Legislator Case Law & Legislation
1104/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding civil liability and prior criminal acquittal.

Case Number 1104/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a civil claim for damages based on defamation. The appellant argued that the lower court erred in assessing liability and failed to consider a prior criminal acquittal, but the court found these arguments procedurally inadmissible or substantively unfounded. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 566, 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific grounds listed in the appeal request, and arguments challenging the substantive assessment of facts or citing unrelated prior judgments are inadmissible if not properly raised.

Keywords

AI generated
Civil Appeal Procedure Inadmissible Arguments Defamation Liability Prior Criminal Acquittal Appeal Bond Forfeiture Legal Costs Award Substantive Review

Cited Legislation

AI generated
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1104 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1104/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Δ. Γ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Α. Α. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-3-2008 και 9-12-2009 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-3-2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 889/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε τον δεύτερο λόγο και κατά το πρώτο μέρος του της από 2 Μαρτίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Γ. κατά της 34/2017 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2019 της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια τον αναφερόμενο στο σκεπτικό αναιρετικό λόγο και 4/2020 της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της ένδικης από 2-3-2017 αιτήσεως για αναίρεση της 34/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου προς έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 28-9-2020 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα όσον αφορά τη διαδικαστική διαδρομή της ένδικης υπόθεσης: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 31-3-2008 αγωγή, με την οποία ζήτησε, περιορίζοντας το αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι ο τελευταίος του οφείλει το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης από την αναφερόμενη συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα.

Παράλληλα, ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου την από 9-12-2009 αγωγή, με την οποία ζήτησε, περιορίζοντας το αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι ο τελευταίος του οφείλει το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ψευδή καταμήνυσή του από τον αναιρεσίβλητο-εναγόμενο και την αναφερόμενη ψευδορκία του.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου με την 114/2010 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις δύο αγωγές, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, δέχτηκε δε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου-αναιρεσείοντος να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης.

Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από 21-2-2011 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την 34/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την απόφαση αυτή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προσέβαλε ο αναιρεσείων με την κρινόμενη από 2-3-2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 889/2018 του Δικαστηρίου τούτου.

Με την απόφαση αυτή και καθώς αυτή λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου, παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, σχετικά με το ζήτημα, αν η αθωωτική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου για τη συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του αναιρεσιβλήτου δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο.

Η Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 8/2019 απόφασή της, με το σκεπτικό της ύπαρξης αντιφατικών αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου επί εξαιρετικής σημασίας ζήτημα, παρέπεμψε τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Με την 4/2020 απόφασή του, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Πλήρη Ολομέλεια, απέρριψε τον ως άνω αναιρετικό λόγο, καθώς δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ούτε δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου από την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο αδίκημα, αναπέμφθηκε δε κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Τμήματος τούτου για τη διερεύνηση των λοιπών λόγων της, για τους οποίους αυτό είχε επιφυλαχθεί με την ως άνω 889/2018 απόφασή του.

Ήδη, με την από 28-9-2020 κλήση του αναιρεσιβλήτου, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Τμήματος αυτού, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των υπολοίπων λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2021).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2016, ΑΠ 1057/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνο που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή στερήθηκε την ελευθερία του. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων: α) 362 ΠΚ ?όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, τιμωρείται...? και β) 363 ιδίου ως άνω Κώδικα ?αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται...?.

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται η αναλήθεια του φερόμενου ως δυσφημιστικού γεγονότος ή ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη (ΑΠ 389/2016, ΑΠ 1803/2017 Ποιν.).

Αλλά και για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απλής δυσφήμησης απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση ότι το γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και θέληση (βούληση) ή αποδοχή της διάδοσης του ισχυρισμού τούτο ενώπιον τρίτου (ΑΠ 169/2019).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφασή του: ?Δυνάμει του από 17-11-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, που κατατέθηκε νομίμως στη Δ.Ο.Υ. Αιγίου και στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αιγίου, οι διάδικοι σύστησαν μεταξύ τους ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...", με έδρα το ...

Σκοπός της εταιρείας ήταν η μελέτη, κατασκευή και επίβλεψε ιδιωτικών τεχνικών έργων και η κατασκευή και επίβλεψη δημόσιων τεχνικών έργων. Το κεφάλαιο της εταιρείας ορίστηκε στο ποσό των 10.000 ευρώ, που κατέβαλαν οι διάδικοι εξ ημισείας, ενώ διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ορίστηκε ο εφεσίβλητος Α.

Α.. Ο τελευταίος είχε το δικαίωμα να συναλλάσσεται με τρίτους και να δεσμεύει την εταιρεία, αναλαμβάνοντας υποχρεώσεις γι' αυτήν μόνο με την υπογραφή του υπό την εταιρική επωνυμία, ενώ για την περίπτωση δανεισμού της εταιρείας για ποσό άνω των 10.000 ευρώ, ορίστηκε ότι για την έγκυρη συνομολόγηση της σχετικής σύμβασης θα απαιτούνταν οι υπογραφές και των δύο εταίρων.

Στα πλαίσια της λειτουργίας της εταιρείας, αναλήφθηκαν από αυτή δύο συμβάσεις εκτέλεσης δημόσιων έργων με το δήμο ... και συγκεκριμένα, στις 13-3-2007 αναλήφθηκε το έργο "επέκτασης πλατείας δ.δ. ... δήμου ...", προϋπολογισμού ύψους 56.399,36 ευρώ και στις ... το έργο "κατασκευή δημοτικού καταστήματος ...", προϋπολογισμού ύψους 111.278,93 ευρώ, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναγράφονται στις σχετικές συμβάσεις έργου.

Από το Μάιο του έτους 2007 άρχισαν να υπάρχουν προβλήματα και διαφωνίες στις σχέσεις των δύο εταίρων, οι οποίες συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες και τελικά ο εκκαλών στις 24-3-2008 κοινοποίησε στον εφεσίβλητο τη με την ίδια ως άνω ημερομηνία καταγγελία της μεταξύ τους εταιρείας. Στην καταγγελία αυτή ο εκκαλών ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι: "Από την αρχή της σύστασης της εταιρείας αρνείστε επιμόνως να με ενημερώσετε και να αποδώσετε λογαριασμούς σε εμένα των πάσης φύσεως εσόδων-εξόδων, διαχειριστικών πράξεων, επίδειξη τιμολογίων και για οποιαδήποτε ακόμα ενέργειά σας, η οποία επάγεται στη σφαίρα των διαχειριστικών πράξεων της εταιρείας μας.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η εταιρεία να περιέλθει σε αδιέξοδο, αφού εσείς ως διαχειριστής της εταιρείας και άρα και ταμίας αυτής, δεν με ενημερώνατε για τις οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρείας μας. Με την αντισυμβατική σας αυτή συμπεριφορά φθάσαμε στο σημείο να έχουμε οφειλές στη Δ.Ο.Υ. Αιγίου , στο ΙΚΑ Αιγίου, σε εργολάβους και άλλους που δεν γνωρίζω.

Επιπρόσθετα, εξαιτίας της αντισυμβατικής σας συμπεριφοράς εγώ προσωπικά αδυνατώ να υποβάλλω εμπρόθεσμα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αιγίου τη φορολογική μου δήλωση και αυτό διότι αρνείστε να μου προσκομίσετε τα απαραίτητα έγγραφα προς τούτο". Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του εκκαλούντα αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδείς.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι μέχρι το Σεπτέμβριο του 2007, όλα τα εμπορικά βιβλία της εταιρείας τηρούσε ο πατέρας του εκκαλούντα, ο οποίος είχε τις απαιτούμενες λογιστικές γνώσεις, ως πτυχιούχος ανωτάτης εμπορικής σχολής. Στα τηρούμενα αυτά βιβλία καταχωρούνταν όλες οι συναλλαγές του εφεσιβλήτου ως διαχειριστή της εταιρείας με διάφορους τρίτους, δηλαδή οι χρεώσεις και πιστώσεις της εταιρείας, τα τιμολόγια αυτής, διάφορες αποδείξεις πληρωμής που λάμβανε ο ενάγων, τα οποία χορηγούσε στον πατέρα του εκκαλούντα για την καταχώρησή τους.

Επομένως, κατά το χρονικό αυτό διάστημα των 10 μηνών περίπου, ο εκκαλών λάμβανε γνώση και ήταν πλήρως ενήμερος για όλες τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί ο εφεσίβλητος ως διαχειριστής της εταιρείας, ιδίως στα πλαίσια της εκτέλεσης των δύο πιο πάνω αναληφθέντων δημοσίων έργων. Όμως, και μετά την 1-9-2007, οπότε ο εφεσίβλητος ανέθεσε την τήρηση των βιβλίων της εταιρείας σε λογιστή της επιλογής του, έστω και αν ο εκκαλών δεν γνώριζε τα στοιχεία αυτού, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός δεν είχε καμία ενημέρωση για την πορεία της εταιρείας.

Τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών από το Σεπτέμβριο του 2007 μέχρι τις 24-3-2008 διαμαρτυρήθηκε εγγράφως προς τον εφεσίβλητο για τη μη ενημέρωσή του σε σχέση με την πορεία της εταιρείας. Ο ισχυρισμός δε αυτού ότι ο εφεσίβλητος είχε αλλάξει ακόμα και την ταχυδρομική διεύθυνση της εταιρείας, έτσι ώστε να μην λαμβάνει ο ίδιος καθόλου γνώση ούτε της αλληλογραφίας, δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος.

Τούτο διότι, ο εκκαλών προς θεμελίωση του ανωτέρω ισχυρισμού του επικαλείται και προσκομίζει το υπ' αριθμ. πρωτ. 205/3-6-2011 έγγραφο του προϊσταμένου του Ταχυδρομικού Καταστήματος Αιγίου, σύμφωνα με το οποίο, κατά το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 μέχρι 31-12-2008 ο εφεσίβλητος είχε μισθώσει ταχυδρομική θυρίδα στο όνομα της εταιρείας, όπου και παραδίδονταν η αλληλογραφία αυτής, πλην όμως από το με αρ.

πρωτ. .../9-10-2009 έγγραφο του προϊσταμένου του Ταχυδρομικού Καταστήματος Αιγίου, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο εφεσίβλητος, προκύπτει ότι η αλληλογραφία της εταιρείας μέχρι την 5-10-2009, αποστέλλονταν στη διεύθυνση της δηλωθείσας έδρας της. Επίσης, το γεγονός ότι ο εκκαλών γνώριζε για την πορεία της εταιρείας και συμμετείχε ενεργά, επιχειρώντας μάλιστα να διασφαλίσει τα συμφέροντά του, ενόψει των έντονων διαφωνιών και αντιπαραθέσεων που είχε με τον εφεσίβλητο, αποδεικνύεται και από:

α) Τις δύο υπεύθυνες δηλώσεις που απέστειλε ο εκκαλών προς την "Αχαϊκή Συνεταιριστική Τράπεζα" με την οποία η εταιρεία είχε συνάψει δανειακή σύμβαση, καθώς με την πρώτη εξ αυτών, με ημερομηνία 9-11-2007, δήλωσε ότι αποσύρει την προσωπική του εγγύηση στη δανειακή σύμβαση, ενώ με τη δεύτερη, με ημερομηνία 22-11-2007, δήλωσε ότι ανακαλεί την προηγούμενη υπεύθυνη δήλωση.

β) Την από 27-9-2007 αίτηση προς το ΙΚΑ, προκειμένου να ακυρωθεί η Αναλυτική Περιοδική Δήλωση με στοιχεία Χ/..., που αφορούσε στο χρονικό διάστημα 1-30/6/2007 και με την οποία είχε καταλογιστεί στην εταιρεία το ποσό των 3.651 ευρώ για οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, καθώς διαπιστώθηκε ότι η ανωτέρω Αναλυτική Περιοδική Δήλωση δεν κατατέθηκε από κάποιον εκ των εταίρων ή από άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρεία των διαδίκων, από το χρόνο σύστασής της μέχρι την καταγγελία της, είχε μεμονωμένες οφειλές, οι οποίες μάλιστα δεν μπορούν να αποδοθούν σε κακή διαχείριση του εφεσιβλήτου. Ειδικότερα, ο Δήμος ... καθυστερούσε να εξοφλήσει τις οφειλές του προς την εταιρεία, όπως αυτό αποδεικνύεται από:

α) την από 21-1-2008 έγγραφη όχληση του εφεσιβλήτου προς το Δήμο ... για την καθυστέρηση πληρωμής της 2ης Πιστοποίησης του Έργου, β) την από 3-3-2008 εισήγηση του Τ.Υ.Δ.Κ. Δυτικής Ελλάδας, με την οποία κρίνεται νόμιμο το αίτημα για διακοπή των εργασιών του έργου, λόγω της καθυστέρησης πληρωμής της 2ης Πιστοποίησης του Έργου και περαιτέρω εκφράζεται η άποψη ότι σε περίπτωση που ζητηθούν τόκοι υπερημερίας από την εταιρεία, θα πρέπει να καταβληθούν.

Λόγω των καθυστερήσεων αυτών, δεν κατέστη δυνατό να πληρωθεί μία φορά ο οφειλόμενος Φ.Π.Α., τον οποίο μεταγενέστερα εξόφλησε με διακανονισμό ο εφεσίβλητος, ενώ και οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ, εξοφλούνταν όταν καταβάλλονταν στην εταιρεία τα οφειλόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις με ημερομηνίες 16-7-2007, 31-7-2007 και 13-11-2008 βεβαιώσεις περί μη οφειλής της εταιρείας προς το ΙΚΑ.

Επίσης, η ανωτέρω αναγραφόμενη οφειλή προς το ΙΚΑ, ύψους 3.651 ευρώ, με βάση την Αναλυτική Περιοδική Δήλωση με στοιχεία Χ/..., διαγράφηκε κατόπιν ενεργειών και των δύο διαδίκων, έστω και αν αυτοί ενεργούσαν μεμονωμένα και με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι μία οφειλή προς τον Π. Μ., ποσού 1.140 ευρώ, για την οποία μάλιστα ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αιγίου την από 26-3-2008 αγωγή μικροδιαφοράς, τακτοποιήθηκε άμεσα από τον εφεσίβλητο, χωρίς μάλιστα να ζημιωθεί η εταιρεία, αφού και εκείνος όφειλε στην εταιρεία από άλλη αιτία το ποσό των 1.500 ευρώ.

Εξ άλλου, και από τη με ημερομηνία 6-6-2011 επιστολή των εκκαθαριστών της εταιρείας Σ. Μ. και Λ. Τ., που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών, αποδεικνύεται ότι κατά την εκκαθάριση βρέθηκαν ελάχιστες οφειλές της εταιρείας προς τρίτους και συγκεκριμένα, οι εκκαθαριστές κατέβαλαν το ποσό των 467,95 ευρώ στον Κ.

Μ., το ποσό των 542,96 ευρώ στο Δ. Λ. και το ποσό των 219,26 ευρώ στην εταιρεία "...". Τέλος, τα όσα ισχυρίστηκε ο εκκαλών, ότι αδυνατεί να υποβάλλει εμπρόθεσμα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αιγίου τη φορολογική του δήλωση, διότι αρνείται ο εφεσίβλητος να του προσκομίσει τα απαραίτητα έγγραφα προς τούτο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε.

Επομένως, τα παραπάνω αναγραφόμενα από τον εκκαλούντα στην από 24-3-2008 έγγραφη καταγγελία της εταιρείας "....", ήταν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε το ψεύδος αυτών. Ειδικότερα, ο εκκαλών γνώριζε ότι μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2007 είχε άμεση πρόσβαση σε όλες τις συναλλαγές της εταιρείας και σε όλες τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί ο εφεσίβλητος ως διαχειριστής αυτής, ότι και κατά τους επόμενους μήνες ουδέποτε αποξενώθηκε από την εταιρεία, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να μην γνωρίζει τίποτα για την οικονομική της πορεία, ότι οι μεμονωμένες οφειλές που δημιουργούνταν προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., το Ι.Κ.Α.

ή τρίτα πρόσωπα δεν οφείλονταν σε κακή διαχείριση του εφεσιβλήτου, αλλά στις καθυστερήσεις είσπραξης των οφειλομένων αμοιβών από το Δήμο ..., γεγονός σύνηθες στις οικονομικές συναλλαγές, καθώς και ότι ο εφεσίβλητος δεν προέβη σε καμία ενέργεια, εκ της οποίας το αποτέλεσμα ήταν να μην μπορεί ο ίδιος να υποβάλλει φορολογική δήλωση.

Σκοπός δε του εκκαλούντα ήταν με τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά που συμπεριέλαβε στην ως άνω καταγγελία, ήταν να επιρρίψει τις ευθύνες για τη λύση της εταιρείας αποκλειστικά στον εφεσίβλητο, εμφανίζοντας αυτόν ως κακό διαχειριστή, αδιαφορώντας για τις όποιες δυσμενείς συνέπειες θα είχε η λύση της εταιρείας τη δεδομένη στιγμή για την ίδια την εταιρεία, για τον εφεσίβλητο ως διαχειριστή αυτής, καθώς και για τον αντίκτυπο των αναγραφόμενων στην καταγγελία, για την προσωπική και επαγγελματική εικόνα αυτού (εφεσιβλήτου).

Τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά που περιέλαβε εν γνώσει του ο εκκαλών στην από 24-3-2008 καταγγελία, περιήλθαν σε γνώση ευρύτερου αριθμού προσώπων, στα οποία κοινοποιήθηκε η καταγγελία αυτή, δηλαδή σε υπαλλήλους της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αιγίου, της Δ.Ο.Υ. Αιγίου και του Δήμου ... και ήταν πρόσφορα να επιφέρουν και πράγματι επέφεραν προσβολή της προσωπικότητας του εφεσιβλήτου, στις εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής του, αφού με την καταγγελία αυτή παρουσιάστηκε ως αναξιόπιστος και αφερέγγυος εργολάβος δημοσίων έργων, γεγονός που είχε αρνητικό αντίκτυπο στην επαγγελματική του δραστηριότητα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 197/2014 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, ο εκκαλών κρίθηκε αθώος της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του εφεσιβλήτου, με το σκεπτικό ότι "δεν προέκυψε πρόθεση του κατηγορουμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, απλώς ο κατηγορούμενος, λόγω των πολύ κακών σχέσεων που είχε με το συνεταίρο του πολιτικώς ενάγοντα και της ελλιπούς πληροφόρησης ως προς τις οικονομικές εκκρεμότητες της εταιρείας τους, προέβη στην ως άνω ενέργεια με αποκλειστικό σκοπό να λύσει το ταχύτερο δυνατό την εταιρεία, τακτοποιώντας ταυτόχρονα και τις εκκρεμότητες που υφίσταντο κατά τον επίδικο χρόνο".

Το γεγονός, όμως, αυτό ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκειμένη δίκη, προεχόντως διότι κατ' άρθρο 321 ΚΠολΔ, στην πολιτική δίκη δεν παράγεται δεδικασμένο από απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών με την ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά του πράγματι προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητα του εφεσιβλήτου στις εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής του, τελώντας σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, που συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ο τελευταίος (εφεσίβλητος) δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Αντίθετα, ο εφεσίβλητος ουδεμία άδικη πράξη τέλεσε σε βάρος του εκκαλούντος, αφού αποδείχθηκε ότι τα όσα συμπεριέλαβε στην από 28-3-2008 μήνυση που κατέθεσε σε βάρος του για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ήταν αληθή και κατά συνέπεια, η από 9-12-2009 αγωγή που άσκησε σε βάρος του ο εκκαλών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη?.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια και συγκεκριμένα είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ειδικότερα με τις παραδοχές του ότι τα όσα γεγονότα περιέλαβε ο αναιρεσείων στην από 24-3-2008 καταγγελία του, της μεταξύ τους συσταθείσας ομόρρυθμης εταιρείας, σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ήταν εν γνώσει του ψευδή και ότι τα γεγονότα αυτά προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου, αφού με την καταγγελία αυτή ο αναιρεσίβλητος παρουσιαζόταν στους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ.

Αιγίου και του Δήμου ..., όπου κοινοποιήθηκε η καταγγελία, ως αναξιόπιστος και αφερέγγυος εργολάβος δημοσίων έργων, γεγονός που είχε αρνητική επίδραση στην επαγγελματική του δραστηριότητα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

Δεν υπάρχει δε αντίφαση στις παραδοχές του Εφετείου, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι, ενώ δέχεται ότι υπήρχαν ορισμένες οφειλές της εταιρείας προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και το Ι.Κ.Α., δέχεται περαιτέρω ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας ήταν ψευδές. Και τούτο διότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά τα αναλυτικά πιο πάνω αναφερόμενα, οι μεμονωμένες αυτές οφειλές δεν οφείλονταν στο γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν κακός διαχειριστής των υποθέσεων της εταιρείας, όπως αυτός εμφανίζονταν στην καταγγελία, που ήταν ψευδές, αλλά στις καθυστερήσεις είσπραξης των οφειλομένων αμοιβών για τα έργα της εταιρείας από το Δήμο ....

Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Οι δε υπόλοιπες, αναφερόμενες στον ίδιο λόγο, αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την 197/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με την οποία κηρύχθηκε αθώος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

Πλην όμως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε ανωτέρω, το Εφετείο έλαβε ρητά υπόψη του την ως άνω ποινική απόφαση, την οποία αξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Σημειωτέον ότι ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις οποίες κατέθεσε εμπρόθεσμα, επικαλείται και νέους λόγους αναίρεσης, πλην όμως απαραδέκτως, δεδομένου ότι αναιρετικοί λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με την αίτηση αναίρεσης ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων (άρθρ. 552, 559, 566, 569 ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο τελευταίος για την παράστασή του κατά τη συζήτηση της αναίρεσης αναφορικά με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-3-2017 αίτηση του Δ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ