1104/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1104/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, θεωρούνται τρίτοι και έχουν ευθεία αξίωση αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ΠΔ 237/86).
Full text
Απόφαση 1104 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1104/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ξιφαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. θυγ. Δ. Δ., πρώην συζ. Δ. Μ. Σ., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Χ. χας Δ. Σ., θυγ. Δ. Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Α. Σ., 3) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Θ. συζ. Δ. Κ., το γένος Δ. Φ., κατοίκου ..., 5) Μ. Σ. του Δ., 6) Γ. συζ. Μ. Σ., το γένος Κ. Τ., 7) Π. Σ. του Μ. και 8) Μ. συζ. Σ. Δ., το γένος Μ. Σ., κατοίκων ... εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πάσχο, οι 2η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σπανέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο 5ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπάκο και οι 6η, 7ος, 8η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-1-2008, 10-3-2008 και 7-4-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με αγωγές και προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές άλλων προσώπων, ν.π.ι.δ. και μιας αλλοδαπής εταιρείας, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2424/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3599/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 7-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των 1ης, 5ου, 6ης, 7ου και 8ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 207/ 2014, ΑΠ 1218/2007). Κατά δε την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εναγόμενου απ’ αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατά το άρθρο 2 § 2 του Π.Δ. 264/1991, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις της Οδηγίας 84/5 ΕΟΚ (Ε.Ε.) για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών - μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και αντικατέστησε την παρ. 2 του άρθρου 6 του ΠΔ 237/1986, "η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών, έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου οδηγού, ή, κάθε άλλου προσώπου, του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας".
Κατά δε το άρθρο 4 του ίδιου Π.Δ. 264/1991 που τροποποίησε και αντικατέστησε το άρθρο 7 του ΠΔ 237/86, "δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 § 1 και του άρθρου 6 § 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε την ζημία, β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης, γ) εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρείας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα" (84/5/ΕΟΚ αριθμός 3).
Έτσι, θεωρούνται τρίτοι και έχουν ευθεία αξίωση αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ΠΔ 237/86).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η ως άνω ασφάλιση γίνεται για να καλύψει την αστική ευθύνη των ασφαλισμένων προσώπων έναντι των τρίτων που ζημιώνονται και ότι τα πρόσωπα τα οποία ο νόμος θεωρεί τρίτους έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, εφόσον, όμως, έναντι αυτών ο ασφαλισμένος έχει υποχρέωση αποζημιώσεως, την οποία ακριβώς καλύπτει η σύμβαση ασφαλίσεως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στην περίπτωση δε θανατώσεως προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Ενόψει αυτών, βασική προϋπόθεση για τη θεμελίωση από την οικογένεια του θύματος αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεώς της λόγω ψυχικής οδύνης είναι η έναντι του τελευταίου (θύματος) τέλεση αδικοπραξίας. Ως αδικοπραξία δε στην περίπτωση αυτή δεν νοείται μόνο αυτή που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και κάθε περίπτωση που θεμελιώνει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση διατάξεις ειδικών νόμων, όπως είναι και ο ν.
ΓπΝ/1911. Επομένως, η οικογένεια του θύματος μπορεί να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εφόσον πληρούται το πραγματικό μιας, με την παραπάνω έννοια, αδικοπραξίας σε βάρος του θύματος από πρόσωπο του οποίου, κατά τα ανωτέρω έχει ασφαλιστεί η έναντι τρίτων αστική ευθύνη του.
Συνεπώς, εάν το τελευταίο τούτο πρόσωπο είναι το ίδιο το θύμα και η θανάτωσή του οφείλεται αποκλειστικώς σε δική του υπαιτιότητα, δεν πληρούται το πραγματικό της, με την έννοια πού αναφέρθηκε, αδικοπραξίας σε βάρος του, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται δικαίωμα αποζημιώσεως και εντεύθεν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας για την κάλυψη αυτής.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 489/1976, όπως ισχύει και μετά την ως άνω αντικατάστασή της, ο οδηγός του ασφαλισμένου ζημιογόνου αυτοκινήτου, κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφαλίσεως, όπως και εκείνος που έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση αλλά και ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ως ιδιοκτήτης, δεν θεωρούνται τρίτοι εάν ασκούν αξιώσεις με την ίδια ιδιότητα, κατά την έννοια του άρθρου 6 § 2 του ίδιου νόμου, όπως προαναφέρθηκε, ώστε και αυτών δεν καλύπτεται με την ίδια σύμβαση, η ζημία τους.
Έτσι, δεν υπάρχει υποχρέωση της ασφαλίζουσας το αυτοκίνητο εταιρείας για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση και των συγγενών των ιδίων πιο πάνω προσώπων που δεν θεωρούνται τρίτοι για τον τραυματισμό ή τη θανάτωση των τελευταίων, αφού τέτοια αξίωση δεν παρέχεται στα ίδια αυτά πρόσωπα που δεν θεωρούνται τρίτοι.
Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση θανάτωσης, ή, τραυματισμού του οδηγού στην κυριότητα του οποίου ανήκει το ασφαλισμένο αυτοκίνητο, δεν υπάρχει υποχρέωση της ασφαλίζουσας το αυτοκίνητο εταιρείας για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση των συγγενών τους. Οι συγγενείς, όμως, των ίδιων αυτών προσώπων, (π.χ. του οδηγού ή νομίμου εκπροσώπου), εφόσον επιβαίνουν στο ζημιογόνο αυτοκίνητο, θεωρούνται ως "τρίτοι", με αποτέλεσμα να έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, για τη ζημία που οι ίδιοι, (οι συγγενείς), έχουν υποστεί (ΑΠ 427/2014, ΑΠ 1114/2000).
Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος, ο οποίος με τη βούλησή του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, που απασχολείται διαρκώς ή παροδικά στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος.
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία τελεσθείσα από τον προστηθέντα και ευρισκόμενη σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Η ύπαρξη δε σχέσεως προστήσεως μπορεί να στηρίζεται σε καθαρώς πραγματική ή σε σχέση φιλική ή γενικότερα φιλοφροσύνης, στην έννοια δε της υπηρεσίας περιλαμβάνονται και όσες πράξεις εκτελούνται επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας ή κατά κατάχρηση αυτής.
Εξάλλου αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σ’ αυτούς (ΑΠ 1134/2007 και ΑΠ 22/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ιδιότητος του θανατωθέντος συγγενούς τους Δ.
Σ. ως προστηθέντος και όχι τρίτου: "...Στην προκείμενη περίπτωση ο θανατωθείς Δ. Σ. ήταν μέτοχος κατά 3,5% και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ιδιοκτήτριας του ... ζημιογόνου αυτοκινήτου, ανώνυμης εταιρείας "Μ. Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πατέρας του και πρώτος ενάγων της από 7-4-2008 αγωγής Μ.
Σ.. Οι Γ. Κ. και Δ. Σ. επέστρεφαν με το αυτοκίνητο από διασκέδαση, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος είχε προστηθεί στην οδήγηση από την ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου και μάλιστα από το νόμιμο εκπρόσωπό της και πατέρα του Μ. Σ. και ότι ο ίδιος (ο Δ. Σ.) παραχώρησε στη συνέχεια την οδήγηση του αυτοκινήτου ως προστηθείς στο φίλο του και υπαίτιο του ατυχήματος Γ.
Κ., όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Μόνο δε το γεγονός ότι το αυτοκίνητο ανήκε στην κυριότητα εταιρείας, της οποίας ο θανατωθείς ήταν μέτοχος και μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου και ο πατέρας του νόμιμος εκπρόσωπος, δεν αρκεί για να προσδώσει στο Δ. Σ. την ιδιότητα του προστηθέντος και κατ’ επέκταση προσώπου του οποίου η ευθύνη καλυπτόταν ασφαλιστικά, κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 489/1976, ώστε να μην μπορεί αυτός (ο Δ.
Σ.) να χαρακτηριστεί ως τρίτος έναντι του ασφαλιστή κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 489/1976. Έτσι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, ο θανατωθείς συνοδηγός Δ. Σ. θεωρείται τρίτος έναντι της διαδίκου ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και τα μέλη της οικογένειάς του, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας του Μ.
Σ., δικαιούνται να στραφούν κατά της τελευταίας και να ζητήσουν τόσο αποζημίωση όσο και χρηματική ικανοποίηση για τη θανάτωσή του, ο Μ. Σ. δε ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της ιδιοκτήτριας εταιρείας, καθόσον πρόκειται περί αξίωσης που πηγάζει από τη θανάτωση επιβαίνοντος τρίτου και όχι τον τραυματισμό του ίδιου του νομίμου εκπροσώπου ως επιβάτη, οπότε και πράγματι δεν θα μπορούσε να στραφεί κατά του ασφαλιστή".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 922 ΑΚ, 7 και 6 του Ν. 489/ 1976 και τα διδάγματα της κοινής πείρας που εφάρμοσε και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ένεκα ανεπάρκειας και ασάφειας αιτιολογιών, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη σχέσεως προστήσεως μεταξύ της ιδιοκτήτριας του με αριθμό κυκλ. ...
ζημιογόνου αυτοκινήτου ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" της οποίας Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Μ. Σ. πατέρας του θανατωθέντος Δ. Σ., πρώτος ενάγων και ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος. Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης κατά τον χρόνο του ατυχήματος, τις πρώτες πρωινές ώρες της 15-8-2007 δεν υπήρχε σχέση προστήσεως στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου μεταξύ της ανωτέρω ιδιοκτήτριας εταιρίας και του θανατωθέντος Δ.
Σ. αλλ’ ούτε και σχέση υποπροστήσεως μεταξύ του προστηθέντος Δ. Σ. και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου διότι οι Γ. Κ. και Δ. Σ. βρίσκονταν μαζί όχι για επαγγελματική ή άλλη απασχόληση που να σχετίζεται με την εμπορική δραστηριότητα της ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου αλλά για διασκέδαση, κατά την οποία είχαν καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ, δεν διευκρινίζεται, ενόψει και του ισχυρισμού της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου περί ύπαρξης σχέσεως προστήσεως μεταξύ του θανατωθέντος Δ.
Σ. και της ως άνω ιδιοκτήτριας του εν λόγω αυτοκινήτου με αποτέλεσμα ο θανατωθείς Δ. Σ. να θεωρείται, κατά την διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 πρόσωπο, του οποίου η ευθύνη καλύπτεται από την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και της ως άνω προστήσασας ανώνυμης εταιρίας, ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ως ασφαλιστικώς καλυπτόμενο πρόσωπο, κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 489/1976 να μην θεωρείται "τρίτος" και ως εκ τούτου οι ενάγοντες των από 15-1-2008, 10-3-2008 και 7-4-2008 ένδικων αγωγών και ήδη αναιρεσίβλητοι να στερούνται της ενεργητικής νομιμοποιήσεως προς άσκηση αυτών (ως άνω ένδικων αγωγών) αλλά και της ιδιότητας του θανατωθέντος αφενός, ως υπαλλήλου της εν λόγω ιδιοκτήτριας εταιρίας και αφετέρου ως υιού του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ιδιοκτήτριας ανώνυμης εταιρίας α) για ποιο λόγο και με ποιό τρόπο το ανωτέρω ζημιογόνο αυτοκίνητο της ως άνω ιδιοκτήτριας ανώνυμης εταιρίας περιήλθε στην κατοχή του Δ.
Σ., εάν, δηλαδή, η κατοχή του εν λόγω ζημιογόνου αυτοκινήτου στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική, συγγενική ή σε σχέση φιλική ή γενικότερα σε σχέση φιλοφροσύνης ή το εν λόγω αυτοκίνητο περιήλθε στην κατοχή του επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή κατά κατάχρηση αυτής και εάν μεταξύ της ζημιογόνου πράξης και της υπηρεσίας του προστηθέντος Δ.
Σ. υπάρχει εσωτερική συνάφεια και β) εάν με την βούληση ή μη της προστήσασας ανώνυμης εταιρίας ο αρχικός προστηθείς Δ. Σ. είχε την δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους και συγκεκριμένα τον Γ. Κ. στην διεκπεραίωση των εργασιών της προστήσασας ανώνυμης εταιρίας, ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, όπως αποδίδεται με τμήμα του πρώτου και του τρίτου λόγων αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ’ ουσία, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει και τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, του οποίου παρέλκει η έρευνα του.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος, που αφορά τις από 15-1-2008 (και με αριθμό κατάθ. 489/2008), 10-3-2008 (και με αριθμό κατάθ. 3003/2008) και 7-4-2008 (και με αριθμό κατάθ. 4141/2008) αγωγές, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
Τέλος, μετά την προσθήκη της παρ. 4 στο άρθρο 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012, που ισχύει από 2-4-2012, λόγω της νίκης της αναιρεσείουσας και καταθέσασας, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου σ’ αυτή (αναιρεσείουσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί στο σύνολό της την υπ’ αριθμ. 3599/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος, που αφορά τις από 15-1-2008 (και με αριθμό κατάθ. 489/2008), 10-3-2008 (και με αριθμό κατάθ. 3003/2008) και 7-4-2008 (και με αριθμό κατάθ. 4141/2008) αγωγές.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ