Legislator Case Law & Legislation
1104/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land ownership due to procedural error in voluntary jurisdiction application.

Case Number 1104/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding land ownership disputes. The appellant argued for voluntary jurisdiction procedures, but the court found the correct path required a formal recognition lawsuit under the specific land registry law. Consequently, the appeal was rejected as legally unfounded, and the appellant was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19 of Law 2664/1998 and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the wrong jurisdictional procedure is inadmissible when the substantive law mandates a different, formal litigation track for property recognition.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction land ownership procedural error appeal inadmissibility recognition lawsuit

Cited Legislation

AI generated
Article 19 of Law 2664/1998
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 182(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1104 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1104/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. - Μ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σπανού.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου και συνεκδικάστηκε με την από 15-9-2014 παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2017 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-4-2018 αίτησή του και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 13-3-2019 πρόσθετη παρέμβασή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης (και της πρόσθετης παρέμβασης ο 2ος), καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία όλων των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθμ. 77/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:

Με την από 24.6.2014 αίτησή του - προσφυγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, ο αιτών νυν αναιρεσείων, εξέθετε ότι είναι κύριος τριών γεωτεμαχίων, που βρίσκονται επί της επαρχιακής οδού ..., της δημοτικής ενότητας …., με ΚΑΕΚ ...1008 (το οποίο δεν ανήκει στα επίδικα), ...1009 και ...1014, εκτάσεως 17.020,53 τετρ. μέτρων, 10.365,05 τετρ.

μέτρων (και κατόπιν νεωτέρας καταμέτρησης 10.228,60 τετρ. μέτρων) και 2.814 τετρ. μέτρων, αντίστοιχα. Ότι με την υπ' αριθμ. 119/2014 αίτησή του ενώπιον του Κτηματολογικού Γραφείου … ζήτησε να διορθωθούν τα γεωμετρικά στοιχεία των ανωτέρω δευτέρου και τρίτου ακινήτων, ώστε να προσκυρωθούν στο πρώτο προαναφερόμενο γεωτεμάχιο, κατά πλήρη κυριότητα επ' ονόματί του, δοθέντος ότι εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 10 παρ. 3 του Ν. 998/1979, που έκρινε, ως προς το δεύτερο γεωτεμάχιο ότι δεν πρόκειται για δασική έκταση, όσο και από τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη … ως προς το τρίτο ακίνητο, που έκρινε ομοίως.

Ότι η αίτηση αυτή, παρά το νόμο, απορρίφθηκε από την προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου … διότι δεν είχε επιλυθεί το ζήτημα της επ' αυτών κυριότητας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 119/27.5.2014 απόφαση της προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου …, να διορθωθεί μέρος του υπ' αριθμ.

ΚΑΕΚ ...1009, που αφορά εμβαδόν 10.228,60 τετρ. μέτρων (από το σύνολο των 64.556 τετρ. μέτρων), το οποίο προσκυρούται στο υπό ΚΑΕΚ ...1008 ακίνητο, να διορθωθεί το ΚΑΕΚ ...014 εμβαδού 2.814 τετρ. μέτρων, το οποίο προσκυρούται στο σύνολό του και αυτό στο υπό ΚΑΕΚ ...1008 γεωτεμάχιο και έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός τελικού γεωτεμαχίου επιφανείας 30.063,05 τετρ.

μέτρων, αφού εξαφανισθεί το υπό ΚΑΕΚ ...1014 γεωτεμάχιο και μειωθεί η επιφάνεια του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...1009 κατά 10.228,60 τετρ. μέτρα, επ' ονόματί του και κατά πλήρη κυριότητα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και την κύρια παρέμβαση του κυρίως παρεμβαίνοντος και καθ' ου η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου, απέρριψε με την 8/2015 απόφασή του την κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη και έκανε δεκτή την αίτηση.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το καθ' ου η αίτηση και κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, για τους λόγους που διαλαμβάνονταν στην υπό κρίση έφεσή του, και που ανάγονταν σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά τη συζήτηση αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 77/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 12-10-2015 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 8/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση και αφού δίκασε την από 24-6-2014 αίτηση - προσφυγή απέρριψε αυτή στο σύνολό της, καθώς επίσης και την ασκηθείσα κύρια παρέμβαση του Ελληνικού δημοσίου.

Κατά αυτής της απόφασης άσκησε την κρινόμενη αναίρεση ο αιτών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔικ αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, από το ότι δε η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στο άρθρο 573 παρ. 1, στο οποίο απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες στην αναιρετική διαδικασία διατάξεις του ΚΠολΔικ., δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, γιατί οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔικ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 14/2008, Ολ.ΑΠ 13/2006, Ολ.ΑΠ 25/2004).

Εξ ετέρου από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔικ (Ολ.ΑΠ 5/2003, Ολ.ΑΠ 8/1998, Ολ.ΑΠ 38/1997). Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως αυτά, είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, δηλαδή κριτήριο του εννόμου συμφέροντος είναι οι δυσμενείς εις βάρος του παρεμβαίνοντος συνέπειες της απόφασης, δηλαδή του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας.

Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, συνεπάγεται την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης ως απαράδεκτης (Ολ.ΑΠ 5/2003, Ολ.ΑΠ 8/1998, ΑΠ 1343/2015). Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επιδίκου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο.

Εξάλλου, από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κυρίας και της πρόσθετης παρεμβάσεως διατάξεις των άρθρων 79 και 80 ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αιτήσεως είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (βλ.

ΑΠ 208/2017, ΑΠ 148/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση η ΑΕ με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ.", με την από 13-3-2019 παρέμβασή της, παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος Α. - Μ. Φ. και ζητάει να υπερβεί η δίκη υπέρ αυτού, επικαλούμενη, ως έννομο προς τούτο συμφέρον, την αγορά από την ίδια των επιδίκων εκτάσεων από τον αναιρεσείοντα, και την προσβολή της κτηθείσας με αυτόν τον τρόπο κυριότητάς της επί αυτών με τις θέσεις του αναιρεσιβαλλόμενου, σε περίπτωση αρνητικής εκβάσεως της δίκης.

Η παρέμβαση αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους διαδίκους, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ …87Γ'/18-3-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Π. Ζ. και υπ' αριθμ. …97ΣΤ/18-3-2019 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ.. Ενόψει τούτων εφόσον η προσθέτως παρεμβαίνουσα δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την έκβαση της δίκης υπέρ του αναιρεσείοντος Α. - Μ.

Φ., με τον οποίο την συνδέει η έννομη σχέση της αγοραπωλησίας των επιδίκων ακινήτων προς την ίδια από εκείνον και επικαλείται αντανακλαστικές συνέπειες της εκδοθησομένης αποφάσεως για την προαναφερθείσα αγοραπωλησία από την υπέρ του Δημοσίου έκβαση της δίκης, η πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

Για τον χαρακτηρισμό μιας εκτάσεως ως δασικού ή μη χαρακτήρα, αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την υπ' αριθμ. 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του Ν. 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (Ολ.ΣτΕ 32/2013, Ολ.ΣτΕ 34/2013).

Εξάλλου με το άρθρο 14 του Ν. 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιάς έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008). Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 Ν. 998/79) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της.

Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του Ν. 998/1979, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου.

Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρησης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΣτΕ 5012/2013, ΑΠ 1182/2018).

Κατά το άρθρο 19 παρ. 2 ν. 2664/1998, αν υπάρχουν σφάλματα που αφορούν σε γεωμετρικά στοιχεία των κτηματολογικών εγγράφων, ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου προβαίνει σε διόρθωση ύστερα από αίτηση όπου έχει έννομο συμφέρον. Η αίτηση αυτή καταχωρίζεται, με ποινή απαραδέκτου, στα κτηματολογικά φύλλα στη θέση που καταχωρίζεται και η κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 13 αγωγή.

Αν η αποδοχή της αίτησης μπορεί να επηρεάσει δικαιώματα όμορων δικαιούχων, κοινοποιείται με κοινή απαραδέκτου, στους όμορους δικαιούχους. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η διόρθωση μπορεί να αφορά τόσο πρώτες εγγραφές όσο και μεταγενέστερες εγγραφές. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 8 του ιδίου νόμου με την αίτηση αυτή, με την οποία ζητείται η διόρθωση του καταχωρισθέντος εμβαδού του ακινήτου ή άλλων στοιχείων της πρώτης εγγραφής, δεν επιτρέπεται να τίθενται υπό αμφισβήτηση τα όρια των όμορων ακινήτων ή τα δικαιώματα τρίτων προσώπων επ` αυτών.

Η διόρθωση των ανακριβών γεωμετρικών στοιχείων των κτηματολογικών εγγραφών προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 6, 18, 19 παρ. 2 και 20 ν. 2664/1998 και γίνεται είτε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, είτε με απόφαση του προϊσταμένου του κτηματολογικού γραφείου μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον. Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την ως άνω διόρθωση εξαρτάται από τη φύση της κτηματολογικής εγγραφής.

Συγκεκριμένα αν η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή αφορά διόρθωση η οποία απαιτεί επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης π.χ. όταν το γεωτεμάχιο εμφανίζεται με μικρότερο εμβαδόν από αυτό που έχει ο δικαιούχος και το ελλείπον τμήμα φέρεται ως μέρος της όμορης ιδιοκτησίας της οποίας ο ιδιοκτήτης δεν συναινεί στη διόρθωση, ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας, τότε η διόρθωση μπορεί να γίνει μόνο με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου Δικαστηρίου, με την άσκηση αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, όπως είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 24 Ν. 3983/2011 και στη συνέχεια με τo άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 4164/2013 και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης προσφυγής (αναγνωριστική ή διεκδικητική αγωγή ενώπιον του καθ' ύλη και κατά τόπον αρμοδίου πρωτοδικείου στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 8 του ιδίου νόμου με την αίτηση αυτή, με την οποία ζητείται η διόρθωση του καταχωρισθέντος εμβαδού του ακινήτου ή άλλων στοιχείων της πρώτης εγγραφής, δεν επιτρέπεται να τίθενται υπό αμφισβήτηση τα όρια των όμορων ακινήτων ή τα δικαιώματα τρίτων προσώπων επ' αυτών.(ΑΠ 1632/2011).

Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του ν. 2664/1998 ("Περί Εθνικού Κτηματολογίου") 1 παρ. 2 εδάφ. α` και παρ. 3 περ. α`, 6 παρ. 1, 2 και 3, όπως η παρ. 2 ίσχυε μετά την αρχική τροποποίησή της με το άρθρο 5 του ν. 3552/2007 και η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3481/2006, συνάγεται ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής.

Αντικείμενο της εν λόγω δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει.

Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι` αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιημένη αυτή διάταξη ορίζεται (κατά μεταγλώττιση βάσει του άρθρου 2 παρ. 3 εδάφ.

θ` ν. 4164/2013) ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου..." (ΑΠ 208/2017, ΑΠ 148/2014, ΑΠ 632/2013, ΑΠ 259 - 258/2013). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να προβαίνει σε χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση του καθενός από αυτά, αρκεί από όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ειδικότερα στο λόγο αυτό μνημονευόμενα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και παραδεκτά προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς αντίκρουση της έφεσης του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία το τελευταίο ζητούσε την απόρριψη της αίτησής του, και από τα οποία, όπως ισχυρίζεται αυτός, αποδεικνύεται χωρίς αμφιβολία ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις δεν είναι δάση ή δασικές και δεν περιλαμβάνονται εντός της έκτασης των 200 στρεμμάτων που αμετάκλητα έχουν κριθεί ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και ως εκ τούτου δεν πρόκειται για διάγνωση αμφισβητούμενου ιδιοκτησιακού δικαιώματος η έλλειψη αμφισβήτησης του οποίου αποτελεί προϋπόθεση της δίκης για διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή, το με αριθμ.

πρωτ. 113334/4951/12-9-2014 έγγραφο της Γενικής διεύθυνσης Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος, το υπ' αριθμ. 90029/4274/16-7-2014 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων, το με αριθμ. 145740/25-11-2013 έγγραφο της Γενικής Διεύθνσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελ/νήσου - Δυτικής Ελλάδος, το με αριθμ. 9093/200/6-2-2014 έγγραφο του Δασάρχη …και το με αριθμ.

ΑΠ1415641/ΝΔ1782 από 16-6-2014 έγγραφο της Νομικής Διεύθυνσης του ... ΑΕ, από τα οποία σε συνδυασμό με τη με αριθμ. 69/2013 απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης δασικών Αμφισβητήσεων του νομού Λακωνίας προκύπτει ότι για έκταση εμβαδού 10.365,05 τ.μ. που έχει δηλωθεί από το Δασαρχείο …. ως δημόσια έκταση λόγω του δασικού χαρακτήρα κρίθηκε τελεσίδικα ότι το επίμαχο τμήμα δεν είναι δάσος ή δασική έκταση.

Επιπρόσθετα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το προσκομισθέν με τις προτάσεις έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι στους δασικούς χάρτες που αναρτήθηκαν στις 3-2-2017 η επίδικη έκταση εμφανίζεται από το Ελληνικό Δημόσιο ως μη δασική.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο αιτών υπέβαλε προς το Κτηματολογικό Γραφείου … την υπ' αριθμ. πρωτ. 119/27.5.2014 αίτηση διόρθωσης σφαλμάτων, που αφορούν γεωμετρικά στοιχεία του άρθρου 19 του Ν. 2664/1998 ως προς το γεωτεμάχιο κυριότητάς του υπό ΚΑΕΚ ...1008, εμβαδού 17.021 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται επί της επαρχιακής οδού ... της δημοτικής ενότητας …., στη θέση "…..", εντός του οποίου υφίσταται εγκαταλειμμένη και από ετών μη λειτουργούσα ξενοδοχειακή μονάδα (ανεγερθείσα στις αρχές της δεκαετίας του 1970), αιτούμενος ειδικότερα την προσκύρωση σ' αυτό τμήματος του ακινήτου υπό ΚΑΕΚ ...1009, εμβαδού 10.228,60 τετρ.

μέτρων και ολοκλήρου του ακινήτου υπό ΚΑΕΚ ...1014, εμβαδού 2.814 τετρ. μέτρων. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την ταυτάριθμη απόφαση της προϊσταμένης του εν λόγω κτηματολογικού γραφείου, με την αιτιολογία ότι δεν έχει επιλυθεί το ζήτημα της κυριότητας επ' αυτών. Πράγματι, τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...1009, εμβαδού 64.556 τετρ.

μέτρων και ΚΑΕΚ ...1014, εμβαδού 2.814 τετρ. μέτρων φέρονται αποκλειστικής κυριότητας (100%) του Ελληνικού Δημοσίου. Επί των γεωτεμαχίων αυτών το εκκαλούν διατείνεται ότι έχει καταστεί αμετάκλητα αποκλειστικός κύριος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 781/1985 απόφασης του Αρείου Πάγου, το οποίο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 10/1974 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, απέρριψε την από 17.12.1971 διεκδικητική αγωγή του ήδη αιτούντος και προσφεύγοντος Α. - Μ.

Φ., επί εκτάσεως 200 περίπου στρεμμάτων, κείμενη στη θέση "…." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …., αποτελούμενη από τέσσερα τμήματα, γνωστά υπό τις ονομασίες "...", "...", "..." και "...", δεχόμενο ότι η έκταση αυτή συνιστά (δημόσια) δασική έκταση, ανήκουσα κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. Σημειωτέον, ότι στην ανωτέρω τότε διεκδικούμενη από τον ήδη αιτούντα έκταση των 200 στρεμμάτων περίπου, δεν συμπεριλαμβάνετο το μη αμφισβητούμενο σε κάθε περίπτωση από το Ελληνικό Δημόσιο γεωτεμάχιο, επί του οποίου αναγέρθηκε η ξενοδοχειακή μονάδα, έκτασης, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, 28 στρεμμάτων, η οποία ως μη επίδικη δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της ανωτέρω απόφασης.

Μεταξύ των διαδίκων υφίσταται σφοδρή αντιδικία σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας επί των δύο επίδικων ακινήτων. Ειδικότερα, ο αιτών ισχυρίζεται ότι τμήματα των ανωτέρω υπό ΚΑΕΚ ...1009 και ...01014 γεωτεμαχίων, τα οποία δυνάμει της υπ' αριθμ. ...82/1879/2012 πράξης χαρακτηρισμού έκτασης του Δασάρχη …. καθώς και της υπ' αριθμ. 69/2013 απόφασης της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού ….

χαρακτηρίστηκαν ως μη δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται στη μη αμφισβητούμενη έκταση των 28 στρεμμάτων, αντιθέτως δε το εκκαλούν διατείνεται ότι οι επίδικες εκτάσεις, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 44976/1947/4.6.2014 έγγραφο του Τμήματος Δασικών χαρτογραφήσεων και την ταυτάριθμη εισήγηση της δασολόγου Σ. Ζ., βρίσκονται εντός της έκτασης των 200 στρεμμάτων, που αμετάκλητα έχει κριθεί ότι ανήκουν σ' αυτό κατά πλήρη κυριότητα.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της επίδικης έκτασης ως μη δασικής δεν επιφέρει άνευ ετέρου την απώλεια του εμπράγματος δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτής.

Συνεπώς, με την υπό κρίση αίτηση - προσφυγή διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων φέρεται ουσιαστικά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης και όχι απλά η διόρθωση εκείνων των στοιχείων της κτηματολογικής εγγραφής που αφορούν στο εμβαδόν του ακινήτου, στις πλευρικές διαστάσεις και στο σχήμα του σε σχέση με την πραγματική κατάσταση και τους τίτλους κτήσης του κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου έφεσης.

Επομένως, η αιτούμενη με την υπό κρίση αίτηση - προσφυγή διόρθωση μπορεί να διαταχθεί μόνο κατόπιν αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, που δικάζει επί αναγνωριστικής αγωγής, κατά την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2664/ 1998 και όχι με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία εισάγεται η κρινόμενη αίτηση κατ' άρθρο 19 του Ν. 2664/ 1998, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων της έφεσης.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση που είπε τα αντίθετα και έκανε δεκτή την αίτηση, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει, δεκτής γενομένης της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη. Μετά ταύτα το παρόν Δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και εκδικάζοντας αυτή απορρίπτει την αίτηση καθώς και την κύρια παρέμβαση, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθόσον το κυρίως παρεμβαίνον είχε ήδη καταστεί διάδικος, διότι ο αρμόδιος για τον προσδιορισμό δικασίμου της αίτησης Δικαστής είχε διατάξει την κατ' άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ.

κλήτευσή του". Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων στην από 24-6-2014 αίτηση - προσφυγή, αποδείχθηκαν "από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα, καθόσον τα περισσότερα εξ αυτών μνημόνευσε ειδικά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο αυτό να κάνει, ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών εγγράφων, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων και ειδικότερα αναφορικά με το χαρακτηρισμό των επίδικων εκτάσεων και την αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος επ' αυτής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν. 2664/1998 καθώς και τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 998/1979 που ναι μεν εισάγουν, κατά βάση, δικονομικό δίκαιο, καθόσον προσδιορίζουν τον τρόπο, τη διαδικασία και τους δικαιούχους της διόρθωσης (τους νομιμοποιούμενους σε αίτηση κ.λπ.

διόρθωσης) των κτηματολογικών εγγραφών (ΑΠ 1342/2015), είναι όμως και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 632/2013), αναγόμενες στη νομιμότητα του αντικειμένου της αίτησης κ.λπ. και στη θεμελίωση της έννομης συνέπειας που κρίθηκε. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο έσφαλε τόσο στην ερμηνεία όσο και στην εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν. 2664/1998, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 998/1979 κρίνοντας ότι "ο χαρακτηρισμός της επίδικης έκτασης ως μη δασικής δεν επιφέρει άνευ ετέρου την απώλεια του εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτής και ότι ως εκ τούτου με την υπό κρίση αίτηση - προσφυγή διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων φέρεται ουσιαστικά ενώπιον του Εφετείου, η επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης και όχι απλά η διόρθωση εκείνων των στοιχείων της κτηματολογικής εγγραφής, που αφορούν στο εμβαδόν του ακινήτου, στις πλευρικές διαστάσεις και στο σχήμα του σε σχέση με τη πραγματική κατάσταση και τους τίτλους κτήσης του...

η οποία μπορεί να διαταχθεί μόνο κατόπιν αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, που δικάζει επί αναγνωριστικής αγωγής, κατά τη τακτική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 και όχι με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία εισάγεται η κρινόμενη αίτηση κατ' άρθρο 19 του Ν. 2664/1998".

Όπως αναφέρθηκε στη σχετική μείζονα σκέψη για τον χαρακτηρισμό μιας εκτάσεως ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει. Με το άρθρο 14 του Ν. 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιάς έκτασης ως δασικής ή μη με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες ανεξάρτητα από το αν η έκταση είναι δημόσια ή ιδιωτική, Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας.

Περαιτέρω η διόρθωση των ανακριβών γεωμετρικών στοιχείων των κτηματολογικών εγγραφών προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 6, 18, 19 παρ. 2 και 20 ν. 2664/1998 και γίνεται είτε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, είτε με απόφαση του προϊσταμένου του κτηματολογικού γραφείου μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον.

Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την ως άνω διόρθωση εξαρτάται από τη φύση της κτηματολογικής εγγραφής. Συγκεκριμένα αν η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή αφορά διόρθωση η οποία απαιτεί επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης, τότε η διόρθωση μπορεί να γίνει μόνο με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου Δικαστηρίου, με την άσκηση αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, όπως είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 24 Ν. 3983/ 2011 και στη συνέχεια με τo άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 4164/2013 και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης προσφυγής (αναγνωριστική ή διεκδικητική αγωγή ενώπιον του καθ' ύλη και κατά τόπον αρμοδίου πρωτοδικείου στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας).

Επομένως εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο έκρινε ότι με την αιτούμενη με την υπό κρίση αίτηση διόρθωση γεωμετρικών στοιχείων φέρεται ουσιαστικά ενώπιον του Εφετείου, η επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης και όχι απλά η διόρθωση εκείνων των στοιχείων της κτηματολογικής εγγραφής, που αφορούν στο εμβαδόν του ακινήτου, στις πλευρικές διαστάσεις και στο σχήμα του σε σχέση με την πραγματική κατάσταση και τους τίτλους κτήσης του, αυτή μπορεί να διαταχθεί μόνο κατόπιν αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, που δικάζει επί αναγνωριστικής αγωγής, κατά την τακτική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 και όχι με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία εισάγεται η κρινόμενη αίτηση κατ' άρθρο 19 του Ν. 2664/1998 και γι' αυτό το λόγο απέρριψε την αίτηση, δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου, δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί ως προς το ζήτημα του εάν η επίδικη διόρθωση απαιτεί επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης (η οποία μπορεί να διαταχθεί μόνο με αμετάκλητη δικαστική απόφαση του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, κατόπιν ασκήσεως αγωγής), δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ανατροπής ή μη του (μαχητού) τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των ακινήτων με αριθμούς ΚΑΕΚ ...1009 και ...01014, η οποία έχει πραγματοποιηθεί δυνάμει της τελεσίδικης με αριθμό 69/2013 απόφασης της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Διαφορών του …..

με την οποία απερρίφθηκαν οι αντιρρήσεις που είχαν ασκηθεί από τη Διεύθυνση Δασών κατά της με αριθμό ...82/1879/26.10.2012 πράξεως χαρακτηρισμού του Δασάρχη …., ενώ προσέτι δέχεται αντιφατικά ότι στην με αριθμό 781/1985 απόφαση του Αρείου Πάγου, ρητά αναφέρεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαίωμα κυριότητας, αμφισβητώντας αυτή του αιτούντος, σε έκταση 200 περίπου στρεμμάτων στην αυτή επίδικη περιοχή, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτήν έκταση 28 περίπου στρεμμάτων, επί της οποίας το Δημόσιο αναγνώρισε δικαίωμα κυριότητας του αιτούντος (και τότε ενάγοντος), Περαιτέρω ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σφάλει κρίνοντας όλως αντιφατικώς ότι "εν προκειμένω υφίσταται μεταξύ των αντιδίκων σφοδρή αντιδικία σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας επί των δύο επίδικων ακινήτων".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, τα ακόλουθα: "...τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...1009, εμβαδού 64.556 τετρ. μέτρων και ΚΑΕΚ ...1014, εμβαδού 2.814 τετρ. μέτρων φέρονται αποκλειστικής κυριότητας (100%) του Ελληνικού Δημοσίου. Επί των γεωτεμαχίων αυτών το εκκαλούν διατείνεται ότι έχει καταστεί αμετάκλητα αποκλειστικός κύριος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 781/1985 απόφασης του Αρείου Πάγου, το οποίο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 10/1974 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, απέρριψε την από 17.12.1971 διεκδικητική αγωγή του ήδη αιτούντος και προσφεύγοντος Α. - Μ.

Φ., επί εκτάσεως 200 περίπου στρεμμάτων, κείμενη στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …., αποτελούμενη από τέσσερα τμήματα, γνωστά υπό τις ονομασίες "...", "...", "..." και "...", δεχόμενο ότι η έκταση αυτή συνιστά (δημόσια) δασική έκταση, ανήκουσα κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. Σημειωτέον, ότι στην ανωτέρω τότε διεκδικούμενη από τον ήδη αιτούντα έκταση των 200 στρεμμάτων περίπου, δεν συμπεριλαμβάνετο το μη αμφισβητούμενο σε κάθε περίπτωση από το Ελληνικό Δημόσιο γεωτεμάχιο, επί του οποίου αναγέρθηκε η ξενοδοχειακή μονάδα, έκτασης, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, 28 στρεμμάτων, η οποία ως μη επίδικη δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της ανωτέρω απόφασης.

Μεταξύ των διαδίκων υφίσταται σφοδρή αντιδικία σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας επί των δύο επίδικων ακινήτων. Ειδικότερα, ο αιτών ισχυρίζεται ότι τμήματα των ανωτέρω υπό ΚΑΕΚ ...1009 και ...01014 γεωτεμαχίων, τα οποία δυνάμει της υπ' αριθμ. ...82/1879/2012 πράξης χαρακτηρισμού έκτασης του Δασάρχη …. καθώς και της υπ' αριθμ. 69/2013 απόφασης της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού …..

χαρακτηρίστηκαν ως μη δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται στη μη αμφισβητούμενη έκταση των 28 στρεμμάτων, αντιθέτως δε το εκκαλούν διατείνεται ότι οι επίδικες εκτάσεις, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 44976/1947/4.6.2014 έγγραφο του Τμήματος Δασικών χαρτογραφήσεων και την ταυτάριθμη εισήγηση της δασολόγου Σ. Ζ., βρίσκονται εντός της έκτασης των 200 στρεμμάτων, που αμετάκλητα έχει κριθεί ότι ανήκουν σ' αυτό κατά πλήρη κυριότητα.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της επίδικης έκτασης ως μη δασικής δεν επιφέρει την απώλεια του εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού δημοσίου επ' αυτής...". Από το παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για απόρριψη της αίτησης και ειδικότερα περί της υφιστάμενης ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης και εντεύθεν περί της υφισταμένης σφοδρής αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας επί των δύο επιδίκων ακινήτων, ενώ ακόμη περιέχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, έτσι ώστε καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της διόρθωσης του εμβαδού των ακινήτων του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα: Το Εφετείο, δέχθηκε ότι ο χαρακτηρισμός της επίδικης έκτασης ως μη δασικής δεν επιφέρει την απώλεια του εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού δημοσίου επ' αυτής και ότι μεταξύ των διαδίκων υφίσταται σφοδρή αντιδικία σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας επί των δύο επίδικων ακινήτων, καθόσον ο αιτών και νυν αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι τμήματα των ανωτέρω υπό ΚΑΕΚ ...1009 και ...01014 γεωτεμαχίων, τα οποία δυνάμει της υπ' αριθμ. ...82/1879/2012 πράξης χαρακτηρισμού έκτασης του Δασάρχη …..

καθώς και της υπ' αριθμ. 69/2013 απόφασης της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού …., χαρακτηρίστηκαν ως μη δασικές εκτάσεις, περιλαμβάνονται στη μη αμφισβητούμενη έκταση των 28 στρεμμάτων, αντιθέτως δε το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο διατείνεται ότι οι επίδικες εκτάσεις, σύμφωνα με το υπ' αριθμ.

πρωτ. 44976/1947/4.6.2014 έγγραφο του Τμήματος Δασικών χαρτογραφήσεων και την ταυτάριθμη εισήγηση της δασολόγου Σ. Ζ., βρίσκονται εντός της έκτασης των 200 στρεμμάτων, που αμετάκλητα έχει κριθεί ότι ανήκουν σ' αυτό κατά πλήρη κυριότητα και ότι με την υπό κρίση αίτηση διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων φέρεται ουσιαστικά ενώπιον του Εφετείου, η επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης και όχι απλά η διόρθωση εκείνων των στοιχείων της κτηματολογικής εγγραφής, που αφορούν στο εμβαδόν του ακινήτου, στις πλευρικές διαστάσεις και στο σχήμα του σε σχέση με τη πραγματική κατάσταση και τους τίτλους κτήσης του, η οποία μπορεί να διαταχθεί μόνο κατόπιν αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, που δικάζει επί αναγνωριστικής αγωγής, κατά την τακτική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 και όχι με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία εισάγεται η κρινόμενη αίτηση κατ' άρθρο 19 του Ν. 2664/1998.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012), και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/18-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Ενόψει της προηγούμενης απορρίψεως της αίτησης αναίρεσης για τους λόγους που αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω και περάτωσης, ως εκ τούτου, της κυρίας δίκης, καταργείται, αυτοδικαίως, και η δίκη που δημιουργείται με την πρόσθετη παρέμβαση, καθόσον αυτή δεν έχει αυτοτελή και ανεξάρτητη ύπαρξη, αλλά παρακολουθηματικό χαρακτήρα ως προς την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την προαναφερόμενη αίτηση αναίρεσης, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί.

Τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζονται μειωμένα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, λόγω της ήττας του διαδίκου για το συμφέρον του οποίου ασκήθηκε η πρόσθετη παρέμβαση, θα επιβληθούν σε βάρος της εταιρίας που άσκησε την πρόσθετη παρέμβαση (άρθρο 182 παρ. 1 ΚΠολΔ), μη εφαρμοζομένου εν προκειμένω του άρθρου 746 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει αντιδικία και δεν μπορεί να ισχύσει η αρχή της ήττας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 25-4-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11/2018 αίτηση του Α. - Μ. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 77/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας και την από 13-3-2019 και με αριθμ. κατ. 4/2019 πρόσθετη παρέμβαση της ΑΕ με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" υπέρ του αναιρεσείοντος Α. - Μ. Φ..

Δέχεται τυπικά την πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την αναίρεση καθώς και την πρόσθετη παρέμβαση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και

Καταδικάζει την προσθέτως παρεμβαίνουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, σε βάρος του οποίου άσκησε την πρόσθετη παρέμβαση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ