοιβή της αυτή βάσει "ενδεικτικού προϋπολογισμού" ποσού 120.000 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται εργασίες διαρρύθμισης και επιμέτρησης, με υπολογισμό προσαυξήσεων σε ποσοστό 50% για τις διαρρυθμίσεις και σε ποσοστό 40% για την επιμέτρηση, αν και αποδείχθηκε και συνομολογείται από την ίδια την ενάγουσα ότι δεν εκτελέστηκαν εργασίες διαρρύθμισης και δεν έγινε επιμέτρηση εργασιών.
Δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό των 120.000 ευρώ αποτελεί το ύψος της δαπάνης που πραγματοποιήθηκε για την εκτέλεσης των εργασιών της αποξήλωσης, με βάση την οποία πρέπει να υπολογιστεί η οφειλόμενη νόμιμη (κατά τα συμφωνηθέντα) αμοιβή της ενάγουσας αλλά ούτε αποδείχθηκε το ύψος της πραγματικής δαπάνης εκτέλεσης των συγκεκριμένων εργασιών που εκτελέστηκαν με την επίβλεψη της ενάγουσας, ώστε να καταστεί δυνατός από το Δικαστήριο ο προσδιορισμός της αμοιβής της.
Κατόπιν τούτων, το κονδύλιο των 10.332 ευρώ, το οποίο ζητεί η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, ως οφειλόμενη αμοιβή της για την επίβλεψη των εργασιών αποξήλωσης των παλαιών δικτύων, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Σχετικά με το αίτημα της ενάγουσας για καταβολή από την εναγομένη ποσού 37.850,72 ευρώ ως αμοιβή για τη σύνταξη αρχιτεκτονικών μελετών, για το κατάστημα στον ..., στις οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή περιλαμβάνονταν: 1) σχέδια προμελέτης και κατόψεις με τομές κλίμακας 1:50, 2) δύο σχέδια οριστικής μελέτης για δύο διαφορετικές λύσεις που περιλαμβάνουν αποτύπωση του χώρου λεπτομερώς, μετά την αποξήλωση, κατόψεις, τομές κλίμακας 1:50, κατόψεις γενικής διάταξης του χώρου, τομές και σχέδια ψευδοροφών σχέδια φωτισμού, σχέδια δαπέδων και σχέδια λουτρών και 3) μελέτη εφαρμογής της μιας οριστικής μελέτης που επιλέχθηκε τελικά, σημειώνονται τα ακόλουθα:
Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι η ενάγουσα εκπόνησε κατ' εντολή της εναγομένης την αρχική αρχιτεκτονική μελέτη,την οποία υπέβαλε για την έκδοση της παραπάνω άδειας, για την οποία και η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί ότι εισέπραξε την ανάλογη αμοιβή της ... Η ενάγουσα μετά την έκδοση της παραπάνω οικοδομικής άδειας εκπόνησε μόνο μία μελέτη (με πατάρι), την οποία και παρέδωσε, που όμως δεν ήταν πλήρης μελέτη αλλά σε επίπεδο προμελέτης.
Δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε στην ενάγουσα από την εναγομένη η εντολή να εκπονήσει δυο οριστικές αρχιτεκτονικές μελέτες με δυο διαφορετικές λύσεις, με ένα πατάρι και δυο πατάρια, καθώς και μελέτη εφαρμογής της λύσης με ένα πατάρι, ούτε αποδείχθηκε ότι παραδόθηκαν τέτοιες μελέτες στην εναγομένη. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι τον Ιανουάριο του έτους 2004 παρέδωσε στην εναγομένη την αρχιτεκτονική μελέτη μετατροπής του καταστήματος, προκειμένου να υποβάλει αυτή σε διάφορες τράπεζες για χρηματοδότηση, πρέπει να σημειωθεί ότι αποδείχθηκε ότι παραδόθηκαν πράγματι από την ενάγουσα κάποια αρχιτεκτονικά έγγραφα, τα οποία όμως δεν αποτελούν αρχιτεκτονική μελέτη αλλά ένα απλό προοπτικό σχέδιο, απαραίτητο για την υποβολή αίτησης χρηματοδότησης, για το οποίο καταβλήθηκε στην ενάγουσα ως αμοιβή το ποσό των 5.000 ευρώ και συνεπώς ούτε και αυτή η αμοιβή της περιλαμβάνεται στις επίδικες αξιώσεις της.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα εκπόνησε κατ' εντολή της εναγομένης και παρέδωσε σ' αυτήν την αναφερόμενη παραπάνω προμελέτη, για την οποία και μόνο δικαιούται να αξιώσει την ανάλογη αμοιβή της. Ο υπολογισμός δε αυτής, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε, ούτε η ενάγουσα επικαλείται την ύπαρξη συμβατικού προϋπολογισμού, πρέπει να γίνει με βάση τον προϋπολογισμό της δαπάνης του έργου για το οποίο έγινε η προμελέτη.
Η ενάγουσα με την αγωγή της, αν και αναφέρεται σε περισσότερες εργασίες, προσδιορίζει την οφειλόμενη αμοιβή της συνολικά για όλες τις μελέτες ( οριστικές, προμελέτη και μελέτη εφαρμογής), που, κατά τους ισχυρισμούς της, έχει εκπονήσει, την οποία υπολογίζει με βάση προϋπολογισμό του έργου, το ύψος του οποίου μονομερώς καθορίζει στο ποσό των 488.081,51 ευρώ και το οποίο η εναγομένη αρνείται αιτιολογημένα ...
Δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο η βασιμότητα του ως άνω ποσού ως προϋπολογισμού δαπάνης για τις εργασίες διαρρύθμισης του καταστήματος της εναγομένης, δεδομένου ότι αυτό ήταν το αντικείμενο της μελέτης που ανατέθηκε στην ενάγουσα, και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο προσκομιζόμενος και αναγραφόμενος από την ενάγουσα πίνακας υπολογισμού της αμοιβής της δεν αποτελεί τον επιβαλλόμενο από τη διάταξη του άρθρου 680 ΚΠολΔ πίνακα αμοιβών και δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο ο πίνακας αυτός για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στην ενάγουσα αμοιβής της για την εκπονηθείσα από αυτή προμελέτη.
Δεν περιέχει αυτός αναλυτικά κάθε εργασία που αφορά η προμελέτη και το κόστος αυτής, αλλά ούτε και την αναλογούσα σε καθεμία από αυτές αμοιβή της ενάγουσας και τα στοιχεία που απαιτούνται για τον υπολογισμό καθεμιάς αμοιβής, ούτε αφαιρούνται τα ποσά που ομολογεί η ενάγουσα ότι έχει εισπράξει έναντι της συνολικής αμοιβής της.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η υπάρχουσα στο προσκομιζόμενο με επίκληση από την ενάγουσα φύλλο προσδιορισμού του συντελεστή της φερόμενης ως συνολικής αμοιβής της, σφραγίδα του ΤΕΕ, στην οποία αναγράφεται ότι η βεβαίωση γίνεται "με βάση τα στοιχεία που παραθέτει ο υπογράφων Μηχανικός στην παρούσα σελίδα", έχει την έννοια ότι αν ο αναγραφόμενος συντελεστής της αμοιβής (5,17) εφαρμοστεί επί ποσού 488.081,51 ευρώ δίνει τη συγκεκριμένη αμοιβή των 37.850,72 ευρώ, και όχι την έννοια της βασιμότητας του προϋπολογισμού και τη νομιμότητα της εξαγόμενης με βάση αυτόν αμοιβής της ενάγουσας.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα για τις αξιώσεις της που αφορούν τις υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγόμενη για το κατάστημά της στον ..., εισέπραξε το συνολικό ποσό των 18.000 ευρώ. Όσον αφορά την αξίωση της ενάγουσας για καταβολή ποσού 3.528 ευρώ ως αμοιβή της για απασχόλησή της κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2003 μέχρι Δεκέμβριο του ίδιου έτους, σε έρευνα αγοράς σε καταστήματα και εταιρείες επίπλων και ειδών εξοπλισμού καταστημάτων, δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε στην ενάγουσα από την εναγομένη σχετική εντολή.
Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το άνω κονδύλιό της (των 43.957,54 ευρώ) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς αιτιολογίες, γι' αυτό και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 7064/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση του αναιρούμενου κεφαλαίου της απόφασης.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων (3.800) ευρώ. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ