Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to challenge rejected facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on procedural grounds. The appellant argued that the lower court violated specific articles regarding the assessment of evidence and service of process, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the appeal grounds were too vague to identify specific errors and that the appellant failed to challenge facts that had already been explicitly rejected by the appellate court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 no. 1 (a) and no. 5 (b) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify the procedural error in relation to the established facts, or if it challenges facts that have already been explicitly rejected by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1104 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1104/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν.ΛΑΡΙΣΑΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) … και 24) , απάντων κατοίκων …, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Νιζάμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 237/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 160/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-4-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι).- Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ ή από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Επίσης, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 756/1996).
Εξ άλλου, στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ. 1, 495 παρ. 1, 562 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Εννοιολογικώς, το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ταυτίζεται με το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, εάν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ] δηλ.
η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 1/2016, ΑΠ ολ. 27/1998). Το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ -το οποίο, εννοιολογικώς, ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ- ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (και) κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΑΠ ολ. 3/1997).
Αποτελούν "πράγματα" (και) οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας δηλ. οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπ' όψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ 19/2020).
Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνεται (και) ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 194/1998). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ 1703/2008).
(ΙΙ).- Με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος να καταβάλει τον μισθό. Ο μισθός μπορεί να καθορίζεται με κανόνα δικαίου ή με σύμβαση (ρητή ή σιωπηρή), σε χρονικές μονάδες ή σε μονάδες εργασίας ή σε ποσοστό επί των κερδών ή επί των εισπράξεων, σε χρήμα ή σε είδος [άρθρα 648, 649, 653, 654, 655, 659 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως (Δ.Σ.) "περί προστασίας του ημερομισθίου" - κύρωση με το άρθρο "πρώτον" ν. 3248/1955(ΦΕΚ Α. 138 / 2.6.1955), 6 α.ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341 / 13.10.1943) - κύρωση με την 324/1946 Π.Υ.Σ.
και διατήρηση σε ισχύ, με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, 28 παρ.1 Συντάγματος]. Έτσι, "μισθός" είναι κάθε παροχή ("βασικός μισθός" ή κύρια παροχή και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή), την οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά το νόμο ή τη σύμβαση, στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του (ΑΠ 1449/2019). Πρόσθετη είναι η εργασία, διαρκούς φύσεως, την οποία ο εργαζόμενος, κατόπιν σχετικής συμφωνίας του, αρχικής ή μεταγενέστερης, μετά του εργοδότη, παρέχει εντός του νομίμου ωραρίου, δεν είναι συναφής, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, με την αρχικώς συμφωνηθείσα (κύρια) εργασία και, κατά τις συνήθεις περιστάσεις, παρέχεται, μόνο, με μισθό (ΑΠ 1580/2012) ενώ, μπορεί να συμφωνηθεί ότι για την πρόσθετη (διαφορετική) εργασία, ο εργοδότης δεν θα οφείλει πρόσθετη αμοιβή - μισθό στον εργαζόμενο [άρθρο 361 ΑΚ].
Αν δεν έχει συμφωνηθεί ο πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και δεν έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει για την πρόσθετη εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλ. τον μισθό, που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και απασχολούμενους υπό τις ίδιες συνθήκες.
Ως συναφής (ή παρεμφερής) εργασία, για την οποία δεν παρέχεται σχετική αξίωση, θεωρείται η εργασία, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την κύρια εργασία. Τέτοια είναι εργασία προπαρασκευαστική, συμπληρωματική ή παρακολουθηματική της κύριας εργασίας και δεν αλλοιώνει ουσιαστικά τον χαρακτήρα της κύριας εργασίας (ΑΠ 1002/2017).
Τα επιδόματα, που ο εργοδότης οφείλει στον εργαζόμενο, πέραν του βασικού μισθού, ως αντάλλαγμα της κύριας εργασίας του και έχουν σχέση με την προσωπική του κατάσταση (οικογενειακό επίδομα, επίδομα σπουδών) ή με την υπηρεσιακή του κατάσταση (επίδομα τριετιών - πολυετίας, επίδομα θέσεως) ή με τις συνθήκες εργασίας του (επίδομα επικίνδυνης εργασίας, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, επίδομα διαχειριστικών λαθών), διακρίνονται σαφώς της πρόσθετης αμοιβής για την πρόσθετη εργασία.
Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της συγκεκριμένης παροχής, ως πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία ή επιδόματος εργαζομένου, ως κατ' εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας [άρθρα 26 παρ. 3, 87 παρ. 2 Συντάγματος], ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, που ο νόμος ή τα συμβαλλόμενα μέρη προσδίδουν στη συγκεκριμένη παροχή, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στην παροχή, αφού αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και αποδεικνύονται (ΑΠ 1002/2017).
Το π.δ. 246/2006 (ΦΕΚ Α. 261/29.11.2006) "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ και των Κ.Τ.Ε.Λ. ν. 2963/2001" ισχύει, κατά το άρθρο 39 αυτού, από 1.1.2007 και είναι ουσιαστικός νόμος (ΑΠ ολ. 11/2017)? εκδόθηκε δε, κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.1 ν. 2963/2001 (ΦΕΚ Α. 268/23.11.2001). Στο π.δ. 246/2006 ορίζονται (και) τα εξής: "1.- Με τον παρόντα Κανονισμό καθορίζονται τα προσόντα πρόσληψης του προσωπικού των ανωνύμων εταιριών Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) και Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) όλης της χώρας, η υπηρεσιακή κατάσταση, η συμπεριφορά και οι υποχρεώσεις αυτού, οι πειθαρχικές ευθύνες και ποινές, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής αυτών, οι λόγοι και η διαδικασία απόλυσης. 2.- Όπου στον παρόντα Κανονισμό αναφέρεται Κ.Τ.Ε.Λ., νοούνται οι συγκοινωνιακοί φορείς Κ.Τ.Ε.Λ.
ΑΕ και Κ.Τ.Ε.Λ. του ν. 2963/2001" [άρθρο 1]. "1.- Ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται: (α).- Σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ και Κ.Τ.Ε.Λ. (β).- Στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ ή Κ.Τ.Ε.Λ. και στους μετόχους - ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε Κ.Τ.Ε.Λ.
ΑΕ ή Κ.Τ.Ε.Λ., όταν απασχολούνται, ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο, ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό λόγο" [άρθρο 2 παρ.1 εδάφια (α) και (β)]. "Το προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ. διακρίνεται σε έκτακτο και τακτικό. (α).- Έκτακτο είναι το προσωπικό, που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εποχικής ή έκτακτης εργασίας, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες και συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. (β).- Τακτικό είναι το προσωπικό, που κατέχει οργανικές θέσεις και εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες και συνδέεται με το Κ.Τ.Ε.Λ., με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου" [άρθρο 3]. "Ειδικές ρυθμίσεις απασχολούμενων οδηγών, μη υπαγομένων στο προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ. 1.- Οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε Κ.Τ.Ε.Λ.
λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών. ... " [άρθρο 4 παρ.1 εδ. (α)]. "Το απασχολούμενο, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, προσωπικό ασκεί τα παρακάτω ενδεικτικώς αναφερόμενα καθήκοντα, αναλόγως της θέσης απασχόλησής του: ... Β' ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΙΝΗΣΗΣ: ... (4).- Οδηγός:
Διευθύνει την κίνηση και λειτουργία των λεωφορείων και ειδικότερα: (α).- Φροντίζει για την κανονική και ασφαλή οδήγηση του λεωφορείου και είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για κάθε υπαίτια και μόνο βλάβη ή φθορά του λεωφορείου. (β).- Τηρεί τις διατάξεις, που αφορούν την κυκλοφορία και ασφάλεια του λεωφορείου και θέτει σε λειτουργία το σύστημα ψύξης ή θέρμανσης, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και εφ' όσον δεν αντιδρά στη λειτουργία αυτού ομάδα επιβατών. (γ).- Καταβάλλει κάθε προσπάθεια να επιδιορθώσει, επί τόπου, βλάβη του λεωφορείου, που επήλθε την ώρα της υπηρεσίας του ώστε αυτό να μπορεί να επαναλειτουργήσει άμεσα. ... (δ).- Φροντίζει για τον κανονικό εφοδιασμό του λεωφορείου με καύσιμο, λιπαντικά, έλαια μηχανής και νερό και προβαίνει τακτικά στην επιθεώρησή τους για την διαπίστωση της ασφαλούς κυκλοφορίας του. (ε).- Ελέγχει την καθαριότητα του λεωφορείου κατά την ώρα υπηρεσίας του και υποχρεούται να αναφέρει κάθε παράλειψη στον σταθμάρχη. ... (η).- Εκτελεί επακριβώς τα οριζόμενα τακτικά και έκτακτα δρομολόγια και αναφέρει στον σταθμάρχη την τυχόν ύπαρξη και μη εξυπηρέτηση αναμενόντων επιβατών στις ενδιάμεσες στάσεις. (θ).- Υποχρεούται να εκτελεί κάθε δρομολόγιο, το οποίο υποδεικνύουν τα αρμόδια όργανα του Κ.Τ.Ε.Λ. (ι).- Ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, εκτελεί, καθ' οδόν και χρέη εισπράκτορα.
Στην περίπτωση αυτή, καταβάλλεται αποζημίωση, όπως καθορίζεται κάθε φορά στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας / Σ.Σ.Ε. (ή Διαιτητικές Αποφάσεις/Δ.Α.). Επίσης, είναι υποχρεωμένος, όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας, να πληρώνει διόδια και ναύλο με δαπάνες του Κ.Τ.Ε.Λ. (ια).- Σε περίπτωση βλάβης εκδοτικού - ακυρωτικού μηχανήματος λεωφορείου, κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, ο οδηγός υποχρεούται να εκδώσει ή ακυρώσει τα εισιτήρια των επιβατών. (5).- Εισπράκτορας: (α).- Φροντίζει για την κανονική και τακτική είσοδο των επιβατών στο λεωφορείο και την τήρηση της τάξης μέσα σε αυτό, συνεπικουρούμενος στην ανάγκη και από Αστυνομικά Όργανα, την επέμβαση των οποίων υποχρεούται να ζητεί, όταν ο ίδιος δεν δύναται να τηρήσει την τάξη εντός του λεωφορείου. (β).- Απαγγέλει ανελλιπώς τις στάσεις των λεωφορείων και δίδει έγκαιρα στον οδηγό τα ανάλογα με την κίνηση σήματα. (γ).- Εκδίδει και χορηγεί τα κανονικά εισιτήρια σε όσους δεν έχουν εισιτήριο και φορτοκεφορτώνει τις αποσκευές των επιβατών και ασυνόδευτων δεμάτων, κατά τη διάρκεια του εκτελούμενου δρομολογίου. (δ).- Ελέγχει τις μηνιαίες κάρτες, τα δελτία ελεύθερης κυκλοφορίας ή μειωμένης τιμής κομίστρου, καταχωρεί ό,τι υποχρεούται στο φύλλο πορείας και το αποδίδει υποχρεωτικά στην αρμόδια υπηρεσία του Κ.Τ.Ε.Λ. ... (ε).- Καταχωρεί στο ατομικό δελτίο ελέγχου εισιτηρίων: (αα).- Κατά την αναχώρηση του λεωφορείου, σε εκτέλεση οποιασδήποτε διαδρομής, την ώρα αναχώρησης,. (ββ).- Την διαδρομή, που εκτελεί το λεωφορείο. (γγ).- Τον αριθμό του τελευταίου αδιάθετου εισιτηρίου κάθε διαδρομής στην αφετηρία και το τέρμα κάθε διαδρομής ως και στα οριζόμενα ενδιάμεσα σημεία της διαδρομής από τα αρμόδια όργανα του Κ.Τ.Ε.Λ. (δδ).- Παραδίδει τις εισπράξεις του λεωφορείου καθώς και τα φύλλα πορείας, σε υπάλληλο του Κ.Τ.Ε.Λ., που έχει ορισθεί για το έργο αυτό, στις ημέρες, ώρες και τόπο, που ορίζονται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.
ή άλλο αρμόδιο όργανο του οικείου Κ.Τ.Ε.Λ. (στ).- Εκτελεί τις εντολές των Προϊσταμένων του, εκδίδει εισιτήρια σε περισσότερα του ενός λεωφορεία, αλλάζει λεωφορεία καθ' οδόν, με πολυσύχναστα σημεία, που καθορίζονται, με απόφαση του Δ.Σ. του Κ.Τ.Ε.Λ. (ζ).- Μεριμνά, κατά τον χρόνο της υπηρεσίας, για την τήρηση της καθαριότητας στο εσωτερικό του λεωφορείου (υαλοπινάκων, καθισμάτων, τοιχωμάτων και δαπέδου).
Το λεωφορείο παραλαμβάνεται από τον χώρο σταθμεύσεως καθαρό από την προηγούμενη βάρδια και η καθαριότητα στο εσωτερικό αυτού γίνεται από αυτόν, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο τέρμα και την αφετηρία των γραμμών. ... (θ).- Παρέχει στον οδηγό κάθε βοήθεια, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ιδιαίτερα προκειμένου για επιδιόρθωση επιτόπιας βλάβης του λεωφορείου την ώρα πραγματοποίησης του δρομολογίου" [άρθρο 10 παρ. 1 .
Β' στοιχείο (4) εδάφια (α), (β), (γ), (δ), (ε), (η), (θ), (ι), (ια) και στοιχείο (5) εδάφια (α), (β), (γ), (δ), (ε . αα, ββ, γγ, δδ,), (στ), (ζ), (θ)]. Με την 50/2010 Διαιτητική Απόφαση (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης 26/16.11.2010) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης - διακίνησης και του βοηθητικού προσωπικού των ανά τη χώρα Κ.Τ.Ε.Λ.
και του Ροδιακού Οργανισμού Δημοτικών Αυτοκινήτων", προβλέπεται ότι "το επίδομα οδηγών λεωφορείων χωρίς εισπράκτορα, όπως αυτό είχε ορισθεί με την Δ.Α. 8/2009, διατηρείται και, από 1.1.2010, είναι 5,90 ευρώ ανά ημέρα οδηγήσεως λεωφορείου χωρίς εισπράκτορα" [άρθρο 3 παρ.1]. Η συγκεκριμένη παροχή, ως "επίδομα", είχε προβλεφθεί, αρχικά, με την 83/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κινήσεως, διοικήσεως, διαχειρίσεως και βοηθητικού τοιούτου των Αστικών, Υπεραστικών Λεωφορείων απάσης της Χώρας", που ίσχυσε από 16.1.1981 και κηρύχθηκε υποχρεωτική, με την 16291/29.7.1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας [ΦΕΚ Β. 471/10.8.1981].
Ειδικότερα, με την 83/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών ορίσθηκε ότι "εις τους οδηγούς, οι οποίοι οδηγούν λεωφορεία άνευ εισπράκτορος, χορηγείται επίδομα εκ δραχμών 100, ανά ημέρα απασχολήσεως εις λεωφορείον άνευ εισπράκτορος" [άρθρο 'μόνον' - κεφάλαιον Β' επιδόματα παράγραφος 6]. Στη συνέχεια, το ύψος της παροχής αναπροσαρμοζόταν, με τις ρυθμίσεις των επομένων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και Διαιτητικών Αποφάσεων.
Η 6/28.2.2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου/Π.Υ.Σ. (ΦΕΚ Α. 38/28.2.2012) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 ν. 4046/2012(ΦΕΚ Α. 28/14.2.2012) "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας".
Ο ν. 4046/2012, κατά το άρθρο 5 αυτού, ισχύει από 14.2.2012. Στο άρθρο 2 της 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ., το οποίο, κατά το άρθρο 6 αυτής, ισχύει από 28.2.2012 και είναι εντός του πλαισίου της εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε (ΣτΕ ολ. 2307/2014), ορίζεται: "(1).- Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίες συνάπτονται εφ' εξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. (2).- Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν την 14.2.2013. (3).- Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που, την 14.2.2012, βρίσκονται σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27). (4).- Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης, που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί, ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφ' όσον, εν τω μεταξύ, δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν, από τους κανονιστικούς αυτούς όρους, αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι, που αφορούν (α).- τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και (β).- τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφ' όσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει, αμέσως, να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. (5).- Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27) παύουν να ισχύουν. (6).- Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις".
Από τις προηγούμενες διατάξεις του π.δ. 246/2006, σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, συνάγεται ότι αν και ο οδηγός και ο εισπράκτορας ανήκουν στην ίδια (Β) κατηγορία προσωπικού κινήσεως των Κ.Τ.Ε.Λ., το αντικείμενο απασχολήσεώς τους είναι ουσιωδώς διαφορετικό και η απασχόληση του εισπράκτορα δεν είναι παρακολουθηματική, προπαρασκευαστική ή συμπληρωματική της οδηγήσεως εργασίας.
Ειδικότερα, το αντικείμενο απασχολήσεως του οδηγού συνίσταται στην ασφαλή και κανονική οδήγηση του λεωφορείου, ενώ του εισπράκτορα συνίσταται στη χορήγηση των εισιτηρίων σε επιβάτες και στην είσπραξη του αντιτίμου τους, όταν οι επιβάτες δεν είναι ήδη εφοδιασμένοι με εισιτήρια και απόδοση των εισπράξεων στο Κ.Τ.Ε.Λ., στον έλεγχο των καρτών ή εισιτηρίων, με τα οποία οι επιβάτες είναι ήδη εφοδιασμένοι και στην φορτοεκφόρτωση των αποσκευών τους.
Έτσι, η ως άνω απασχόληση καθ' οδόν του οδηγού λεωφορείου με καθήκοντα εισπράκτορα, που παρέχονται από τον οδηγό, εντός του νομίμου ωραρίου του, κατά τρόπο διαρκή, εξ αιτίας του ότι το λεωφορείο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, συνιστά πρόσθετη εργασία του οδηγού, ο οποίος δικαιούται πρόσθετης αμοιβής.
Η ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 10 παρ.1 . Β' στοιχείο 4 εδ. (ι) του π.δ. 246/2006 της υποχρεώσεως του οδηγού σε λεωφορεία, δρομολογούμενα χωρίς εισπράκτορα, να εκτελεί καθ' οδόν και χρέη εισπράκτορα, έναντι αποζημιώσεως, έχει τεθεί για να μην υπάρχει σχετική αμφισβήτηση, ως προς την υποχρέωση αυτή του οδηγού, η οποία, παρά την επιβάρυνση του οδηγού και την συνακόλουθη καθυστέρηση στην εκτέλεση των δρομολογίων, επάγεται την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών από τους κατά τόπους συγκοινωνιακούς φορείς από την αποφυγή προσλήψεως εισπρακτόρων.
Η αναφορά, ως εκ τούτου, στο νόμο, για αποζημίωση, δεν μεταβάλει τη φύση της απασχολήσεως του οδηγού, ασκούντος καθ' οδόν τα καθήκοντα του εισπράκτορα, ως πρόσθετης εργασίας του οδηγού, διαφορετικής εκείνης της κύριας απασχολήσεώς του. Με την 50/2010 Δ.Α. -όπως με την αρχική 83/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών μέχρι και την 50/2010 Δ.Α.- η παροχή για τον οδηγό λεωφορείου χωρίς εισπράκτορα είναι συγκεκριμένου ύψους και χαρακτηρίζεται, ως "επίδομα".
Πλην όμως, ο χαρακτηρισμός της (παροχής), ως "επιδόματος", στον πιο πάνω κανονιστικό όρο της 50/2010 Δ.Α., δεν μεταβάλει τη φύση της, ως πρόσθετης αμοιβής για την κατά τα προεκτεθέντα πρόσθετη εργασία του οδηγού λεωφορείου χωρίς εισπράκτορα. Στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της παροχής αυτής, ως πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη (διαφορετική) εργασία και ανεξαρτήτως του δοθέντος χαρακτηρισμού της, προβαίνει το δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοτικής του λειτουργίας.
Από την 28.2.2012, έπαυσαν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι 1, 4 και 5 ν. 1876/1990, με το άρθρο 2 παρ.5 της 6/2012 Π.Υ.Σ. και, αντί των διατάξεων αυτών, ισχύουν, όσα ορίζονται στο άρθρο 2 της ιδίας 6/2012 Π.Υ.Σ. (ΑΠ 749/2020). Έτσι, διατηρούνται τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας, ενώ, από την 28.2.2012, παύουν να ισχύουν, όσα προβλέπονται για την καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.
Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στη μείωση του μισθολογικού κόστους, με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επί μέρους κλάδων της ελληνικής οικονομίας και αφορά τις αποδοχές των εργαζομένων, στο πλαίσιο της κύριας απασχολήσεώς τους και κατά τη διάρκεια του νομίμου ωραρίου εργασίας τους δεν αφορά, όμως, την αμοιβή για πρόσθετη (διαφορετική) εργασία (ΑΠ 1002/2017).
Τέλος, η νομιμοποίηση των διαδίκων [άρθρο 216 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ] είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενο και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο. Αποτελεί δηλ. η νομιμοποίηση, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Έτσι, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που επιλαμβάνεται της αγωγής, ως προς τη νομιμοποίηση (ή μη) του ενάγοντος ή του εναγομένου ναπροϋποθέτει την παραβίαση από αυτό (δικαστήριο της ουσίας) κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται από τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. 25/2008, ΑΠ ολ. 18/2005, ΑΠ 1002/2017).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 17.4.2019 [Α.Κ. 111/19.4.2019 - Πρωτοδικείο Λάρισας) αίτηση αναιρέσεως. Με αυτή προσβάλλεται η 160/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο δίκασε ως εφετείο. Η 160/2019 απόφαση δημοσιεύθηκε, την 4.4.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 16.10.2017 εφέσεως της εκκαλούσης - αναιρεσείουσας κατά των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων.
Εκκαλούμενη ήταν η 237/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, η οποία δημοσιεύθηκε, την 14.8.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 30.10.2015 αγωγής των εναγόντων - αναιρεσίβλητων κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας. Αφορά δε, η αγωγή χρηματικές απαιτήσεις των εναγόντων - εφεσίβλητων - αναιρεσίβλητων έναντι της εναγομένης - εκκαλούσης - αναιρεσείουσας από παροχή εργασίας.
Με την 237/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, ως προς τους ως άνω διαδίκους, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, κατά την κύρια βάση της, ήτοι από την (έγκυρη) σύμβαση εργασίας. Με την 160/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία και έτσι επικυρώθηκε η 237/2017 πρωτόδικη απόφαση.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015 και ήδη άρθρο614 παρ.3 ΚΠολΔ].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 19.4.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 4.4.2019 (ημερομηνία δημοσιεύσεως της 160/2019 αποφάσεως), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1,577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 160/2019 απόφαση ευθέως παραβίασε "τα άρθρα 216 ΚΠοΔ, 548, 659 ΑΚ, 4 παράγραφοι 1 και 2 ν.δ. 102/1973, 4 και 6 π.δ. 246/2006, 3, 30 ν. 2963/2001, 3, 4 και 6 της Υ.Α.
Οικ. 1189/37/2003, τις διατάξεις της Υ.Α. Β - Οικ. 60195/5172/2003 και τις κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 ν. 2963/2001 σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις (Υ.Α. Β 36933/804/2002)", ως προς την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας, έτσι η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, σε βάρος της αναιρεσείουσας. Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 160/2019 απόφαση ευθέως παραβίασε "τα άρθρα 10 π.δ. 246/2006, 2 και 6 της Π.Υ.Σ. 6/2012, 1 ν. 4046/2012, 216 ΚΠολΔ, 361, 648, 659 ΑΚ και τις διατάξεις της 50/2010 Δ.Α.", έτσι, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία.
Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις: (i).- Με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι η 160/2019 απόφαση, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, παραβίασε ευθέως τα άρθρα 361 και 659 ΑΚ. (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 5 εδ. (β) ΚΠολΔ ότι η 160/2019 απόφαση δεν έλαβε υπ' όψη "πράγμα", που νομίμως προτάθηκε και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπ' όψη "τον λόγο της από 16.10.2017 εφέσεως της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας περί αποδυναμώσεως του ενδίκου δικαιώματος των εφεσίβλητων - αναιρεσίβλητων και καταχρηστικής ασκήσεως αυτού, αλλά ευθέως τον απέρριψε μη νομίμως και εσφαλμένως".
Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις: (i).- Με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι η 160/2019 απόφαση παραβίασε ευθέως "το άρθρο 4 παρ. 4 της 10/2000 Δ.Α., που δεν εφήρμοσε". (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 5 εδ. (β) ΚΠολΔ ότι η 160/2019 απόφαση δεν έλαβε υπ' όψη "πράγματα", που νομίμως προτάθηκαν και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπ' όψη "τις σχετικές ενστάσεις και τον λόγο της από16.10.2017 εφέσεως της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, που απέρριψε με αντιφατική αιτιολογία".
Κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Συγκεκριμένα:
Οι π ρ ώ τ ο ς και δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εκτίθενται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές, δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας στην 160/2019 απόφασή του για το εν μέρει κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής, ως προς κύρια βάση της ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αναιρετικώς, η ευθεία παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, που η αναιρεσείουσα επικαλείται. Αντίθετα, στο δικόγραφο της αναιρέσεως, καθ' όσον αφορά αυτούς τους λόγους, εκτίθεται μέρος της νομικής σκέψεως -μείζονος προτάσεως- της 160/2019 αποφάσεως.
Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς αμφότερες τις μερικότερες αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος και, ειδικότερα: Κατά την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται, σε τι συνίσταται, σε σχέση με τις πραγματικές παραδοχές της 160/2019 αποφάσεως, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, το υπαγωγικό σφάλμα. Κατά την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 5 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός, περιεχόμενος σε λόγο της από 16.10.2017 εφέσεως της εκκαλούσης - αναιρεσείουσας, σε κάθε περίπτωση, όπως η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει, ευθέως απορρίφθηκε. Τούτο σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη από το εφετείο, ανεξάρτητα, αν δεν έγινε δεκτός.
Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς αμφότερες τις μερικότερες αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος και δη: Κατά την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εκτίθενται καθόλου οι πραγματικές παραδοχές, δηλ.
το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας στην 160/2019 απόφασή του για το εν μέρει κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής, ως προς την κύρια βάση της ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αναιρετικώς, η ευθεία παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Περαιτέρω, με όσα η αναιρεσείουσα επικαλείται στην ίδια μερικότερη αιτίαση ότι "οι αντίδικοί της δεν προσέφεραν υπηρεσίες εισπράκτορα, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις, ήτοι τις μισθοδοτικές καταστάσεις, τις σχετικές βεβαιώσεις των οργάνων της και τις καταθέσεις των μαρτύρων της", πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Κατά την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 5 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί, σε κάθε περίπτωση, όπως η ίδια η αναιρεσείουσααναφέρει, ευθέως απορρίφθηκαν. Έτσι, οι ισχυρισμοί αυτοί, σε κάθε περίπτωση, έχουν ληφθεί υπ' όψη από το εφετείο, ανεξάρτητα, αν δεν έγιναν δεκτοί.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 17.4.2019 αίτηση για αναίρεση της 160/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, στο σύνολό της.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ορίζονται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ]. Αυτό το ποσό έκαστος αναιρεσίβλητος δικαιούται, κατ' ίσο μέρος [άρθρο 480 ΑΚ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.4.2019 αίτηση για αναίρεση της 160/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, στο σύνολό της.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζονται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ