1104/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2019 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2016 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Legislator headnote
AI generated1104/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
Full text
Απόφαση 1104 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1104/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Δ., 2) Κ. Β. του Ν., 3) Ε. Β. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κολλιόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της αρχικά καθ'ής η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2019 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2016 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/12/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1, 577, 309 εδ.1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β' ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β' περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ ΑΠ 17/2013).
Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 530/2018, ΑΠ 1613/2018, ΑΠ 1514/2017, ΑΠ 505/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρ. 553 § 1β' ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης, με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους τους, η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Σε αντίθετη περίπτωση, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (Ολ ΑΠ 18/2001, ΑΠ 112/2018, ΑΠ 965/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη δίκη που διεξάγεται μεταξύ του δανειστή αφ' ενός και του εγγυητή και του πρωτοφειλέτη αφ' ετέρου, η μεταξύ των τελευταίων ομοδικία είναι αναγκαστική, μόνο καθ' ο μέρος αντικείμενο της κοινής δίκης, ως προς κάθε ομόδικο, είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής και συνεπώς οι αρχές της εν λόγω αναγκαστικής ομοδικίας περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις, όπου το ζήτημα που πρόκειται να κριθεί αναφέρεται στην κοινή υπεράσπιση πρωτοφειλέτη και εγγυητή ως προς την ύπαρξη του χρέους (ΑΠ 573/2019, ΑΠ 338/2017, ΑΠ 1281/2017) Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 16-7-2009 ανακοπή τους οι αναιρεσείοντες ζήτησαν για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους την ακύρωση της υπ' αριθ. 219/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 299.470,16 ευρώ για κεφάλαιο, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, ως το οφειλόμενο υπόλοιπο από σύμβαση στεγαστικού δανείου, ύψους 300.000 ευρώ, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του πρώτου αυτών (αναιρεσειόντων), με την εγγύηση των λοιπών.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας) με την υπ' αριθ. 50/2013 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή. Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησαν έφεση οι αναιρεσείοντες, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 83/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που απέρριψε την έφεση. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε ερήμην του δευτέρου των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και μάλιστα ορίστηκε σχετικό παράβολο ερημοδικίας.
Οι ομόδικοι (ανακόπτοντες-εκκαλούντες) στη δίκη αυτή, συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, ενόψει της προβολής εκ μέρους τους λόγων ανακοπής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής που αφορούν μόνο στην ύπαρξη του χρέους.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από ή στον ερήμην δικασθέντα δεύτερο των αναιρεσειόντων (εκκαλούντων), αναγκαίο ομόδικο των λοιπών, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τους διαδίκους, όπως δεν προκύπτει ούτε και επίκληση γίνεται και για το αν ο εν λόγω αναιρεσείων παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συνομολογείται η τελεσιδικία της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίνεται, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ασκείται κατ' απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναιρεσείοντες αναγκαίους ομοδίκους.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1,2,4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος" δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως οι αναιρεσείοντες, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1484/2018, ΑΠ 1086/2018, ΑΠ 895/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-12-2016 αίτηση των Δ. Α., Κ. Β. και Ε. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 83/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ