Legislator Case Law & Legislation
1105/2008 AI generated

1105/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1105/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1105/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1105 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1105/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: χ1 η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ψάλτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ιεράς και Σεβασμίας Κοινοβιακής γυναικείας Μονής ..... "......", που εδρεύει στην ......., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βήτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2002, 53/2002 μη οριστικές, 4740/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 894/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 13-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιές από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και, συνακόλουθα, μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί από το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, αλλά δεν τις εξειδίκευσε στο αναιρετήριο, μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η άποψη αυτή είναι απολύτως σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητά του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης νόμιμης προσφυγής οποιασδήποτε μορφής, η οποία επιτρέπει, ως εκ του ορισμένου περιεχομένου της, την από τα δικαστήρια παροχή της αιτούμενης έννομης προστασίας.

Έτσι, τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν, αλλά μάλλον διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος της τελευταίας.

Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί κτήσης ίδιας κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο δεν ασκεί καμιά επιρροή στην έκβαση της προκείμενης δίκης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 983, 1710, 1711 και 1712 ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού, μολονότι παρατίθενται σ' αυτόν οι πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθενται, επίσης, στον ίδιο οι απόψεις της αναιρεσείουσας, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της και δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες ως παραβιάσεις του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικότερα, δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, που παρά την αναφορά του στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται ως εκ του περιεχομένου του στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη διεκδικητική αγωγή λόγω αοριστίας της ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται σ' αυτόν, ότι ο σχετικός περί αοριστίας της αμέσως πιο πάνω αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα.

Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν οι επισημαινόμενες ελλείψεις στην αιτιολόγηση της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδιαίτερα στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφόσον το εν λόγω πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.

Με τα δεδομένα αυτά, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι τμήματα γης, ιδιοκτησίας του τρίτου ....... και όχι του άμεσου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας χ, αποτελούν τμήματα της ιδιοκτησίας της τελευταίας και περαιτέρω με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης, λαμβάνοντας υπόψη ασαφή διοικητικά έγγραφα, τα οποία δεν αποτελούν τίτλους κτήσης εξαιτίας μη μεταγραφής τους και εκτιμώντας ότι η αμέσως πιο πάνω ιδιοκτησία, πρανής, βραχώδης και δύσβατη, αποτελούμενη από άγονα ακαλλιέργητα βοσκοτόπια, δασικά και χορτολιβαδικά, ήταν ανεπίδεκτη καλλιέργειας με αμπέλους και ελαιόδενδρα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Οι περιλαμβανόμενες στο αναιρετήριο λοιπές αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέες προεχόντως ως αόριστες, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σ' αυτές σαφής και ορισμένη καταγραφή συγκεκριμένων πλημμελειών της πιο πάνω απόφασης με τα οριζόμενα από το νόμο στοιχεία, καθώς και αριθμητική μνεία προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβάσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-1-2007 αίτηση της χ1 για αναίρεση της 894/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ