Supreme Court dismisses State's appeal against inheritance judgment regarding Byzantine law property acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on inheritance and property ownership. The State argued that the court erred in applying Byzantine law to establish the heirs' title to the property, but the court found the lower court's reasoning sound and evidence-based. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the heirs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 1045, 1051 of the Civil Code; Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellate court fails to specify the substantive laws violated, and the appeal is dismissed if the lower court's reasoning is fully motivated and based on valid evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1104 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1104/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Α. Κ., το γένος Ν. Ζ., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 5) Ζ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., της ..., 6) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., της ..., 7) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 8) Ε. χήρας Β. Κ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ..., της ..., 9) Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., της ..., 10) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., της ..., 11) Π. Κ. του Η., κατοίκου ..., της ..., 12) Β. Κ. του Η., κατοίκου ..., της ..., 13) Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., της ..., 14) Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ... της ..., 15) Ε. χήρας Β. Κ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., της ..., 16) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., της ..., 17) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., της ..., 18) Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., της ...,19) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 20) Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 21) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 22) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., 23) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 24) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 25) Θ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 26) Φ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 27) Κ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 28) Σ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 29) Β. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 30) Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 31) Α. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 32) Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 33) Α. Δ. του Β., κατοίκου ..., 34) Α. Δ. του Ν., κατοίκου ... Οι υπό στοιχεία 11, 12, 20, 23, 25, 30, 32 και 34 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Παλιούρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 19-10-2023 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.4 ΚΠολΔ, η από 17-4-2019 με αριθμ. καταθ. 7/2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 53/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της ορισθείσας επ' αυτής δικασίμου της 18ης Οκτωβρίου 2023, αλλά δεν εισήχθη προς συζήτηση για λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με το αριθμ.
πρωτ. ...-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και των επαναληπτικών αυτών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).
Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.
Η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (ΑΠ 150/2018, 427/2015, 462/2013). Τέλος, με το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 (που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις κατ' άρθρο 116 παρ. 1 περ.
β του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν 4871/2021) και εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι "όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα" ( ΑΠ 828/2024, ΑΠ 866/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, οι εκ των αναιρεσιβλήτων, 1η Α. χήρα Α. Κ., 2ος Κ. Κ. του Ν., 3ος Δ. Κ. του Ι., 4ος Α. Κ. του Ε., 5η Ζ. Κ. του Ε., 6η Γ. Κ. του Ε., 7ος Κ. Κ. του Α., 8η Ε. χήρα Β. Κ. το γένος Γ., 9η Κ. Κ. του Β., 10ος Α. Κ., 13η Σ. Κ. του Η., 14ος Χ. Κ. του Κ., 15η Ε. χήρα Β.
Κ., το γένος Τ., 16ος Ε. Κ. του Β., 17ος Α. Κ. του Β., 18ος Κ. Κ. του Ε., 19η Χ. Κ. του Ν. , 21η Σ. Κ. του Ν., 22ος Ν. Κ. του Α., 24ος Α. Κ. του Δ., 26η Φ. Δ. του Γ., 27ος Κ. Δ. του Δ., 28ος Σ. Δ. του Δ., 29ος Β. Δ. του Δ., 31ος Α. Δ. του Ε. και 33ος Α. Δ. του Β., δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς η κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Την αίτηση αναίρεσης επέσπευσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και όπως προκύπτει από την με αρ. ...-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λαμίας Μ. Π., αντίγραφο της αίτησης επέδωσε νομίμως στην δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Ευαγγελία Παλιούρα, η οποία είχε παρασταθεί γι αυτούς ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για να παρασταθούν κατά τη δικάσιμο της 4-5-2022.
Κατά τη δικάσιμο αυτή (4-5-2022) εμφανίστηκε η δικηγόρος Βασιλική Σταϊκούρα η οποία (όπως προκύπτει από την σημείωση του Γραμματέα επί του πινακίου της 4ης-5-2022) δήλωσε ότι εκπροσωπεί όλους τους αναιρεσιβλήτους για την υποβολή αιτήματος αναβολής για το λόγο ότι η πληρεξουσία δικηγόρος αυτών Ευαγγελία Παλιούρα ζητεί την αναβολή της υπόθεσης για λόγους υγείας στο πρόσωπό της και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 18-10-2023.
Η αναβολή αυτή με την εγγραφή της στο πινάκιο της δικασίμου της 18-10-2023, ισχύει ως κλήτευση έναντι όλων των ανωτέρω διαδίκων κατ άρθρο 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω κατά τη δικάσιμο της 18-10-2023 ματαιώθηκε η συζήτηση λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων ενόψει της διενέργειας των επαναληπτικών δημοτικών και περιφερειακών εκλογών.
Κατόπιν, η Πρόεδρος του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την από 19-10-2023 πράξη της όρισε αυτεπαγγέλτως δικάσιμο για τη συζήτηση της υπόθεσης την 5-3-2025 οπότε και συζητήθηκε. Η εγγραφή της αίτησης στο οικείο πινάκιο (5-3-2025) από τον γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ), επιπρόσθετα, δε, η ως άνω αυτεπαγγέλτως ορισθείσα ημερομηνία δικασίμου, γνωστοποιήθηκε με ανάρτηση στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων "solon.gov.gr" στο site του Αρείου Πάγου, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομελείας των Δικηγορικών Συλλόγων και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 4-5-2022 και δεδομένου α) ότι η προαναφερθείσα αναβολή εκ του πινακίου, της συζήτησης της αίτησης, για τη δικάσιμο στις 18-10-2023 και η εγγραφή αυτής στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και β) ότι ο αυτεπάγγελτος προσδιορισμός της συζήτησης της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 5-3-2025 λόγω της μη εισαγωγής της προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 18-10-2023, για τους προεκτεθέντες λόγους και η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 17-4-2019 και με αρ. κατ. 7/18-4-2019 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η με αρ. 53/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 12-11-2014 έφεσης που άσκησε το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον κατά της με αρ. 91/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο δίκασε ερήμην του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και είχε δεχθεί την από 12-7-2013 (με αρ.
καταθ. 1284/ΤΟ/80/13) αναγνωριστική κυριότητος ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά βάσιμη. Το Εφετείο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων και ενώ είχε λάβει χώρα βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου των εκ των εναγόντων-εφεσιβλήτων Α. Κ. , Ι. Κ., Ε. Κ., Β. Κ. του Α., Β. Κ. του Ε. και Γ. Δ.
του Δ., πριν τη συζήτηση της έφεσης και δήλωση των κληρονόμων αυτών ότι συνεχίζουν τη δίκη, εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ ουσίαν την αγωγή την οποία έκανε δεκτή ως κατ ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, καθόσον αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 22-3-2019, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ε.
Θ. επί του προσκομιζομένου από το αναιρεσείον αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 18-4-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- α) Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει, για το λόγο αυτό, όταν αφορά αντικείμενο, να προσδιορίζεται το αντικείμενο αυτό.
Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και δεκτική εκτελέσεως, γι' αυτό η αγωγή, που δεν έχει τα παραπάνω στοιχεία, απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 384/2013). Ειδικότερα, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, με τον προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, έστω και αν η έκταση και τα όριά του δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στην πραγματικότητα, αφού ο ακριβής προσδιορισμός τους εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας που αποφαίνεται σχετικά, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1052/2019, ΑΠ 1564/2013).
Δεν απαιτείται όμως να αναφέρονται στην αγωγή οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται (ΑΠ142/2017, ΑΠ 1182/2012).
Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ .
Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ.
δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 1413/2023, ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 771/2021, 117/20209, 1125/2018).
Επίσης, επί δημοσίων κτημάτων (δάσους ή χορτολιβαδικής έκτασης) ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50. 4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή, κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως, ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Παν. (5-8), 27 Πανδ.(18-1), 10,18 και 48 πανδ (41.3), 3 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως ως ενδιάθετης καταστάσεως συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.
και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2- 9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι - διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7- 1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50. 4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που "εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.
ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το όρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά ( Ολ.Α.Π 75/1987, ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1413/2023, Α.Π 7/2019).
β) Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που αξιώνει η παραπάνω διάταξη για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της.
Ως εκ τούτου, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει το έννομο συμφέρον να εκτίθεται με επίκληση από τον ενάγοντα στο δικόγραφό της. Ακόμη για τη νομιμοποίηση των διαδίκων επί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής (ΑΠ 98/2024).
Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και θεωρείται, ότι υπάρχει, όταν, από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προφορική άρνηση ή και αμφισβήτηση του οικείου δικαιώματος προφορικά ή με άλλο δηλωτικό αυτής ρηματικό τρόπο, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν, παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 66/2022).
Συνεπώς, για το ορισμένο, ως προς το έννομο συμφέρον, της αναγνωριστικής αγωγής, απαιτείται, αλλά και αρκεί, να εκτίθεται στο δικόγραφό της, η άρνηση ή αμφισβήτηση από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντα, την προστασία του οποίου ζητά, με την αιτούμενη με την αγωγή αναγνώρισή του (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 1442/2019, ΑΠ 1701/2018, ΑΠ 1181/2013).
γ) Τέλος η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ενώ αν το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτό των αναγκαίων στοιχείων για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την κρίνει ορισμένη παραλείποντας να κηρύξει την ακυρότητα του δικογράφου, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1117/2024, ΑΠ 709/2023, ΑΠ1780/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ 852/2021), καθόσον αυτός αναφέρεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στον οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 386/2020, ΑΠ 1556/2018).
Ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1117/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1655/2022, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 120/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες, από τους οποίους οι Α. Κ. του Ν., Ι. Κ. του Α., Ε. Κ. του Α., Β. Κ. του Α., Β. Κ. του Ε. και Γ. Δ. του Δ., απεβίωσαν μετά την άσκηση της έφεσης και στη θέση τους υπεισήλθαν κατά την συζήτηση της έφεσης νόμιμα, οι κληρονόμοι τους 1η, 3ος, 4ος, 5η, 6η, 8η, 9η, 10ος, 15η, 16ος, 17ος και 26η των αναιρεσιβλήτων, με την από 12-7-2013 αγωγή τους στρεφόμενοι κατά του Ελληνικού Δημοσίου και εκθέτοντας α) ότι κατέστησαν συγκύριοι, κατά τα στην αγωγή διαλαμβανόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά έκαστος, ενός ακινήτου αποτελούμενου από καλλιεργήσιμες εκτάσεις, από λιβάδια, ύδατα κλπ.
συνολικής έκτασης 6.249 στρεμμάτων, το οποίο περιγράφεται λεπτομερώς στην αγωγή κατά θέση και όρια, με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στον χρόνο άσκησης της νομής τους και τον χρόνο άσκησης νομής των δικαιοπαρόχων τους άμεσων και απώτερων, β) ότι ο απώτατος δικαιοπάροχός τους είχε αγοράσει το μείζον ακίνητο εκτάσεως 15.000 στρεμμάτων, εντός του οποίου εμπίπτει και το περιγραφόμενο κατά όρια και έκταση επίδικο ακίνητο, από τον Οθωμανό κύριο αυτού το 1828 με τίτλο-χοτζέτι και έκτοτε νέμονταν το ακίνητο ως κύριος έως τον θάνατό του το 1857, οπότε στη νομή του ακινήτου τον διαδέχτηκε ο εκ διαθήκης κληρονόμος του και γιός του Ε.
Δ., που αποδέχτηκε την κληρονομία και ασκούσε συνεχώς διακατοχικές πράξεις νομής, όπως μετάλλευση χαλκού από τον ίδιο και στη συνέχεια εκμίσθωση αυτής σε τρίτον, εκμίσθωση καλλιεργησίμων τμημάτων του ακινήτου, χρήση τμήματος αυτού για βόσκηση των ποιμνίων του, για ξύλευση, εκμετάλλευση οπωροφόρων δένδρων, ύδρευση, χρήση μεγάλου κτίσματος ως κατοικίας του ίδιου και της οικογένειάς του, έως το 1902 που απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και τον διαδέχθηκαν στη νομή του ακινήτου οι κληρονόμοι του που αποδέχτηκαν την κληρονομία, υπεισήλθαν σ αυτήν και ασκούσαν με καλή πίστη πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του , συνεχώς και αδιατάρακτα μέχρι το 1915, με καλή πίστη και κατέστησαν κύριοι και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, γ) ότι οι απώτεροι και άμεσοι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν, από τους κληρονόμους του Ε.
Δ., κατά συγκυριότητα το επίδικο ακίνητο (τμήμα του μείζονος ακινήτου των 15.0000 στρεμμάτων) με παράγωγο τρόπο, με τα αναφερόμενα στην αγωγή συμβόλαια αγοραπωλησίας, ασκώντας, από της κτήσης του, πράξεις νομής διανοία κυρίου συνεχώς και αδιατάρακτα έως τους ειδικότερους χρόνους, που κάθε εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας περιήλθε ατύπως στους δικαιοπαρόχους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου έως την άσκηση της αγωγής και επικαλούμενοι ότι το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα (συγ)κυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου, απειλώντας τους με άσκηση μηνύσεων λόγω κατάληψης δημόσιας έκτασης, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά το αναφερόμενο στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστό εκάστου.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω ποιοτικής αοριστίας της, όπως πρότεινε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις του και ενώπιον του Εφετείου, στηρίζοντας τον αναιρετικό αυτό λόγο στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.
Προς τούτο επικαλείται ότι η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου είναι αόριστη διότι α) δεν αναφέρονται τα όρια του επιδίκου ακινήτου σε σχέση με την ευρύτερη έκταση των 15.000 στρεμμάτων εντός της οποίας βρίσκεται, καθιστώντας αδύνατη την εξακρίβωση της γεωγραφικής του ταυτότητας, ότι δεν εκτίθενται σε αυτήν ο αριθμός του τίτλου κτήσης-χοτζέτι του έτους 1828 του απώτατου δικαιοπαρόχου τους, ότι δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις των (άμεσων και απωτέρων) δικαιοπαρόχων τους μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητος και δη υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, συμπληρωμένες μέχρι την 11.9.1915 ούτε ο χρόνος άσκησης αυτών και β) δεν εκτίθενται συγκεκριμένες πράξεις αμφισβήτησης της κυριότητάς τους από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, στις οποίες στηρίζεται το έννομο συμφέρον τους προς άσκηση της αγωγής.
Όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, αυτή είναι επαρκώς ορισμένη καθόσον στην αγωγή προσδιορίζεται επακριβώς κατά θέση, μορφή και όρια το επίδικο ακίνητο, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, οι κατ ιδίαν πράξεις νομής που άσκησαν οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, χωρίς να απαιτείται αναφορά του αριθμού του τίτλου κτήσης κυριότητας του 1828 λόγω του αγωγικού ισχυρισμού της κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, στη νομή της οποίας υπήρξε καθολική και ειδική διαδοχή.
Επίσης εκτίθεται στην αγωγή ότι η κυριότητα των εναγόντων αμφισβητείται από το εναγόμενο καθιστώντας τους ενάγοντες και το εναγόμενο υποκείμενα της ίδιας έννομης σχέσης , γεγονός που αρκεί για το ορισμένο της αγωγής προς στήριξη του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντα και της νομιμοποίησής του προς έγερση αναγνωριστικής της κυριότητος αγωγής , σύμφωνα και με τα ήδη εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας και ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχει τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή (ένσταση κ.λ.π.) ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ), όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, στοιχεία του σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 109/2020).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 8/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αυτός ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 59/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττει την απόφαση του Εφετείου για την από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) που κωδικοποίησε τον μέχρι τότε ισχύοντα ιερό μουσουλμανικό νόμο περί γαιών, του Πρώτου Πρωτοκόλλου "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" της 3-2/22-1/1830 και των ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων, των διαταγμάτων της 3/15-12-1833 περί χορτολιβαδικών εκτάσεων και προσδιορισμού φόρου βοσκής, το β.δ της 17/29 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών και των διατάξεων των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και των διατάξεων των άρθρων 974, 1045,1051 του Αστικού Κώδικα, υπό τις αιτιάσεις ότι α) ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η μορφή του επιδίκου ήταν εν μέρει δασική και εν μέρει χορτολιβαδική και για το λόγο αυτό αποτελούσε πάντοτε δημόσια γαία η οποία δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί κατά πλήρη κυριότητα το 1828 αλλά μόνο ως προς την εξουσίασή της με ταπί, δέχεται στη συνέχεια ότι το επίδικο μεταβιβάστηκε από τον Ταφίκμπεη στον Δήμο Λούλια λόγω πωλήσεως χωρίς να αποδεικνύεται η ύπαρξη τίτλου πώλησής του, β) ότι λόγω της δέσμευσης της περιουσίας του πατέρα του πωλητή Ταφίκμπεη, Χαλήλ Μπέη, για χρέη και τοποθέτησης επιτρόπου αυτής από το 1830 ήταν αδύνατη η, κατά το έτος 1828, μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας από τον Ταφίκμπεη ενώ δεν αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ότι ο πωλητής είχε τίτλο διηνεκούς εξουσιάσεως (ταπί) χωρίς το οποίο δεν μπορούσε να εξουσιάσει μη καλλιεργήσιμες γαίες όπως δάση και χορτολιβαδικές εκτάσεις.
Με το τρίτο λόγο τη αίτησης αναίρεσης, που περιλαμβάνει δύο σκέλη, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως αληθή πράγματα χωρίς απόδειξη και για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, υπό τις αιτιάσεις, ως προς το πρώτο σκέλος ότι η απόφαση του Εφετείου δεν αναφέρει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε το αποδεικτικό της πόρισμα ότι επί του επιδίκου ακινήτου οι ενάγοντες απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας με βάση την έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και την άσκηση πράξεων νομής για τριάντα έτη έως το 1915 και χωρίς αποδεικτικά στοιχεία προσδιόρισε τη θέση του επιδίκου ακινήτου ως τμήμα μείζονος ακινήτου 15.000 στρεμμάτων και κατά το δεύτερο σκέλος ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη θέση του επιδίκου εντός της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης, ως προς τις διακατοχικές πράξεις νομής που ασκούσαν οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων στο μείζον ακίνητο των 15.000 στρεμμάτων και ως προς τα πρόσωπα που τις ασκούσαν κάθε φορά, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι κατέστησαν κύριοι με την έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, επίσης και ως προς τις διακατοχικές πράξεις νομής που ασκούσαν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και τη μορφή κάθε τμήματος δηλαδή δασική, χορτολιβαδική, καλλιεργήσιμη γη και βοσκήσιμες εκτάσεις.
Από την επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το επίδικο με την ονομασία "Κατσαρέλα ή Κατσουρέλα", έκτασης 6.249 στρεμμάτων, βρίσκεται εντός της κτηματικής περιφέρειας του χωριού Λιμογάρδι της τέως κοινότητας Δίβρης τέως Δήμου Λαμιέων, μετέπειτα κοινότητας Λιμογαρδίου, κατόπιν δδ Αγίας Παρασκευής του δήμου Λαμιέων και πλέον τοπική κοινότητα Αγ.
Παρασκευής της δημοτικής ενότητας Λαμιέων του Δήμου Λαμιέων. Αποτελείται από καλλιεργήσιμες εκτάσεις, δάσος, λιβάδια, ύδατα κλπ και συνορεύει ανατολικά με το λιβάδι "Παλιοπαναγιά", δυτικά με το λιβάδι Μεροβίλη, βόρεια με όρια χωρίου Λιμογάρδι και νότια με όρια του χωριού Αυλάκι. Εμφαίνεται δε με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, .....28, 29, 30, 31, 32 στο από 8.1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ.
Π. Το επίδικο αποτελούσε ένα από τα πέντε τμήματα στα οποία χωρίσθηκε μεγαλύτερο ακίνητο - τσιφλίκι με την ονομασία Λιμογάρδι εκτάσεως 15.000 στρεμμάτων, το οποίο απέκτησε το 1828 ο Δήμος Λιούλιας, αξιωματικός (ταγματάρχης) του ελληνικού στρατού, με σύμβαση πώλησης από τον οθωμανό Ταφίκμπεη, ασκώντας συνεχώς επ' αυτού από την απόκτησή του πράξεις νομής με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του εν λόγω ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου.
Ο ανωτέρω επέβλεπε το ακίνητο, το χρησιμοποιούσε και το προστάτευε από επεμβάσεις τρίτων, φρόντισε δε ώστε να εκδοθεί η από 25.11.1838 περίληψη πληροφοριών του Διοικητή Φθιώτιδας, όπου αναφέρεται ότι το τσιφλίκι "Λιμογάρδι" πωλήθηκε από τον Ταφίκμπεη, στην κυριότητα του οποίου ανήκε, στο Δήμο Λιούλια και η από 18.4.1841 απάντηση της επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, η οποία ενέκρινε την πώληση αυτή.
Μετά το θάνατό του το 1857, το ακίνητο περιήλθε στον εκ διαθήκης κληρονόμο υιό του Ε. Λ. - Δ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατρός του και συνέχισε να ασκεί απ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής με την πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτού και δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτων (καλή πίστη).
Το 1868 με διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 28 φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως παραχωρήθηκε σ' αυτόν "δικαίωμα διηνεκούς μεταλλεύσεως χαλκού" σε τμήμα 5.600 στρεμμάτων εντός της μείζονος εκτάσεως (15.000 στρεμμάτων). Την εκμετάλλευσή του παραχώρησε στον Άγγλο Γ. Κ., έναντι μισθώματος 150.000 δραχμών, σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. .../1888 και .../1891 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Λαυρίου και Αθηνών αντίστοιχα, Νικολάου Γεωργίου και Ηλία Τοκού, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας (τ.
Ζ και 25, αρ. 176 και 20 αντίστοιχα). Στην υπόλοιπη έκταση ασκούσε τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία της πράξεις νομής (βόσκηση των ποιμνίων του, καλλιέργεια, ξύλευση, κατοίκιση, επιτήρηση). Ο Ε. Δ. απεβίωσε το 1902 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Μ. Δ. και τα τέκνα του Δ., Π., Ε., Κ., Ι.
και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά, ενώ το 1/8 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου είχε ήδη μεταβιβασθεί (από τον Ε. Δ.) ως διατετιμημένη προίκα της κόρης του Μ. Δ. στο σύζυγο αυτής Κ. Τ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1901 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαμίας Παναγιώτη Μαυρίκα, το οποίο είχε νομίμως μεταγραφεί (τ.
Η, αρ, 812). Οι ανωτέρω συνέχισαν να ασκούν επί του επιδίκου τις πράξεις νομής που ασκούσε ο δικαιοπάροχός τους (Ε. Δ.) ενώ μετά το θάνατο της Μ. Δ. το έτος 1910, συνέχισαν οι υπόλοιποι (εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής που υπεισήλθαν στην κληρονομιά της) να νέμονται το ακίνητο, ασκώντας τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις συμπεριφερόμενοι ως κύριοι και έχοντας την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, έως τις 11.9.915, οπότε με την άσκηση απ' αυτούς και τους δικαιοπαρόχους τους νομής συνεχώς επί ογδόντα επτά έτη (1828 - 1915) συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου χρόνος για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου, αλλά και του όλου ακινήτου - τσιφλικιού "Λιμογάρδι", τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες μείζονες σκέψεις, εφόσον ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί τριάντα έτη που είχαν συμπληρωθεί έως και τις 11.9.1915.
Μετά το έτος αυτό οι ανωτέρω συνέχισαν την άσκηση νομής επί του επιδίκου και με το υπ' αριθμ. .../1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαμίας Χρήστου Χατζηχρήστου που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 53, αρ. 1346), το μεταβίβασαν κατά το 1/8 (=120/960) εξ αδιαιρέτου στους : 1. Β. Κ. του Α.(μία ψήφο από τις οκτώ), 2. Δ. και Ν. Κ. του Α. (από κοινού, δηλαδή μισή ψήφο από τις οκτώ), 3.
Α. Κ. του Α. (μία ψήφο από τις οκτώ), 4. Γ. Ν. του Χ. (μία ψήφο από τις οκτώ), 5. Α. Ν. ή Δ. του Β. (μία ψήφο από τις οκτώ), 6. Κ. και Π. Π. του Δ. (από κοινού, μισή ψήφο έκαστος), 7. Κ. Κ. του Σ. και Γ. Τ. του Δ. (μισή ψήφο έκαστος). Η ως άνω πώληση επετράπη με την υπ' αριθμ. .../1925 άδεια του Υπουργείου Γεωργίας. Οι ως άνω συγκύριοι παραχώρησαν εν συνεχεία τη νομή και κατοχή του ακινήτου στους ενάγοντες ως ακολούθως:
Α. Ο Ν. Κ. του Α. παραχώρησε το 1950 στον καθένα από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων, υιούς του, ποσοστό 66/960 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου. Στον Ν. Κ., δικαιοπάροχο του πρώτου και δεύτερου των εναγόντων, πλην του ποσοστού των 120/960 εξ αδιαιρέτου που είχε περιέλθει σε αυτόν με το προμνημονευόμενο υπ' αριθμ. .../1925 συμβόλαιο από τους κληρονόμους του Ε.
Δ., είχε περιέλθει ποσοστό 12/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Κ. Π. του Δ., που επίσης το είχε αγοράσει από τους κληρονόμους του Ε. Δ., (υπ' αριθμ. .../1926 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαμίας Νικολάου Κοκοβίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τ. 55 με αριθμ. 2091) καθώς και ποσοστό 60/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Κ.
Ε. του Ν. (υπ' αριθμ. .../1926 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Λαμίας, νομίμως μεταγραφέν στον τ. 55 με αριθμό 2155). Στον Κ. Ε. είχε περιέλθει το επίδικο σε ποσοστό 180/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τους Π. Π. του Δ. και Κ. Κ. του Σ. (αγοραστές από τους κληρονόμους του Ε. Δ.) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1926 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντος στον τ. 55 με αριθμό 1940.
Β. Ο Α. Κ. του Α. παραχώρησε το 1960 σε καθένα από τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ενάγοντα ποσοστό 50,66/960 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου. Σε αυτόν είχε περιέλθει το ακίνητο κατά το ως άνω συνολικό ποσοστό κατά μεν τα 120/960 με αγορά από τους κληρονόμους του Ε. Δ. δυνάμει του προαναφερόμενού υπ' αριθμ. .../1925 συμβολαίου, κατά ποσοστό 12/960 με αγορά από τον Κ.
Π. του Δ. (που επίσης το είχε αγοράσει από τους κληρονόμους του Ε. Δ.) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1926 του συμβολαιογράφου Λαμίας Νικολάου Κοκοβίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 5 5, αρ. 2091) και κατά ποσοστό 2 0/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1926 συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα 9τ. 55, αριθμ. 2154) από τον Κ.
Ε., στον οποίο το επίδικο είχε περιέλθει όπως παραπάνω υπό Α εκτίθεται. Γ. Στο Β. Κ. του Α., πλην του ποσοστού των 120/960 που είχε αγοράσει από τους κληρονόμους του Ε.. Δ. (υπ' αριθμ. .../1925 συμβόλαιο), είχε περιέλθει ποσοστό 12/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Κ. Π. (υπ' αριθμ. .../1926 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαμίας Ν.
Κοκοβίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα τ. 55, αρ. 2091) και ποσοστό 20/960 με αγορά (υπ' αριθμ. .../1926 του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, τ. 55, αρ. 2154) από τον Κ. Ε., στον οποίο περιήλθε ποσοστό του επιδίκου, όπως υπό Α εκτίθεται. Ποσοστό 30,4/960 εξ αδιαιρέτου παραχώρησε ο Β. Κ. του Α. σε καθένα από τα άρρενα τέκνα του Α.
Κ. (το 1935), Η. Κ. (το 1936), Κ. Κ. (το 1941), Ε. Κ. (το 1945) και Ν. Κ. (το 1952). Τα ως άνω τέκνα αγόρασαν από κοινού ποσοστό 24/960 εξ αδιαιρέτου έκαστος από την Α. Τ. του Γ., συζ. Δ. Ψ. και το Ν. Τ. του Γ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1953 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Λαμίας Γεωργίου Ζήση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο 74 και αριθμό 29.
Ετσι σε έκαστο εξ αυτών περιήλθε ποσοστό 54,4/960 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου. Στους Α. Τ. του Γ., συζ. Δ. Ψ. και Ν. Τ. του Γ. είχε περιέλθει κατά ποσοστό 60/960 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από κληρονομιά από διαθήκη του αποβιώσαντος την 10-11-1940 πατρός τους Γ. Τ. του Δ., συνταχθείσης της υπ' αριθμ. .../1940 διαθήκης ενώπιον του τότε Συμβολαιογράφου Φαλάρων Γ.
Π. Στο δε Γ. Τ. του Δ. είχε περιέλθει με αγορά από τους κληρονόμους του Ε. Δ. (1756/1925 συμβόλαιο). Γ1. Στον έκτο των εναγόντων περιήλθε ποσοστό 54,4/960 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου από παραχώρηση το 1973 του πατέρα του Α. Κ. του Β., στον οποίο το ποσοστό αυτό περιήλθε, όπως παραπάνω υπό Γ αναφέρεται. Γ2. Στους έβδομο και όγδοο των εναγόντων περιήλθε ποσοστό 27,2/960 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (συνολικά 5 4,4/960) από παραχώρηση του πατρός τους Η.
Κ. του Β. το 1975. Στο δικαιοπάροχό τους το ποσοστό αυτό περιήλθε, όπως πιο πάνω υπό Γ αναφέρεται. Γ3. Στην ένατη και το δέκατο των εναγόντων περιήλθε ποσοστό 27,2/960 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (συνολικά 5 4,4/960) από παραχώρηση του πατρός τους Κ. Κ. του Β. το 1974. Στο δικαιοπάροχό τους το ποσοστό αυτό περιήλθε, όπως πιο πάνω υπό Γ αναφέρεται.
Γ4. Στον ενδέκατο και δωδέκατο των εναγόντων περιήλθε ποσοστό 27,2/960 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (συνολικά 54,4/960) από παραχώρηση του πατρός τους Ε. Κ. του Β. το 1978. Στο δικαιοπάροχό τους το ποσοστό αυτό περιήλθε, όπως πιο πάνω υπό Γ αναφέρεται. Γ5. Στους δέκατη τρίτη, δέκατο τέταρτο και δέκατη πέμπτη των εναγόντων περιήλθε ποσοστό 18,13/960 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (συνολικά 54,4/960) από παραχώρηση του πατρός τους Ν.
Κ. του Β. το 1983. Στο δικαιοπάροχό τους το ποσοστό αυτό περιήλθε, όπως πιο πάνω υπό Γ αναφέρεται. Δ. Στο Δ. Κ. του Α., πλην του ποσοστού των 60/960 που είχε αγοράσει από τους κληρονόμους του Ε. Δ. (υπ' αριθμ. .../1925 συμβόλαιο), περιήλθε ποσοστό 12/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά από το Κ. Π. του Δ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1926 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαμίας Νικολάου Κοκοβίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα (τα 55 και αρ. 2091) και ποσοστό 60/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά από- τον Κ.
Ε. του Ν. δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1926 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαμίας Νικολάου Κοκοβίτη (τ. 55, αρ. 2155). Δ1. Οι δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος των εναγόντων απέκτησαν ποσοστό 33/960 εξ αδιαιρέτου έκαστος με παραχώρηση από τον πατέρα τους Α. Κ. του Δ. το 1986, στον οποίο το είχε παραχωρήσει ο πατέρας του Δ. Κ.
του Α., στον οποίο είχαν περιέλθει κατά το ως άνω ποσοστό όπως αμέσως παραπάνω εκτίθεται. Δ2. Ο δέκατος όγδοος των εναγόντων απέκτησε ποσοστό 66/960 εξ αδιαιρέτου με παραχώρηση από τον πατέρα του Α. Κ. του Δ. το 1956, στον οποίο είχε περιέλθει το ως άνω ποσοστό όπως παραπάνω υπό Δ εκτίθεται. Ε. Στον Α. Ν. ή Δ. του Β.
είχε περιέλθει, εκτός από ποσοστό 120/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τους κληρονόμους του Ε.. Δ. (....1925 συμβόλαιο), ποσοστό 12/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά. από τον Κ. Π. του Δ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1926 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λαμίας Νικολάου Κοκοβίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 55, αρ. 2091) και ποσοστό 20/960 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Κ.
Ε., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1926 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λαμίας Νικολάου Κοκοβίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ 5 5, αρ. 2154). Το ποσοστό (152/960) αυτό παραχώρησε κατ' ισομοιρία στα τέκνα του Δ. Δ. (το 1916), Ε. Δ. (το 1920), Β. Δ. (το 1922) και Ν. Δ. (το 1932). Επιπλέον στα ως άνω τέκνα περιήλθε ποσοστό 3 0/960 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο με αγορά από το Γ.
Ν. του Χ. δυνάμει του υπ' στιθμ. .../1936 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαμίας Δ. Δημολούλια, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. 63, αρ. 2744). Ετσι σε έκαστο εξ αυτών περιήλθε ποσοστό 68/960 εξ αδιαιρέτου. Ε1. Ο δέκατος ένατος, εικοστός, εικοστός πρώτος, εικοστός δεύτερος, εικοστός τρίτος και εικοστός τέταρτος των εναγόντων απέκτησαν ποσοστό 11,33/960 εξ αδιαιρέτου έκαστος με παραχώρηση το 1967 από τον πατέρα τους Δ.
Δ. του Α., στον οποίο περιήλθε, όπως αμέσως πιο πάνω υπό Ε εκτίθεται. Ε2. Οι εικοστός πέμπτος και εικοστός έκτος των εναγόντων απέκτησαν ποσοστό 34/960 εξ αδιαιρέτου έκαστος με παραχώρηση το 1960 από τον πατέρα τους Ε. Δ., στον οποίο το ποσοστό αυτό περιήλθε, όπως παραπάνω υπό Ε εκτίθεται. Ε3. Ο εικοστός έβδομος ενάγων απέκτησε ποσοστό 68 /960 εξ αδιαιρέτου με παραχώρηση το 1955 από τον πατέρα του Β.
Δ., στον οποίο το ποσοστό αυτό περιήλθε, όπως παραπάνω υπό Ε εκτίθεται. Ε4. Ο εικοστός όγδοος ενάγων απέκτησε ποσοστό 68/960 εξ αδιαιρέτου με παραχώρηση το 1962 από τον πατέρα του Ν. Δ., στον οποίο το ποσοστό αυτό περιήλθε, όπως παραπάνω υπό Ε εκτίθεται. Οι ανωτέρω αρχικοί ενάγοντες μετά την παραχώρηση από τους δικαιοπαρόχους τους της νομής του επιδίκου, όπως ειδικότερα αμέσως ανωτέρω αναφέρεται, και προ αυτών οι δικαιοπάροχοί τους, απώτεροι και απώτατοι, συνέχισαν να ασκούν, συνεχώς, επί του επιδίκου και μετά το 1915 τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής με διάνοια συγκυριών, καλλιεργώντας τα καλλιεργήσιμα τμήματα αυτού και επιτηρώντας τα λοιπά τμήματα, καθιστάμενοι κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία (1045 ΑΚ, 64, 65 ΕισΝΑΚ) (βλ και ΕφΛαμ 279/2010, 292/2010 με τις οποίες αναγνωρίσθηκε συγκυριότητα ιδιώτου σε δύο -Κάναλλος, Χαμινέικον- από τα πέντε τμήματα στα οποία χωρίσθηκε το αρχικό μείζον ακίνητο - τσιφλίκι με την ονομασία "Λιμογάρδι").
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων ισχυριζόμενο ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα (δάσος και εν μέρει χορτολιβαδική έκταση), το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του με διαδοχή από το τουρκικό δημόσιο. Όμως κατά τα προεκτεθέντα οι δικαιοπάροχοί των εναγόντων είχαν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία που είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, σε χρόνο δηλαδή που επιτρεπόταν η δι' αυτού του τρόπου απόκτηση κυριότητας και επί δημοσίων κτημάτων.
Είναι επομένως απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας.". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο αφού εξαφάνισε, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δίκασε την αγωγή , δέχτηκε αυτήν ως κατ ουσίαν βάσιμη. Το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του και ειδικότερα 1) ότι η μορφή του επιδίκου περιλαμβάνει τμήματα καλλιεργησίμων εκτάσεων, δάσους, λιβαδιών και υδάτων, 2) ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Ε.
Δ. που απέκτησε το έτος 1857 με κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή το μείζον ακίνητο των 15.000 στρεμμάτων, εντός του οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, από την κληρονομία του πατέρα του Δ. Λ. ο οποίος το κατείχε και το νεμόταν από το έτος 1828 που το απέκτησε με αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από Οθωμανό ιδιώτη, υπεισήλθε στην κληρονομία του πατέρα του, ασκούσε από το 1857 επί του όλου ακινήτου διακατοχικές πράξεις νομής, όπως εξόρυξη χαλκού κατόπιν παραχωρήσεως σχετικής αδείας από το Κράτος, εκμίσθωση του μεταλλείου χαλκού, καλλιέργεια των καλλιεργησίμων τμημάτων, βοσκή ποιμνίων στους βοσκοτόπους, ξύλευση, επιτήρηση, ενώ κατοικούσε με την οικογένειά του στο κτίσμα που βρισκόταν εντός αυτού, με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του εν λόγω ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου, μέχρι το 1902 που απεβίωσε, 3) ότι μετά τον θάνατο του Ε.
Δ., το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ήτοι στην σύζυγό του και στα τέκνα του, οι οποίοι ως νόμιμοι καθολικοί διάδοχοι αυτού, υπεισήλθαν στην κληρονομία, συνέχισαν να ασκούν τις αυτές ως άνω πράξεις νομής με καλή πίστη ήτοι πιστεύοντας ειλικρινά ότι με την κτήση της νομής του εν λόγω ακινήτου δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας άλλου, η σύζυγός του έως το 1910 που απεβίωσε και το εξ αδιαιρέτου μερίδιό της απέκτησαν με κληρονομική διαδοχή τα τέκνα τους που συνέχισαν να το νέμονται κατά τον αυτό ως άνω τρόπο και τα τέκνα του έως τις 11-9-1915 αλλά και μετά την χρονολογία αυτή, μέχρι το έτος 1925 που μεταβίβασαν στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων εξ αδιαιρέτου ποσοστά του επιδίκου ακινήτου με το με αρ. .../1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαμίας, νόμιμα μεταγεγραμμένο, προβαίνοντας συγχρόνως και σε μεταβιβάσεις προς τρίτους, με συνέπεια οι νόμιμοι κληρονόμοι του Ε.
Δ., που υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτού, να έχουν αποκτήσει την κυριότητα επί του μείζονος ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου με τριακονταετή χρησικτησία (1857 έως 1915) με καλή πίστη, κατόπιν προσμέτρησης και του χρόνου άσκησης νομής του δικαιοπαρόχου τους, που είχε γίνει νομέας με νόμιμο τρόπο ως καθολικός διάδοχος του πατέρα του και αρχικού ιδιοκτήτη του μείζονος ακινήτου Δ.
Λ., ανεξάρτητα πλέον από την ύπαρξη τίτλου ιδιοκτησίας από τον τελευταίο, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου της 7ης Ραμαζαν 1274 (1856), του Α' Πρωτοκόλλου "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" της 3-2/22-1/1830 και των ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων, των διαταγμάτων της 3/15-12-1833 , του β.δ της 17/29 Νοεμβρίου 1836 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε και των διατάξεων των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και των άρθρων 974, 1045,1051 του ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του αρ. 1 του 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω όπως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι προς θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω τρίτος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τέλος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου οι οποίες παραβιάστηκαν και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο με πλήρη και σαφή αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, διαλαμβάνοντας την ακριβή θέση και τα όρια του επιδίκου ακινήτου και τις κατ ιδίαν διακοτοχικές πράξεις νομής που ασκούσαν οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκου δικαίου και στη συνέχεια περί κτήσης κυριότητας από τους ίδιους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων καθόσον οι απόντες διάδικοι δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το βάσιμο αίτημα αυτών, τα οποία, ωστόσο, θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 53/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ