1104/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1104/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (Ολ ΑΠ 16/2011).
Full text
Απόφαση 1104 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1104/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Ο. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 995/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2697/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/5/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσης ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4547/1966), στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ).
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ρυθμίσεις του α. ν. 539/1945 διασφαλίζουν υπέρ των εργαζομένων τις ελάχιστες εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές και, λόγω του έντονα προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και, κατά συνέπεια, απόκλιση από τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή διατάξεων άλλων πηγών, που είναι ευμενέστερες για τον εργαζόμενο, κατ’ επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών δικαίου διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (Ολ ΑΠ 16/2011, 5/2011), υπό το πρίσμα δε αυτό πρέπει να ληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των καθορισμένων για την περίπτωση αυτή με συλλογική σύμβαση αποδοχών.
Περαιτέρω, κατά τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 της υπ’ αριθμ. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας ‘ ‘ Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου’ ‘ ( ΦΕΚ Β’ 742), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1082/1980, ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής θεωρούνται ο μισθός και το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία κλπ), εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το μισθωτό εργασίας κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου, κατά δε το εδάφιο β’ της ως άνω διάταξης, στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνονται ενδεικτικά α) οι προσαυξήσεις της νόμιμης και τακτικώς παρεχόμενης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες και τις νυκτερινές ώρες, εφόσον δίνονται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες και ώρες τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα διαστήματα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για τη νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον η εργασία αυτή, χωρίς να απαγορεύεται από το νόμο, παρέχεται τακτικά και γ) το επίδομα αδείας, ενώ κατά το εδάφιο γ’ αυτής στις τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται και η συμπληρωματική αμοιβή για υπερεργασία και μάλιστα όχι μόνο η συνεχής, αλλά και εκείνη η οποία εμφανίζει ορισμένη συχνότητα επαναλήψεως από τη φύση της σύμφωνα με το πρόγραμμα του εργοδότη.
Από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του α.ν. 539/1945 με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 (που αφορά στο επίδομα αδείας) και εκείνες των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955, με αριθμό 95/1949, Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 του ν. 435/1976, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και 3 της Υπουργικής Απόφασης 19040/1981, συνάγεται ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις "τακτικές αποδοχές" της παρ. 2 εδ.
β’ και γ’ του άρθρου 3 της ΥΑ 19040/1981, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (Ολ ΑΠ 16/2011).
Δεν συμπεριλαμβάνεται, όμως, σ’ αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας .Οι πρόσθετες, όμως, παροχές που δίνονται στον εργαζόμενο όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας του αλλά για άλλους λόγους, όπως για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης ή προς διευκόλυνση εκτέλεσης της εργασίας ή για την αποκατάσταση δαπανών που έγιναν από το μισθωτό χάριν της εργασίας του, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού και, επομένως, δεν υπολογίζονται για τον καθορισμό των επιδομάτων εορτών ή των αποδοχών αδείας, εκτός αν ορίζεται το αντίθετο σε κανονιστική διάταξη ή στην ατομική σύμβαση εργασίας.
Μεταξύ των παροχών που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού είναι και τα έξοδα (οδοιπορικά, διανυκτέρευσης κλπ), καθώς και η αποζημίωση που καταβάλλεται στον εργαζόμενο για απασχόλησή του εκτός της έδρας παροχής της εργασίας του, διότι αυτή παρέχεται στο μισθωτό για την αντιμετώπιση κυρίως των αυξημένων δαπανών στις οποίες ο τελευταίος συνήθως υποβάλλεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την παροχή εργασίας εκτός έδρας (Ολ ΑΠ 22/1989), εκτός αν η παροχή αυτή έχει συμφωνηθεί ότι θα καταβάλλεται και καταβάλλεται τακτικά και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση και τον αριθμό των ημερών εργασίας εκτός έδρας (ΑΠ 274/2015, 941/2014, 32/2013).Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από το ότι στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 της ως άνω 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας η αποζημίωση για εκτός έδρας παρεχόμενη εργασία που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα δεν περιλαμβάνεται στις από τη διάταξη αυτή ενδεικτικά προσδιοριζόμενες τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ (όρος 5 παρ.1α, 1β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10-5-1985 όμοια ΕΣΣΕ), η οποία έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΟΤΕ ΑΕ" και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ’ αυτή, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής:
ια) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) το 1/2 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται.
ιβ) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) το 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται, ιγ) Το επίδομα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά: αα) το 1/24 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους και γγ) το 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2.
Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως, με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού της ΟΤΕ ΑΕ, τέθηκε σε ισχύ ο νέος ΓΚΠ- ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ.3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα:
Επιδόματα εορτών. ‘ ‘ Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ, α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα’ ‘ .
Επίδομα κανονικής άδειας. ‘ ‘ Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ’ ‘ . Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ίδιου ως άνω νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίστηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ότι ‘ ‘ Το προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος), δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές, όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κλπ) και οι αποφάσεις του ΔΣ - ΟΤΕ’ ‘ .
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι από 1-1-1985, που άρχισε να ισχύει η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονται σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΕΣΣΕ τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους.
Αυτός ο τρόπος υπολογισμού, όμως, τροποποιήθηκε με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ’ αυτόν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του ΔΣ "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές, με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη, περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα.
Εξάλλου, όσον αφορά στις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη, σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας...".
Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του α .ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας καθορίζεται, πλέον, διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα τη σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2 αυτής, που όριζε, αντίθετα, μάλιστα, προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία.
Άλλωστε, στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται ρητά, ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ, που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του, παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες (Ολ ΑΠ 16/2011).
Δεν συνυπολογίζεται, όμως, σ’ αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (ΑΠ 49/2017, 183/2016, 522/2015,1334/2014).Υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις καταβολής της πρόσθετης παροχής ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, συνυπολογίζονται μεν και τυχόν άλλες πρόσθετες παροχές στα επιδόματα εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας, όχι όμως και εκείνες που παρέχονται προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης ή προς διευκόλυνση εκτέλεσης της εργασίας ή προς αποκατάσταση δαπανών του μισθωτού χάριν της εργασίας του, όπως είναι η αποζημίωση που καταβάλλεται στον εργαζόμενο για απασχόλησή του εκτός της έδρας παροχής της εργασίας του, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ότι η παροχή αυτή θα καταβάλλεται τακτικά και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση και τον αριθμό των ημερών εκτός έδρας (ΑΠ 274/2015).
Τέλος, με τον όρο 23 της από 25-6-2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που υπογράφηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ‘ ‘ ΟΤΕ ΑΕ’ ‘ και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ’ αυτή, τροποποιήθηκε (από 1-7-2001) η παρ. 5 του Κεφαλαίου Β του άρθρου 9 του ΓΚΠ/ΟΤΕ και ορίσθηκε ότι ‘ ‘ Σε κάθε περίπτωση απόσπασης ή μετακίνησης του προσωπικού για υπηρεσιακές ανάγκες ή άλλους λόγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων 1 και 2, καταβάλλονται στον μετακινούμενο με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, τα οδοιπορικά έξοδα και για, κάθε εκτός έδρας διανυκτέρευση, αποζημίωση ίση με τα 250/100 του εκάστοτε καθοριζόμενου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη προς αντιμετώπιση δαπανών τροφής κλπ, καθώς και οι πραγματικές δαπάνες διαμονής’ ‘ .
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει στην ένδικη, από 29-6-2009, αγωγή ότι, στις 18-9-1984 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού, με την ειδικότητα του τεχνίτη εγκαταστάσεων και ήδη φέρει το βαθμό Τ/Α και ότι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2004 έως και 2008, δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, με βάση τις τακτικές του αποδοχές, προσαυξημένες με τις αμοιβές που λάμβανε, σταθερώς και ανελλιπώς, για εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία και υπερεργασία, καθώς και για υπηρεσία εκτός έδρας, σύμφωνα με το άρθρο 9 Κεφάλαιο Β παρ. 5 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, τη Βασική Εγκύκλιο .../28-6-1993 και την .../2-7-2001 εγκύκλιο επιστολή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγομένης, με τις οποίες ορίσθηκε ο τρόπος αποζημίωσης του μετακινούμενου προσωπικού, όπως όφειλε, σύμφωνα με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ από 18-6-1999 με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αλλά με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην προϊσχύουσα, από 14-3-1985, ΕΣΣΕ προσαυξήσεις.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, με βάση τις ρυθμίσεις του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, τις προσαυξήσεις από την παροχή τακτικώς παρεχόμενης υπερεργασίας, εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και λοιπών αργιών, νυκτερινής απασχόλησης και από την εκτός έδρας παροχή εργασίας, καθώς και από την αναλογία του επιδόματος αδείας στις αποδοχές αδείας, στο επίδομα αδείας και στα επιδόματα εορτών του επίδικου διαστήματος, ανερχόμενη στο ποσό των 8.474,03 ευρώ.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί εφέσεως της εναγομένης (η ως άνω αγωγή είχε γίνει ολικά δεκτή πρωτοδίκως) και αντεφέσεως του ενάγοντος, αφού παρέθεσε, ορθώς, όλες τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, έκανε δεκτή την έφεση, απέρριψε την αντέφεση, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη 995/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και απέρριψε την αγωγή "ως μη νόμιμη" με το εξής σκεπτικό:
‘ ‘ Ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων αιτείται με αυτή τη διαφορά μεταξύ των ληφθέντων από αυτόν επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά υπολογίσθηκαν εσφαλμένα με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και τις ειδικότερες προσαυξήσεις, και των ληπτέων επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά όφειλε να υπολογίσει η εναγομένη με το άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, δηλαδή με βάση τις τακτικές αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνεται το σύνολο των αμοιβών για την επικαλούμενη σταθερή και μόνιμη πρόσθετη εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, κατά τη νύκτα και για την υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία, όλα δε τα ανωτέρω τα αναφέρει στην αγωγή του, χωρίς ωστόσο, να αφαιρεί, για τη νομική βασιμότητα αυτής, τις προσαυξήσεις που έλαβε με βάση τον εσφαλμένο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, υπολογισμό της εναγομένης, με συνέπεια, να προβαίνει σε ανεπίτρεπτο διπλό υπολογισμό των πρόσθετων αποδοχών του στα επιδόματα εορτών και αδείας.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και στη συνέχεια την έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του νόμου’ ‘ . Μετά τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και τη διάταξη της παρ. 5 του Κεφαλαίου Β του άρθρου 9 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, που δεν εφάρμοσε, διότι, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε με την αγωγή του ότι η αναιρεσίβλητη υπολόγιζε τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αποδοχών και επιδόματος κανονικής αδείας, κατά το επίδικο διάστημα βάσει των ρυθμίσεων της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, ενώ οι εν λόγω αποδοχές έπρεπε να υπολογισθούν βάσει των ρυθμίσεων του άρθρου 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, και επίσης στην αγωγή αναφέρει τις ληφθείσες από αυτόν επί μέρους πρόσθετες αμοιβές ανά μήνα από την εκ μέρους του τακτικώς παρεχόμενη υπερεργασία, εργασία κατά τη διάρκεια Κυριακών και λοιπών εορτών και νυκτερινή εργασία, καθώς και για αποζημίωση για εργασία που παρείχε εκτός έδρας, με αναφορά στις παρασχεθείσες ανά μήνα ώρες υπερεργασίας, εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και νυκτερινής εργασίας, αμοιβής για εργασία εκτός έδρας (διημερεύσεις), ως και το ληφθέν επίδομα κανονικής αδείας ανά έτος καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και τον προκύπτοντα μέσο μηνιαίο όρο των πιο πάνω πρόσθετων παροχών ετησίως, η αγωγή είναι νόμιμη, εκτός από το συνυπολογισμό του επιδόματος αδείας στις πιο πάνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών αδείας και από τις αμοιβές για παρασχεθείσα εκτός έδρας εργασία, όπως πράττει ο αναιρεσείων, υπολογίζοντας και τα κονδύλια αυτά για την εξεύρεση του μέσου ετήσιου όρου της προκύπτουσας διαφοράς.
Ειδικότερα, όσον αφορά την αμοιβή για εργασία εκτός έδρας, αυτή δεν αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών, εφόσον αφενός μεν δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να δίνεται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, ούτε ως επίδομα τακτικά καταβαλλόμενο, αφετέρου δε η αμοιβή αυτή δινόταν ως αποζημίωση για την κάλυψη πραγματικών εξόδων, αφού το ύψος της ήταν κυμαινόμενο και εξαρτάτο από την απόσταση που απείχε ο τόπος εργασίας από την έδρα του εργαζόμενου, από το εάν η μετακίνηση γινόταν εντός ή εκτός ωραρίου και εάν το χρησιμοποιούμενο μεταφορικό μέσο ήταν της αναιρεσίβλητης ή του εργαζόμενου, δηλαδή από προϋποθέσεις που επάγονται διαφοροποίηση των τυχόν δαπανών του μετακινούμενου υπαλλήλου, παρόλο που το είδος της παρεχόμενης εργασίας σε όλες τις περιπτώσεις παραμένει το ίδιο.
Σημειώνεται ότι, ενόψει των κατά μήνα διαφοροποιήσεων των πιο πάνω πρόσθετων παροχών, είναι καθόλα εφικτός ο προσδιορισμός του μέσου όρου των επί μέρους διαφορών ειδικά στα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα για τα διαστήματα από 1 Μαίου έως 31Δεκεμβρίου και από 1 Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου αντίστοιχα (και όχι ο μέσος όρος των διαφορών ανά έτος), σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3, σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 1 της ΥΑ 19040/1981.
Η παράλειψη του αναιρεσείοντος να προβεί με την αγωγή του στην αφαίρεση των προσαυξήσεων, από την ως άνω παρασχεθείσα επί πλέον απασχόληση που ήδη έλαβε από την αναιρεσίβλητη ‘ ‘ ΟΤΕ ΑΕ’ ‘ κατά τον προσδιορισμό των πιο πάνω αποδοχών του, κατ’ εφαρμογή των ρυθμίσεων της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δικαιούται επιπροσθέτως των διαφορών από τις προσαυξήσεις λόγω της τακτικώς παρασχεθείσας από αυτόν υπερεργασίας και εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και νυκτών, κατ’ εφαρμογή των ρυθμίσεων του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, δεν καθιστά την αγωγή μη νόμιμη, διότι η καταβολή μέρους των πιο πάνω αποδοχών από τις προσαυξήσεις λόγω τακτικώς παρασχεθείσας υπερεργασίας και εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και νυκτών, κατ’ εφαρμογή των ρυθμίσεων της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, αποτελεί αντικείμενο σχετικού ισχυρισμού (ένστασης μερικής εξόφλησης κατ’ άρθρο 416 ΑΚ) της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Επομένως, εφόσον η αγωγή ήταν νόμιμη, εκτός από τον συνυπολογισμό του επιδόματος αδείας στις ως άνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών και από το συνυπολογισμό της αναλογίας της αμοιβής για εκτός έδρας εργασία του αναιρεσείοντος, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι πλημμέλειες αυτές και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2697/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ