Legislator Case Law & Legislation
1104/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt refusal due to insufficient evidence of fraud in insolvency proceedings.

Case Number 1104/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's refusal of a debt claim in insolvency proceedings. The appellant argued that the lower court failed to properly examine fraud allegations regarding the debtor's ability to pay. The court found the first ground of appeal valid because the lower court required specific evidence of concealment beyond what the law mandated, while dismissing the second ground as inadmissible due to lack of evidentiary assessment. Consequently, the appeal was accepted, the original judgment was revoked, and the case was remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 subpara. a) Law 3869/2010; Art. 576 para. 2 Civil Procedure Code: The court must examine fraud allegations in insolvency cases by requiring specific evidence of concealment and continued obligations, and an appeal is admissible if the lower court fails to assess evidence or demands excessive proof.

Keywords

AI generated
insolvency proceedings fraud allegations debt refusal appeal admissibility evidence assessment remand for retrial creditor rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 subpara. a) of Law 3869/2010
Art. 576 para. 2 of the Civil Procedure Code
Art. 560 para. 6 of the Civil Procedure Code
Art. 580 para. 3 of the Civil Procedure Code
Art. 746 of the Civil Procedure Code
Art. 8 para. 6 subpara. b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1104 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1104/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ί. του Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, α) ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. M. B. Α." και β) ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Κ. Δ. Ε. L.", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην ..και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. «Ε. και δ.τ. «E.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α.", 6) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "P. Ε. Ε. Ε. Α. Ε., Ε. Ε. Π. Ι." και δ.τ. "P. Ε. Ε. Ε. Α.", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "H. P. C. Α. Ε. Π. Π.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ οι 1η, 2η, 3η, 4η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2014 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-2-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 5ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την ...

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου .. Κ. Κ. και τις ….. εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου .. Δ. Α., που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έκτη και έβδομη (υπό τις αναγραφόμενες ιδιότητές τους) από τις αναιρεσίβλητες, οφειλέτιδα και πιστώτριες αυτής, που ήταν διάδικοι στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρα 769 εδάφ.

β' και 762 ΚΠολΔ). Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι παραπάνω αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατά τα άρθρά 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτές έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 4-2-2021 (αριθμ. εκθ. Καταθ…/4-2-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 18/4-2-2019 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε ερήμην των τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ.

β' του ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ) και απέρριψε την από 6-3-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 46/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, το οποίο, αφού απέρριψε την ένσταση των δεύτερης (υπό τις ιδιότητες που παραστάθηκε), τρίτης, πέμπτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων περί δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης (αιτούσας-οφειλέτριας) σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 21-1-2014 αίτηση αυτής, ρύθμισε τις οφειλές της προς τους διαδίκους πιστωτές της και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της, με τις μηνιαίες καταβολές που αναφέρονται σ' αυτή.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά απόφασης μη υποκείμενης, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, σε ανακοπή ερημοδικίας από τις ερήμην δικασθείσες στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναιρεσίβλητες και ως εκ τούτου τελεσίδικης απόφασης από την έκδοσή της (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 208/2020), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 14 του ν. 3869/2010).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 21.1.2014 της ένδικης, από 21.1.2014 αίτησης του άρθρου 4 παρ.1 ν.3869/2010 πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι αυτό αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και παρ' όλα αυτά, δεν υφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ.1 εδ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου μπορεί να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπώνεται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, που δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνεπώς ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ.1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ986/2018, ΑΠ 755/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή την ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθμ. 1, 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος (ΑΠ 1508/2022, 834/2021, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 156/2018). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, με το να κρίνει ως αόριστη την παραδεκτώς υποβληθείσα ενώπιόν του, ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των επίδικων ληξιπρόθεσμων χρεών της, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 330 του ΑΚ, τις οποίες, έτσι, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη, με την από 21-1-2014 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς το αναιρεσείον και τις αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, προερχόμενων από πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια και στεγαστικά δάνεια, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτή σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να ρυθμιστούν οι οφειλές της από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία της.

Οι δεύτερη (υπό τις ιδιότητες που παρίσταται), τρίτη, πέμπτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, πιστώτριες της αιτούσας (πρώτης αναιρεσίβλητης) και αναγκαίες ομόδικοι του, επίσης πιστωτή, αναιρεσείοντος (ΑΠ 967/2021, ΑΠ 1049/2017), πρότειναν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένσταση δολιότητας της αιτούσας (πρώτης αναιρεσίβλητης) ως προς τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, η οποία απορρίφθηκε από το ίδιο Δικαστήριο, με τη 46/2016 οριστική απόφασή του, ως αόριστη.

Κατά της τελευταίας απόφασης το όγδοο των καθών και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 6-3-2018 έφεση, παραπονούμενο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ παράλληλα πρότεινε και το ίδιο (άρθρο 765 του ΚΠολΔ) την ένσταση δόλου της αιτούσας (πρώτης αναιρεσίβλητης), εκθέτοντας τα εξής: "...εν προκειμένω η καθής, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αίτησή της, ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις προς τα στην εκκαλούμενη αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα, οι οποίες στην πλειοψηφία τους προέρχονται από συμβάσεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικές κάρτες, για να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις ανατροφής και εκπαίδευσης των τεσσάρων τέκνων της και να αποπληρώνει "διάφορες δόσεις προς Τράπεζες" από δάνεια που έλαβε ο πρώην σύζυγός της για την τότε εργασία του (εργολήπτης δημοσίων έργων) με τριτεγγυήτρια την ίδια.

Ωστόσο, η αντίδικος είχε ήδη διαζευχθεί από το έτος 2003, οπότε ήδη γνώριζε ότι ο τέως σύζυγός της δεν εξυπηρετούσε τα δάνειά του, στα οποία είχε η ίδια συμβληθεί ως εγγυήτρια, παρόλο που επρόκειτο για δάνεια για την επιχειρηματική δραστηριότητά του, με αυξημένο κίνδυνο μη αποπληρωμής, αφού όπως η ίδια υποστηρίζει στην αίτησή της ήταν "μεγάλα για τις δυνατότητες του χρέη".

Εντωμεταξύ, όπως γίνεται δεκτό από την εκκαλούμενη απόφαση, η αντίδικος είχε αποκλειστικά αναλάβει τα έξοδα διαβίωσης της ίδιας και των τέκνων της, αφού ο τέως σύζυγός της ουδέν ποσό διατροφής κατέβαλε. Με αυτά τα δεδομένα, με μόνη πηγή εισοδήματος τον μισθό της ως δημοτικής υπαλλήλου, η αιτούσα ανέλαβε τις ένδικες υποχρεώσεις, ενώ ήδη κατά την ανάληψή τους δεν μπορούσε προσηκόντως να τις εξυπηρετήσει ή, τουλάχιστον μπορούσε να προβλέψει ότι δεν θα ήταν σε θέση να τις αποπληρώσει.

Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι το δικάζον σε πρώτο βαθμό Δικαστήριο δεν εξέτασε τα χρονικά σημεία ανάληψης των ανωτέρω υποχρεώσεων ούτε το ύψος των αποδοχών της αιτούσας κατά αυτά τα χρονικά σημεία, δέχθηκε τον ισχυρισμό της αντιδίκου ότι το εισόδημά της ανερχόταν σε 2.500 ευρώ μηνιαίως. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, από την αίτηση της αντιδίκου προκύπτει ότι το καταβλητέο μηνιαίως ποσό για την εξυπηρέτηση του συνόλου των δανειακών της υποχρεώσεων ανερχόταν σε 1.877,80 ευρώ και όχι σε 1.500 ευρώ, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

Επομένως, εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ο μηνιαίος μισθός της αντιδίκου ουδέποτε επαρκούσε για την εξυπηρέτηση των οφειλών της και για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και των τεσσάρων τέκνων της, καθώς, μετά την καταβολή των μηνιαίων δόσεων προς τους πιστωτές της, απέμενε το ποσό των 520 ευρώ περίπου.

Συνεπώς, εναργώς προκύπτει εκ των ανωτέρω ότι η αντίδικος ανέλαβε τις ανωτέρω υποχρεώσει, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε τις καλύψει ή τουλάχιστον αποδεχόμενη πλήρως ως πιθανόν το αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες. Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα της αντιδίκου είχε τη μορφή ενδεχόμενου δόλου καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών της) ως πιθανό και το αποδέχθηκε".

Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε (όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) αόριστη την προαναφερθείσα ένσταση δόλου με την εξής αιτιολογία: "...μόνη η επίκληση από το εκκαλούν της εκ μέρους της οφειλέτριας-πρώτης εφεσίβλητης ανάληψης υπέρμετρων οικονομικών υποχρεώσεων, έστω και αποδεχόμενη το ενδεχόμενο αδυναμίας της να αποπληρώσει αυτές, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού της ένστασης περί δόλου αλλά απαιτείται να αναφέρονται συγκεκριμένες ενέργειες της οφειλέτριας, με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεων αυτής και τη συνέχιση ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους της, ενέργειες, ωστόσο, που στη συγκριμένη περίπτωση δεν μνημονεύονται...".

Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα με το να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί δολιότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ότι δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δόλου, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, η επίκληση από τον πιο πάνω πιστωτή της εκ μέρους της αιτούσας οφειλέτριας ανάληψης, μέσω του υπερδανεισμού της, υπερβολικών, σε σχέση με τις δυνατότητές της, οικονομικών υποχρεώσεων, εν γνώσει της αδυναμίας της να τις αποπληρώσει και σε κάθε περίπτωση προβλέποντας, ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, αλλά να απαιτήσει, ως πρόσθετο στοιχείο, την αναφορά συγκεκριμένων ενεργειών της που αποσκοπούσαν στην απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής της κατάστασης και των υποχρεώσεών της και τη συνέχιση ανάληψης οικονομικών υποχρεώσεων εκ μέρους της, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο και ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Ο δεύτερος και τελευταίος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, λόγω ανεπάρκειας αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της παραπάνω ένστασης δόλου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, να έχει καταστρώσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων και στην εξεταζόμενη περίπτωση η ένσταση περί δόλου της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν ερευνήθηκε στην ουσία της.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ.

δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου. Επίσης, διάταξη περί δικαστικών εξόδων, κατ' άρθρο 746 του ΚΠολΔ, δεν διαλαμβάνεται, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται...", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 550/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 18/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως Εφετείο. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ