Legislator Case Law & Legislation
1104/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's decision on facts and evidence evaluation.

Case Number 1104/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court accepted the defendant's claims without proof and ignored their own evidence, but the court found these grounds unconvincing. The court ruled that the lower court's factual assessment was based on valid evidence and that the appeal arguments were vague and improperly challenged the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the substantive judgment on facts and evidence is inadmissible if the appeal arguments are vague, do not specify the evidence, or improperly attack the final judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual assessment evidence evaluation substantive judgment vague appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1104 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1104/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 10ης Οκτωβρίου 2020 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αργυροηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν είχε καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλητού: Ι. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 10ης Οκτωβρίου 2020 εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Κούρτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις στις 16-10-2020.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8931/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1763/2018 μη οριστική, 1249/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 6-8-2019 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 10ης Οκτωβρίου 2020, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 352/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.

Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 533/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 6.8.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... κατά του Ι. Α., για αναίρεση της με αριθμό 1249/21.5.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και της συμπροσβαλλόμενης με αυτή με αριθμό 1763/6.7.2018, μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.

Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 10.11.2020, που ορίστηκε με την πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος Πηνελόπης Ζωντανού, επέσπευσε η αναιρεσείουσα, η οποία επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμό 4598Β/24.7.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, Ε.

Α.. Στη συνέχεια, όμως, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, αντιμωλία των διαδίκων, επειδή διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου, στη σύνθεση της οποίας είχε μετάσχει ως Εισηγήτρια αυτή, λόγω και της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της υπόθεσης που είχε ορισθεί με την ανωτέρω πράξη για τις 10.11.2020, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για επανασυζήτηση και ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (13.2.2024) με τη με αριθμό 352/2023 πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος Νικολάου Πιπιλίγκα.

Ακριβή αντίγραφα της πράξης αυτής επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας όσο και στην πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, οι οποίοι είχαν παραστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 10.11.2020, με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τα από 1.12.2023 και 30.11.2023 αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών του Αρείου Πάγου, Ε.

Π. και Δ. Β., αντίστοιχα. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, να θεωρηθούν ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενοι, αφού η παρούσα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία είχαν παραστεί.

2.- Με την από 6.8.2019 και με αριθ. κατάθεσης 2340/270/8.8.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1249/21.5.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσαλονίκης, καθώς και η υπ' αριθμ. 1763/6.7.2018, μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, επί των:

α) από 18.9.2017 και με αριθ. κατάθ. 111984/4019/9.10.2017 έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..." και β) από 29.11.2017 και με αριθμό κατ. 116602/4859/1.12.2017 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ι. Α., κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία (περιουσιακών - εργατικών διαφορών), με αριθμό 8931/8.6.2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 30.9.2016 και με αριθμό κατ. 12066/2016 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα 16.873,36 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Οι αναφερόμενες δύο εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και συζητήθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη δικάσιμο της 7ης Μαΐου 2018, οπότε και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1763/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτησης, προκειμένου ο εναγόμενος - εκκαλών - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος Ι.

Α., να δηλώσει αν οι από 7.5.2018 προτάσεις που κατέθεσε αυθημερόν στο γραμματέα του Εφετείου, αφορούν την από 18.9.2017 (αριθμ. κατ. στο Πρωτοδικείο 4019/9.10.2017, αριθμ. κατ. στο Εφετείο 2605/2017) έφεση της αντιδίκου του ή την από 29.11.2017 (αριθ. κατ. στο Πρωτοδικείο 4859/1.12.2017, αριθ. κατ. στο Εφετείο 3387/2017) έφεση του ιδίου. Με την από 25.9.2018 και με αριθμό κατ. 2808/2018 κλήση της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, επαναφέρθηκαν προς συζήτηση οι προαναφερόμενες (αντίθετες) εφέσεις.

Ορίσθηκε δικάσιμος η 25η Φεβρουαρίου 2019 και κατά τη συζήτηση των ανωτέρω εφέσεων ο εναγόμενος - εκκαλών - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος, με τις προτάσεις που κατέθεσε, δήλωσε ότι οι προτάσεις του αφορούν την από 29.11.2017 (αριθμ. κατ. στο Πρωτοδικείο 4859/1.12.2017 και αριθμ. κατ. στο Εφετείο 3387/2017), έφεση του ιδίου.

Στη συνέχεια εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης η προσβαλλόμενη με αριθμό 1249/21.5.2019 απόφαση με την οποία: α) έγιναν τυπικά δεκτές και οι δυο εφέσεις, β) απορρίφθηκε στην ουσία η πρώτη έφεση της ανώνυμης εταιρίας, γ) έγινε δεκτή στην ουσία η δεύτερη έφεση του Ι. Α., δ) εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη και το δικαστήριο κράτησε και δίκασε την από 30.9.2016 και με αριθμό κατ. 12006/13.10.2016 αγωγή και δ) απέρριψε αυτή (αγωγή), ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 10.7.2019, όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, χωρίς αυτό να αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ), η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 8.8.2019, ήτοι εντός της κατά νόμο προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 3.- Κατά το άρθρο 254 παρ. 1 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση ή όταν επιβάλλεται η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων στο ακροατήριο.

Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης...". Η παρεχόμενη δε από την ανωτέρω διάταξη εξουσία, περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει, την επανάληψη της συζήτησης όταν διαπιστώσει κενά ή αμφίβολα σημεία, ως προς την προσήκουσα ή μη παράσταση του διαδίκου (ΑΠ 723/2017).

Εξάλλου, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 561 Κ.Πολ.Δικ., εξαιρούνται του αναιρετικού ελέγχου οι περιπτώσεις της λεγόμενης διακριτικής ευχέρειας ή ελεύθερης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοια δε περίπτωση διακριτικής ευχέρειας είναι και η επανάληψη της συζήτησης κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να διασαφηνισθούν κενά ή αμφίβολα σημεία, ως προς την προσήκουσα παράσταση ή μη των διαδίκων (ΑΠ 1855/2013, ΑΠ 720/2012, ΑΠ 412/1976, πρβλ για τα άρθρα 246 και 249 ΚΠολΔ, ΑΠ 717/2006, ΑΠ 729/2006, ΑΠ 668/2005).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την υπ' αριθμ. 1763/2018 μη οριστική απόφασή του, παρά το νόμο διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου ο εναγόμενος - εκκαλών - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος, δηλώσει αν οι από 7.5.2018 προτάσεις του που κατέθεσε αυθημερόν στο γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφορούν την έφεσή του ή την έφεση της αντιδίκου του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

4.- Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 2221/2014, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 248/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 1194/2020, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 845/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017).

Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 194/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30.9.2016 αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι στις 4.8.2003 προσέλαβε τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο απασχόλησε από το Σεπτέμβριο του έτους 2005, ως υπεύθυνο πωλήσεων Θεσσαλονίκης και Μακεδονίας στο γραφείο της στη Θεσσαλονίκη.

Ότι κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά ο εναγόμενος δεν συμμορφωνόταν συστηματικά προς τις οδηγίες και υποδείξεις της ως προς την εκτέλεση της εργασίας του, εργαζόμενος κατ' επίφαση μόνο και προκαλώντας της βλάβη, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά του αυτή να συνιστά κατ' ουσίαν αδυναμία παροχής της εργασίας του και ότι συνάμα η συμπεριφορά του αυτή αποσκοπούσε και στην πρόκληση της απόλυσής του προκειμένου να λάβει την αποζημίωση απόλυσης, όπως και τελικά έγινε στις 31.3.2016 με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από αυτήν (ενάγουσα) και την καταβολή εκ μέρους της της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.

Ότι λόγω της ανωτέρω υπαίτιας αδυναμίας παροχής της εργασίας του προς αυτήν, του κατέβαλε αχρεωστήτως αποδοχές (μισθούς, επιδόματα εορτών και αδείας) από τον Ιούνιο 2014 έως και τον Μάρτιο 2016, καθώς και την αποζημίωση απόλυσης, συμποσούμενων των άνω αξιώσεων κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο συνολικό ποσό των 55.644,20 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει (επιστρέψει) το παραπάνω ποσό, νομιμοτόκως από την ημερομηνία καταβολής εκάστου ποσού, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω, με αριθμό 8931/8.6.2017 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημά της για την επιστροφή των ως αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών του διαστήματος από τον Ιούνιο 2014 έως και το Μάρτιο 2016 και δέχθηκε εν μέρει αυτή, ως προς το αίτημα που αφορούσε την επιστροφή της ως αχρεωστήτως καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 16.873,36 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 29.11.2017 έφεσης του εναγομένου, κατά της με αριθμό 8931/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το σύνολο της έφεσης επικεντρώνεται στο κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, με το οποίο έγινε δεκτό το αίτημα της αγωγής για επιστροφή, από αυτόν, ως αχρεωστήτως καταβληθείσας, της αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 16.873,36 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ειδικότερα, με το μοναδικό λόγο της έφεσης που αναπτύσσεται στις σελ. 1 και 2, ο εναγόμενος - εκκαλών, παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του ότι "αποδείχθηκε ότι η κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συμπεριφορά του εναγομένου ήτοι η μη ανταπόκρισή του στις προαναφερόμενες απαιτήσεις και επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις της εργοδότριας εταιρίας οφειλόταν όχι σε ανικανότητα, αλλά σε κακοβουλία με σκοπό να εξαναγκάσει την ενάγουσα να τον απολύσει προκειμένου να εισπράξει τη σχετική αποζημίωση.

Εφόσον, λοιπόν, η αξίωση αποζημίωσης απόλυσης είναι για τους ανωτέρω λόγους καταχρηστική και άρα μη νόμιμη, εκλείπει η νόμιμη αιτία είσπραξής της από τον εναγόμενο και βάσιμα ζητείται από την εναγομένη η επιστροφή της". Άλλωστε, η έφεση του εναγομένου δεν μπορούσε παρά να αφορά μόνον το κεφάλαιο αυτό, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τα λοιπά κεφάλαια της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Σημειώνεται ότι ο εκκαλών με την ανωτέρω έφεσή του, ρητώς αναφέρεται και στο γεγονός της αλλαγής των συνθηκών εργασίας του που του επιβλήθηκε από την ενάγουσα μετά τον Ιούλιο 2015, δια του περιορισμού των ημερών εργασίας του, την αφαίρεση του αυτοκινήτου και του κινητού τηλεφώνου, ζητώντας να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή στο σύνολό της.

Ορθώς, λοιπόν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερεύνησε και το κεφάλαιο αυτό της αγωγής, το οποίο στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες προβάλλει την αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Επομένως ο περί τούτων από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος και έκτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. 5.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως ληφθέντα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 42/2002, Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410, 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου (τέτοιος δε στις ανώνυμες εταιρείες είναι ο διευθύνων σύμβουλος, ή το μέλος της διοίκησης αυτού, κατ' άρθρο 18 και 22 του κ.ν. 2190/1920, ισχύοντος κατά το χρόνο λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων).

Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη.

Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 1389/2021, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 397/2016, ΑΠ 1080/2015, ΑΠ 2194/2014, ΑΠ 715/2013), το αυτό δε ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για την ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 715/2013).

Σημειώνεται ότι η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της κατάθεσης ή ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης κατάθεσης ή μαρτυρίας ως ανυπόστατης (ΑΠ 715/2013).

Βέβαια κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1 εδ. β', 591 παρ. 1 και 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, όπως τα παραπάνω αναφερόμενα.

Επομένως, η από το δικαστήριο μη λήψη υπόψη αυτών δεν θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 2194/2014, ΑΠ 715/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη της τις υπ` αρ. 1769/ 24.11.2016 και 1770/24.11.2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Συμώνης Δημητρακοπούλου, των Γεωργίου Τριανταφύλλου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής (αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας) και της Γ. Α., μέλους του Δ.Σ. αυτής, ούτε ως ενόρκων καταθέσεων διαδίκων, κατ' άρθρο 417 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου και του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη, ούτε κατά μετατροπή ως αποδεικτικό μέσο της (ένορκης) εξέτασης των διαδίκων.

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την επίσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, διότι όπως αναφέρει, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την πληθώρα των εγγράφων που προσκομίσθηκαν, από τα οποία αποδεικνύονταν οι αγωγικοί ισχυρισμοί της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται α) τα κατ' ιδίαν έγγραφα που δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε φυσικά το περιεχόμενο αυτών, β) ότι έγινε νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών και γ) οι λόγοι για τους οποίους τα έγγραφα αυτά ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του, πρέπει να απορριφθεί, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

6.- Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται να παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι μόνο τα κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι όμως και εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι ένορκες βεβαιώσεις κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα από του μάρτυρα ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 22/2018, ΑΠ 794/2017, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 860/2013).

Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1665/2018, ΑΠ 771/2017, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006), στ) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικώς ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο και ζ) να αναφέρεται ότι το έγγραφο αυτό προσκομίστηκε με επίκληση, δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1665/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου των ακόλουθων εγγράφων, που προσκομίσθηκαν από τον αντίδικό της ήτοι: α) της με αριθμό πρωτ. 14968/18.11.2016 βεβαίωσης καλής συνεργασίας του Βιοχημικού και Βιοπαθολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Θεαγένειο, β) της υπ' αριθμ. 2645/25.11.2016 ένορκης βεβαίωσης του Α.

Ζ. και γ) των δελτίων εβδομαδιαίας κίνησης, αφού το περιεχόμενο αυτών έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη γενικότερη αντισυμβατική και προκλητική συμπεριφορά του αντιδίκου της, προκύπτουσας από τα δελτία εβδομαδιαίας κίνησης που αυτός προσκόμισε. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά τα υπό στοιχείο (α) και (γ) έγγραφα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, δεν αναφέρεται σ' αυτόν α) το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, β) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχουν τα έγγραφα αυτά, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων με εκείνα που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση των εγγράφων, γ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση των εγγράφων στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης των εγγράφων και στ) ότι στο πόρισμά του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στηριχθέν, αποκλειστικώς ή κυρίως στα ανωτέρω παραμορφωθέντα έγγραφα.

Κατά το μέρος δε που ο αναιρετικός λόγος αφορά το υπό στοιχείο (β) έγγραφο, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι η ένορκη βεβαίωση ως προς τα υπό του μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα, δεν συνιστά έγγραφο δεκτικό παραμόρφωσης κατ' άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 3/2020). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος όταν η επικαλούμενη αντίφαση ανάγεται μεταξύ της ερμηνείας της σχετικής διάταξης ουσιαστικού νόμου, όπως αυτή διαλαμβάνεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης και των ουσιαστικών παραδοχών αυτής στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1391/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του, αφού στο σκεπτικό του διέλαβε μείζονα πρόταση περί των προϋποθέσεων επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας σε μια επιχείρηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρρθο 2 του ν. 2639/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2874/2000 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 3899/2010, στη συνέχεια δέχθηκε στην ελάσσονα πρόταση αυτού, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά τον ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...

Ειδικότερα, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακόμη ότι η ενάγουσα τον Ιούλιο του 2015, σταμάτησε να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του. Έτσι δεν του κατέβαλε υπόλοιπο δεδουλευμένων Ιουνίου, αποδοχές μηνών Ιουλίου και Αυγούστου 2015 και επίδομα αδείας 2015. Ο ενάγων ως οικογενειάρχης και πατέρας τριών τέκνων αντιμετώπισε τότε πρόβλημα επιβίωσης, πλην όμως δεν απεχώρησε από την εργασία του, αλλά προσέφυγε στις 28.7.2015 στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, με αποτέλεσμα η ενάγουσα, συμμορφούμενη προς τις υποδείξεις της τελευταίας υπηρεσίας, να του καταβάλει τα δεδουλευμένα.

Επίσης, εν τω μεταξύ, στα τέλη Ιουλίου του 2015 του αφαίρεσε το εταιρικό αυτοκίνητο και το κινητό τηλέφωνο με σκοπό να του καταστήσει την εκτέλεση της εργασίας του δύσκολη και αφόρητη. Και σαν να μην έφθανε αυτό, επικαλούμενη τη μεγάλη μείωση της δραστηριότητάς της στη Βόρειο Ελλάδα, μετά από διαβούλευση με τον εναγόμενο και εργαζόμενους στα γραφεία της στην Αθήνα, στις 27.8.2015, αποφάσισε μονομερώς την επιβολή εκ περιτροπής εργασίας μόνο στον εναγόμενο αυτόν από 1.9.2015 έως 31.12.2015, ήτοι για δύο ημέρες εβδομαδιαίως (Τρίτη και Πέμπτη από 08.30 έως 16.30), γνωστοποιώντας την επιβολή του συστήματος αυτού στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, επιβολή την οποία ο εναγόμενος αρνήθηκε ως ιδιαίτερα προσβλητική για τα ήθη και τις αξίες του, που μοναδικό σκοπό είχε την εξαθλίωση και τον εξευτελισμό του ως εργαζόμενο και οικογενειάρχη.

Στη συνέχεια η ενάγουσα, επιδίωξε νέα διαβούλευση των μερών, στις 17.12.2015, για τη συνέχιση της εκ περιτροπής εργασίας από 1.1.2016 έως 30.9.2016, την οποία όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε εκ νέου και παρά ταύτα επιβλήθηκε αυτή μονομερώς εκ νέου από την ενάγουσα. Σύμφωνα με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης η επιβολή του ως άνω συστήματος δεν ήταν νόμιμη, διότι το μεν δεν επιτρέπεται επιβολή του συστήματος αυτού σε ένα μεμονωμένο εργαζόμενο, αφού η επιβολή του προϋποθέτει την ύπαρξη περισσοτέρων εργαζομένων και εναλλαγή αυτών στην ίδια θέση, το δε, όπως ομολογεί η ενάγουσα, ο περιορισμός της δραστηριότητάς της δεν είχε μόνιμα χαρακτηριστικά, δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζεται, η ανάπτυξη των πωλήσεων θα μπορούσε με σωστή εργασία ακόμη και του ίδιου του εναγομένου να είναι τέτοια, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για επιστροφή του στη πλήρη πενθήμερη εργασία στη συγκεκριμένη περιοχή (βλ σελ. 23 προτάσεών της στην παρούσα συζήτηση).

Παρά ταύτα όμως ο εναγόμενος έχοντας ανάγκη την εργασία συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του επισκεπτόμενος τα Νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης με την αστική συγκοινωνία, τα επαρχιακά Νοσοκομεία με τη συγκοινωνία του ΚΤΕΛ, και πραγματοποιώντας τις τηλεφωνικές του συνομιλίες από το σταθερό τηλέφωνο της εταιρείας στα γραφεία της, ενώ οποιαδήποτε προσπάθεια ανεύρεσής του από εξυπηρετούμενα εργαστήρια Νοσοκομείων ήταν προβληματική.

Εν τέλει η ενάγουσα μη έχοντας επιτύχει την οικειοθελή αποχώρησή του την οποία ανέμενε ενόψει των δυσκολιών που του είχε θέσει στην εκτέλεση της εργασίας του, στις 31.3.2016, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εναγομένου με την από 28.3.2016 εξώδικη δήλωσή της, ενώ του κατέβαλε και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 16.873,36 € με επιφύλαξη όμως, ισχυριζόμενη ότι δήθεν ο εναγόμενος δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις κακόβουλα και με αποκλειστικό σκοπό να την εξαναγκάσει να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, στην οποία και μόνο απέβλεπε, ισχυρισμός που όμως δεν αποδεικνύεται κατά προαναφερθέντα ως βάσιμος, οι όποιες δε ελλείψεις στην παροχή της εργασίας του εναγομένου οφείλονταν ακριβώς στο ότι η ενάγουσα δεν του παρείχε τα αναγκαία μέσα για την επιτυχή άσκηση της εργασίας του.

Πέραν δε τούτου όμως πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση, ενόψει και της παράνομης επιβολής του συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης, η αξίωση και η επιδίωξη της αποζημίωσης απόλυσης εκ μέρους του εναγομένου υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες θα αποτελούσε νόμιμη αξίωση μη αντικείμενη στο νόμο, διότι σε βλαπτική μεταβολή, λόγω μη επιτρεπτής επιβολής του συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης, είναι δικαίωμα του μισθωτού να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Συνακόλουθα, βάσει των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν η αγωγή της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη στην ουσία της, ήτοι τόσο όσον αφορά το αίτημα αυτής για την επιστροφή ως αχρεωστήτως καταβληθέντων των αποδοχών του εναγομένου που έλαβε από τον Ιούνιο 2014 έως και τον Μάρτιο 2016 (μισθούς, επιδόματα εορτών και αδείας), όσο και την αποζημίωση απόλυσης, συμποσούμενων των άνω αξιώσεων στο συνολικό ποσό των 55.644,20 ευρώ (38.770,84 + 16.873,36 ευρώ)".

Με τον πέμπτο και ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι "οι ίδιες οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, σε σχέση με τη νομιμότητα της διαδικασίας λήψης απόφασης για εκ περιτροπής εργασία του Ι.

Α., είναι όλως εσφαλμένες σε νομικό επίπεδο και σε επίπεδο υπαγωγής στις διατάξεις του νόμου, αυτή δε κατ' ουσίαν αναιτιολόγητη (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ)...", ενόψει του ότι στην Βόρεια Ελλάδα απασχολείτο μόνο ο αναιρεσίβλητος, με συνέπεια να μην τίθεται ζήτημα επιβολής εκ περιτροπής εργασίας με κάποιον άλλο εργαζόμενο στη Θεσσαλονίκη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι στο οικείο δικόγραφο της αίτησης δεν αναφέρονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου (και ποίου), στον οποίο, αορίστως, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Περαιτέρω, με τον ίδιο (πέμπτο), ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθότι ενώ στη μείζονα πρόταση δέχεται ότι "...

Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή το τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη ...

Συνεπώς αυτόθροη συνέπεια του συλλογικού αυτού χαρακτήρα του μέτρου είναι ότι αυτή πρέπει να αφορά το σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή της παραγωγικής μονάδας, όπου εντοπίζεται ο περιορισμός της παραγωγικής δραστηριότητας και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε μεμονωμένο εργαζόμενο ή επιλεκτικά σε μεμονωμένους εργαζόμενους...", στη συνέχεια στην ελάσσονα πρόταση δέχθηκε αντιφατικά ότι "Σύμφωνα με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης η επιβολή του ως άνω συστήματος δεν ήταν νόμιμη, διότι το μεν δεν επιτρέπεται επιβολή του συστήματος αυτού σε ένα μεμονωμένο εργαζόμενο, αφού η επιβολή του προϋποθέτει την ύπαρξη περισσοτέρων εργαζομένων και εναλλαγή αυτών στην ίδια θέση, το δε, όπως ομολογεί η ενάγουσα, ο περιορισμός της δραστηριότητάς της δεν είχε μόνιμα χαρακτηριστικά, δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζεται, η ανάπτυξη των πωλήσεων θα μπορούσε με σωστή εργασία ακόμη και του ίδιου του εναγομένου να είναι τέτοια, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για επιστροφή του στη πλήρη πενθήμερη εργασία στη συγκεκριμένη περιοχή (βλ σελ. 23 προτάσεών της στην παρούσα συζήτηση)".

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αντίφαση ανάγεται μεταξύ της ερμηνείας των σχετικών διατάξεων περί της νομιμιμότητας μονομερούς επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, όπως αυτή διαλαμβάνεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, και των ουσιαστικών παραδοχών αυτής στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, με συνέπεια να μην ιδρύεται σχετικός αναιρετικός λόγος.

Κατά το μέρος δε που με τον ίδιο λόγο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κρίση της ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας αυτής δεν είχε μόνιμα χαρακτηριστικά, ο λόγος αυτός πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ως εκ τούτου είναι και για το λόγο αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο του σκέλη, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 8.- Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, χωρίς δηλαδή με την άσκηση αυτής να δημιουργείται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας, σύμφωνα και με το άρθρο 12 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της εσφαλμένης κρίσης σχετικά με την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος από μέρους της, αναφορικά με τις απαιτήσεις για υποβολή στόχων, προγραμματισμού, αξιολόγησης και απολογισμού, στις οποίες ο αναιρεσίβλητος δεν ανταποκρινόταν και τις οποίες εσφαλμένως η προσβαλλόμενη απόφαση χαρακτήρισε ως προσχηματιικές.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον με αυτόν πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη.

9.- Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, στα οποία περιλαμβάνονται και οι κύριες ή επικουρικές βάσεις της αγωγής και ειδικότερα τα προς θεμελίωση αυτών και των διαφόρων αιτημάτων ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 748/2020, ΑΠ 1230/2019), δεν στοιχειοθετείται, εφ' όσον το δικαστήριο της ουσίας αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους προβληθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούσαν, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ11/1996, ΑΠ 1596/2022).

Εξάλλου, από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα" δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ήτοι που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή άμεσης ή έμμεσης απόδειξης (ΑΠ 86/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 756/2018, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι το αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε στις αποδείξεις που με επίκληση προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1935/2014), χωρίς να μπορεί στην περίπτωση αυτή να θεμελιωθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, ακόμη και αν η δικαστική κρίση, μετά από την εκτίμηση των πιο πάνω αποδείξεων, υπήρξε εσφαλμένη, αφού η τελευταία, ως αναφερόμενη στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 1199/2018).

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ, γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 960/2017, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 255/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του όγδοου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που επικαλέσθηκε αυτή (αναιρεσείουσα) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα "δεν ελήφθησαν υπόψη μια σειρά από γεγονότα, τα οποία δεν αρνείται ο αντίδικος ή όταν τα αρνήθηκε προσκομίσθηκαν τα σχετικά αποδεικτικά μέσα που τα αποδεικνύουν και τα οποία είναι κρίσιμα για τη γενικότερη στάση της εταιρίας μας απέναντι στον αντίδικο Ι.

Α.". Στη συνέχεια παραθέτει τα πραγματικά γεγονότα που κατά την κρίση της φανερώνουν ότι η συμεριφορά της εταιρίας έναντι του αντιδίκου της όχι μόνον δεν φανερώνει αρνητική προδιάθεση απέναντί του, αλλά αντιθέτως μια τάση μάλλον γεναιοδωρίας. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμος, διότι με τις διαλαμβανόμενες στον αριθμό 7 παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε εκ του πράγματος τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά αντίθετα από αυτούς που τους συγκροτούσαν.

Με το δεύτερο σκέλος του όγδοου, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε πράγματα που επικαλέσθηκε ο αντίδικός της και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αποδεικτικό της πόρισμα διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες με επίκληση από τους διαδίκους αποδείξεις (μάρτυρα απόδειξης, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις).

Με το τρίτο σκέλος του όγδοου, από τον αριθμό 11 γ' του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο του λόγου αυτού και συγκεκριμένα:

α) δεν αναφέρονται καθόλου τα αποδεικτικά μέσα, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, γ) δεν αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων και δ) δεν αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο όγδοος λόγος αναίρεσης και ως προς τα τρία του σκέλη, από τους αριθμούς 8, 10 και 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ανωτέρω όγδοος αναιρετικός λόγος και ως προς τα τρία του σκέλη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με το υπόψη αναιρετήριο, υπό το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, από τους αριθμούς 8, 10 και 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων. 10.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6.8.2019 και με αριθμό κατ. 2340/270/8.8.2019 αίτηση αναίρεσης, της υπ' αριθμ. 1249/21.5.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλόμενης με αυτή με αριθμό 1763/6.7.2018, μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.-

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτου αποχωρήσαντος,

η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ