1104/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Α. Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη -εισηγητή και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1104/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Full text
Απόφαση 1104 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1104/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Α. Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη -εισηγητή και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Απριλίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Ν. Τ. του Ε., ..., 2.Ι. Τ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Βεργανελάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Αποστολάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-3-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2015 του ιδίου Δικαστηρίου και 51/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του τελευταίου άρθρου (1051 ΑΚ) συνάγεται ότι ο αποκτών τη νομή με παράγωγο τρόπο δεν δύναται να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κυριότητα σε ακίνητο με χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει ίδια νομή επί τον απαιτούμενο (για τη χρησικτησία) χρόνο, αλλά με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, εναντίον του τελευταίου τούτου ή κατ` εκείνου στον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπάροχος του με σύμβαση που μεταγράφηκε, διότι τούτο έρχεται σε αντίθεση προς τους θεσμούς της χρησικτησίας και της δημοσιότητας των μεταβιβαστικών πράξεων που αφορούν ακίνητα (ΑΠ 2069/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την γενομένη δεκτή διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης: " Η ενάγουσα κατέστη κυρία ενός ακινήτου οικοπέδου, αρχικού εμβαδού....
κειμένου στην κτηματική περιφέρεια του ..., Περιφερειακής ενότητας Χανίων, επί της κεντρικής πλατείας του οικισμού ... που συνορεύει βόρεια με......, νότια με ....., ανατολικά με ...... και δυτικά με .... μετά των επ' αυτού ισογείων κτισμάτων, συνολικού εμβαδού 182,06 τ.μ. ήτοι : α) ενός ισογείου καταστήματος, κείμενου ανατολικά, εμβαδού 44,46 τ.μ.
β) ενός ισογείου καταστήματος κείμενου δυτικά, εμβαδού 47,15 που συνορεύει ...... και γ) μιας αποθήκης κείμενης ανάμεσα στα ανωτέρω καταστήματα και εν επαφή με αυτά, εμβαδού 90,45 τ.μ. που συνορεύει..... Την κυριότητα του άνω ακινήτου μετά των υπερκειμένων του, η ενάγουσα απέκτησε με παράγωγο τρόπο α) κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του πατέρα της, Σ.
Τ. του Ε., ο οποίος απεβίωσε στις 24-1-1981, άνευ διαθήκης, καταλίποντας μοναδικούς, εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την σύζυγό του Θ. το γένος Σ. Κ. και την τότε ανήλικη, και ήδη ενήλικη θυγατέρα του, ενάγουσα Α. Τ., την οποία κληρονομία αυτή αποδέχθηκε, όπως και η μητέρα της δυνάμει της υπ' αριθ. …7/21-5-1985 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Χανίων Γ.
Κ., νομίμως μεταγραφείσης.... και β) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου λόγω γονικής παροχής από την μητέρα της, δυνάμει του υπ' αρ. ..687/8.9.2004 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντος..... Ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας- και της μητέρας της- Σ. Τ. του Ε., είχε καταστεί κύριος του άνω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, και δη, λόγω δωρεάς από τον αληθή κύριο αυτού, πατέρα του, Ε.
Τ. του Ι., δυνάμει του υπ' αριθ. ..8/1.12.1975 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Α. Μ., νομίμως μεταγραφέντος.... Την άνω δωρεά προσέβαλαν οι εκκαλούντες (εναγόμενοι) ασκώντας την υπ' αριθ.... αγωγή μέμψης αστόργου δωρεάς, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κατά της ενάγουσας και της μητέρας της, εκδοθείσης της υπ' αριθ. 201/2009 απόφασης του άνω δικαστηρίου, που έκρινε ότι η δωρεά προς τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας (Σ.
Τ.) έγινε προς αυτόν από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και απέρριψε την αγωγή, η οποία τελεσιδίκησε με την υπ' αριθ. 148/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, καταστάσης αμετάκλητης με την υπ' αριθ. 1732/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Τον Νοέμβριο του 1988, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, οι εναγόμενοι κατέλαβαν το δυτικό τμήμα του οικοπέδου και δη, το δυτικό κατάστημα και την εφαπτόμενη αυτού αποθήκη, που τότε ήταν ακόμα ημιτελή κτίσματα, μετέφεραν εκεί οικοδομικά υλικά, έκτισαν τους εσωτερικούς τοίχους και έτσι διαμόρφωσαν προς την δυτική πλευρά του ημιτελούς κτίσματος, ένα κατάστημα 47,15 τ.μ.
και μία αποθήκη 90,45 τ.μ., που έκτοτε κατέλαβαν και χρησιμοποιούσαν ως γραφείο ενοικίασης μοτοσυκλετών και χώρο αποθήκευσης αυτών. Η Θ. Τ., ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης τότε θυγατέρας της Α. (νυν ενάγουσας) κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά των άνω εναγομένων, εκδοθείσης της υπ' αριθ. 162/1989 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων και εν συνεχεία, κατόπιν ασκηθείσης έφεσης, της υπ' αριθ. 349/1989 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που αναγνώρισε τις αιτούσες προσωρινά συννομείς του επιδίκου ακινήτου και διέταξε την αποβολή των καθ' ων από αυτό και την απόδοσή του στις αιτούσες.
Την άνω απόφαση, η μητέρα της ενάγουσας, ενεργώντας για τον εαυτό της και για την εκπροσωπούμενη ανήλικη θυγατέρα της, Α. (ενάγουσα) εκτέλεσε στις 24-10-1989 δυνάμει της....... έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή..... Ωστόσο, παρά την αποβολή τους, οι εναγόμενοι από τον Φεβρουάριο 1990, εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν το δυτικό κατάστημα και την αποθήκη, παρά τη δικαστική απαγόρευση για κάθε μελλοντική προσβολή της νομής των αντιδίκων τους.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι μεταξύ αυτών και των αντιδίκων τους, καταρτίσθηκε συμβιβασμός τον Νοέμβριο του 1988, στα πλαίσια του οποίου αυτοί ανέλαβαν και ολοκλήρωσαν με δαπάνες τους και παρέδωσαν στην ενάγουσα, έτοιμο προς χρήση και εκμετάλλευση ("με το κλειδί στο χέρι") το ανατολικό κατάστημα, εμβαδού 44,46 τ.μ., το οποίο ήταν ημιτελές, καταβάλλοντας στον εργολάβο Χ.
Γ., ο οποίος εκτέλεσε "πακέτο" τις αναγκαίες εργασίες, το ποσό των 70.095 ευρώ, ενώ η ενάγουσα και η μητέρα της τους μεταβίβασαν ατύπως την κυριότητα του 50% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, με δικαίωμα αποκλειστικής νομής και χρήσης του δυτικού καταστήματος και της αποθήκης (επιδίκου). Ωστόσο όμως, τέτοια συμφωνία (συμβιβασμός) δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε ποτέ χώρα, μη συνταχθέντος οποιουδήποτε εγγράφου περί ταύτης λαμβανομένων υπόψιν των διαταραγμένων σχέσεων των διαδίκων, οπότε τούτο ήταν επιβεβλημένο για την διασφάλιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων.
Περί ανυπαρξίας της άνω συμφωνίας, σαφώς κατέθεσε ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυς - σύζυγος της ενάγουσας, επιρρωνυομένου τούτου και από το γεγονός ότι οι εκκαλούντες - εναγόμενοι μέχρι το θάνατο του αδελφού τους, Σ. Τ. το έτος 1981, δεν είχαν εκδηλώσει κανένα δικαίωμα ούτε επί του ανωτέρω οικοπέδου ούτε επί του επ' αυτού ημιτελούς κτίσματος, χρησιμοποιώντας απλώς με θέληση απλού κατόχου, αδιαμόρφωτο τμήμα του κατά τους χειμερινούς μήνες, και κυρίως από τον Νοέμβριο έως τον Φεβρουάριο κάθε έτους, ως πρόχειρο συσκευαστήριο πορτοκαλιών, για τις ανάγκες του παντοπωλείου που διατηρούσαν σε έτερο κτίσμα επί άλλου ακινήτου, κειμένου παραπλεύρως του επιδίκου.
Εξάλλου, ο δεύτερος εναγόμενος Ι. Τ.ς, στις 4-4-1989 κρίθηκε ένοχος από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων για παραβίαση της άνω αναφερθείσης υπ' αριθ. 162/1989 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων ενώ, με την υπ' αριθ. 2061/1993 απόφαση του Τριμελούς Πλημ. Χανίων, η μητέρα της ενάγουσας (Θ. Τ.) κρίθηκε αθώα για ψευδή καταμήνυση, σχετικά με την εκ μέρους της καταγγελία παραβίασης της άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, μη κατατεθέντος ο,τιδήποτε για επελθόντα συμβιβασμό μεταξύ των αντιδίκων - μάλιστα, ο εναγόμενος Ι.
Τ.ς κατέθεσε " το ημιτελές κτίσμα, δεν ξέρουμε ακόμα ποιανού είναι". Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε δαπάνη επί του ακινήτου, ποσού 70.095 ευρώ, και δη με νόμιμα παραστατικά προς τον εργολάβο Χ. Γ., ο οποίος δεν εξετάστηκε πρωτοδίκως (σημειωτέον δε, ο ίδιος εξετασθείς ενόρκως την 3-11-2005 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων κατά την εκδίκαση της υπ' αριθ.
κατ. 285/2004 αγωγής, ουδέν σαφές περί τούτου κατέθεσε, αναφέροντας αόριστα ότι κατασκεύασε δύο ή τρία μαγαζιά, το 1988 ή το 1989 ότι χώρισε τον υπάρχοντα σκελετό, χωρίς να θυμάται αν τα μαγαζιά είναι δύο ή τρία, ουδόλως αναφερθείς σε λήψη ποσού 70.095 ευρώ). Το ανατολικό κατάστημα του ακινήτου, εκμισθώθηκε μετά την ενηλικίωση της ενάγουσας από την ίδια, με το από 15-3-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης στην εταιρεία " ...
ΟΕ", η οποία και αποπεράτωσε με δαπάνες της, το κατάστημα. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων με το ανωτέρω περιεχόμενο, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αλλά επρόκειτο για αυθαίρετη κατάληψη του επιδίκου από αυτούς, ενώ, επίσης δεν απεδείχθη οποιαδήποτε δαπάνη εκ μέρους τους για την ολοκλήρωση των καταστημάτων και της αποθήκης στο ακίνητο.
Κατόπιν τούτων, η προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (281 ΑΚ) της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία αυτή, κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, αξιώνει την κυριότητα κατά 100% του επίδικου ακινήτου, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε την επικαλούμενη και αναλυόμενη στην προηγηθείσα νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, ως προς τον μη συνυπολογισμό στον χρόνο νομής των αναιρεσειόντων του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης (πατέρα της) και αφετέρου, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα όσον αφορά την απόρριψη της προβληθείσας από πλευράς αναιρεσειόντων-εναγομένων ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 325, 326 και 1106 Α.Κ. προκύπτει ότι ο νομέας του πράγματος, εναγόμενος με διεκδικητική αγωγή, εφόσον έχει αξίωση κατά του κυρίου για απόδοση δαπανών που έκανε στο πράγμα, έχει και δικαίωμα επισχέσεώς του, δικαιούται, δηλαδή, να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος μέχρι να ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται.
Για να είναι όμως ορισμένη η ένσταση επισχέσεως πρέπει εκείνος να καθορίζει σαφώς και κατά τρόπον ορισμένο, τις επί μέρους πραγματοποιηθείσες εργασίες και τις αμοιβές των εργασθέντων προσώπων, καθώς επίσης τις ποσότητες και τις τιμές των χρησιμοποιηθέντων υλικών, εν τέλει δε το ύψος κάθε μιας δαπάνης χωριστά, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον μεν εναγόμενο να προβάλει την αναγκαία άμυνά του, στο δε δικαστήριο να ελέγξει τη βασιμότητα κάθε κονδυλίου (ΟλΑΠ 1220/1975, ΑΠ 944/2013).
Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή την καταλυτική της αγωγής ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή ή την προαναφερόμενη ένσταση, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' εκείνη, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της, ως άνω, ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000, ΑΠ 615/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε, ως αόριστη, την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους ένσταση επισχέσεως του επιδίκου ακινήτου λόγω του συνολικώς δαπανηθέντος από εκείνους ποσού των 70.095 ευρώ για την κατασκευή και την παράδοση έτοιμου προς χρήση, μετά από συμφωνία των αντιδίκων μερών, του ανατολικού καταστήματος επί του επιδίκου, διότι "δεν εκτίθεντο λεπτομερώς οι επί μέρους εργασίες και το κόστος κάθε μίας", ενώ εκείνοι ανέφεραν στις προτάσεις τους ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε συνολικά στον αναλαβόντα το έργο εργολάβο ως "πακέτο" και αφορούσε την αξία των χρησιμοποιηθέντων υλικών, την αμοιβή του απασχοληθέντος προσωπικού και το εργολαβικό κέρδος.
Πέραν, όμως, του ότι, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ούτε η σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αλλ' ούτε και η ανωτέρω δαπάνη, η κατ' αυτόν τον τρόπο προβληθείσα ένσταση, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, είναι προεχόντως αόριστη, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2017 αίτηση των Ν. Τ. του Ε. και Ι. Τ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 51/2017 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ