1104/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1104/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής, ο κληρονόμος ακινήτου δεν έχει απλώς κυριότητα υπό αναβλητική αίρεση με τις συνέπειες του άρθρου 201 ΑΚ ως προς το χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων, αλλά έχει κυριότητα μετέωρη υπό την ως άνω αίρεση δικαίου, η πλήρωση της οποίας επάγεται την αναδρομική - από του θανάτου του κληρονομουμένου - κτήση αυτής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1104 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1104/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Π. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπακωνσταντόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Ι., 2) Κ. Α., το γένος Ι. Κ., κατοίκων ..., 3) Γ. Β. του Α., κατοίκου ... και 4) Ε. Κ., το γένος Α. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Στρούμπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με: α)την από 22/5/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, β)την από 17/12/2009 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας και γ)την από 7/1/2010 ανταγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4362/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4169/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/4/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 23/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1α ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του ακινήτου η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατ' έκταση, θέση και όρια ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητά του και η αναφορά ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το ακίνητο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Η νομή ή κατοχή του εναγομένου μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1193, 1198, 1199 και 1846 ΑΚ συνάγεται ότι η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κληρονομουμένου παύει να υπάρχει γι' αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στην κληρονόμο, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής, νόμιμη αιτία κτήσεως της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.
Συνεπώς μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής, ο κληρονόμος ακινήτου δεν έχει απλώς κυριότητα υπό αναβλητική αίρεση με τις συνέπειες του άρθρου 201 ΑΚ ως προς το χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων, αλλά έχει κυριότητα μετέωρη υπό την ως άνω αίρεση δικαίου, η πλήρωση της οποίας επάγεται την αναδρομική - από του θανάτου του κληρονομουμένου - κτήση αυτής.
Η αναδρομική αυτή ενέργεια δεν συνεπάγεται πάντως και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα αποκτηθέντων νομίμως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, όπως είναι η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, εφόσον όμως η τελευταία συμπληρώθηκε μέχρι το χρόνο της μεταγραφής τη αποδοχής.
Επομένως για την πληρότητα διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με κληρονομία, πρέπει ο ενάγων, να αναφέρει στην αγωγή, εκτός άλλων και ότι κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με συμβολαιογραφική αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή αυτής και ότι ο κληρονομούμενος απ' αυτόν ήταν κύριος του ακινήτου που κληρονόμησε.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του κληρονομηθέντος ακινήτου από τον κληρονομούμενο δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής την κυριότητα του τελευταίου και των δικαιοπαρόχων του, υποχρεούται ο ενάγων, για τη θεμελίωση της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της, να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου φθάνοντας σε πρωτότυπη κτήση όπως με έκτακτη χρησικτησία.
Συνίσταται δε ο τελευταίος τρόπος στο ότι ο ενάγων έχει στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία (άρθρο 1045 ΑΚ). Για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτή την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει στην αγωγή του τις διακατοχικές πράξεις που ασκεί στο ακίνητο, όπως τέτοιες μπορεί να είναι μεταξύ των άλλων και η καταμέτρηση τούτου, η οριοθέτηση τούτου, η επίβλεψή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανταγωγής, για τη θεμελίωση αυτής οι αντενάγοντες επικαλούνται ότι με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής που προσδιορίζουν αναλυτικά δυνάμει των αναφερομένων συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχών κληρονομιών που έχουν νομίμως μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών, έγιναν κύριοι του ακινήτου που λεπτομερώς περιγράφουν κατά θέση, έκταση και όρια και ότι τόσο αυτοί όσον και οι δικαιοπάροχοί τους, από το έτος 1914 που ο απώτερος δικαιοπάροχός τους αγόρασε το εν λόγω ακίνητο με συμβόλαιο που νόμιμα μεταγράφηκε, ασκούσαν επ' αυτού, διανοία κυρίου, και με νόμιμο τίτλο όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, υποβάλλοντας φορολογικές δηλώσεις για τα εισοδήματα που είχαν από το ακίνητο, διόριζαν δικηγόρους για να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους επί του ακινήτου αυτού ασκώντας αγωγές και ένδικα μέσα, έρχονταν σε επαφή με μεσίτες για την πώληση του ακινήτου, εφρόντιζαν για τη συνταγή τοπογραφικών διαγραμμάτων του εν λόγω ακινήτου, είχαν διορίσει ως εκπρόσωπό τους που επέβλεπε το ακίνητο τον συγκύριο του ακινήτου και πατέρα των τρίτου και τετάρτης των εναγόντων Α.
Β.. Ότι το έτος 2009, η αντεναγομένη -κυρίως παρεμβαίνουσα- αναιρεσείουσα Δ. Π. απέβαλε από τη νομή τους αντενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) επί του επιδίκου ακινήτου και έκτοτε έχει το ακίνητο αυτό στην νομή και κατοχή της. Οι αντενάγοντες δε με την ανταγωγή αυτή, η οποία είχε συνεκδικασθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την από 22.5.2009 αγωγή τους ιδίων και την από 17.12.2009 κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί του ως άνω ακινήτου τους και να διαταχθεί η αποβολή της αντεναγομένης απ' αυτό και η απόδοση αυτού στους αντενάγοντες κατά την ιδανική μερίδα του καθενός επ' αυτού.
Με το περιεχόμενο αυτό η ανταγωγή είναι πλήρως ορισμένη και κατά τις δύο βάσεις της, εκείνης του παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητας δια της μεταγραφής συμβολαιογραφικών αποδοχών κληρονομιών και εκείνης του πρωτοτύπου τρόπου της κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την ανταγωγή νόμιμη και ορισμένη, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανταγωγή αυτή λόγω αοριστίας αυτής και ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις που αναφέρονται στο λόγο αυτό κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αφορούν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επειδή, όπως προκύπτει από το άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 249, 251 επ και 277 ΑΚ για να είναι ορισμένη η ένσταση παραγραφής, πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος αυτής και το αφετήριο σημείο της.
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 1094 και 1095 ΑΚ, προκύπτει ότι η διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, ως αξίωση που απορρέει από το απόλυτο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος και συμπληρώνεται με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα της κυριότητάς του επί μία εικοσαετία χωρίς να ερευνάται τι είδους νομή ή κατοχή ασκεί ο προσβολέας και αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.
Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, δικαιούται ο υπόχρεος να προβάλλει την ένσταση παραγραφής και να αρνηθεί την απόδοση του διεκδικουμένου πράγματος, χωρίς όμως, η παραγραφή αυτή να επιφέρει απόσβεση της κυριότητας που εξακολουθεί να παραμένει στο δικαιούχο, εκτός εάν συντρέχουν στο πρόσωπο του εναγομένου και οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρτακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεως, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 555/2012).
Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και εφαρμόζεται στην άσκηση όλων των ιδιωτικών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου απολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-8-1914 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτίου Φωτοβάσου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας, ο προπάππους των εφεσίβλητων, Γ.
Λ. του Κ. απέκτησε με αγορά από τον Π. Π. το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφανείας 220,11 τμ, το οποίο βρίσκεται στο ... οικοδομικό τετράγωνο του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καλλιθέας και ειδικότερα επί της οδού ... . Επί του εν λόγω οικοπέδου κείται μια ισόγεια οικία, η οποία αποτελείται από έξι δωμάτια, δύο μαγειρεία και λοιπούς χρειώδεις χώρους, επιφανείας 129,50 τμ.
Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1923 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Βελμάχου, η οποία δημοσιεύτηκε νομίμως, ο ως άνω προπάππους αυτών, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1925, εγκατέστησε κληρονόμους του σε όλη την περιουσία του μεταξύ άλλων τον υιό του Δ. Λ. του Γ. (παππού των δύο πρώτων εξ' αυτών) σε ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου και τον εγγονό του (τέκνο της προαποβιωσάσης θυγατρός του Ε.
Λ. του Γ.) Α. Β. (πατέρα των δύο τελευταίων εξ' αυτών) σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου. Από τότε που οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων εγκαταστάθηκαν στην κληρονομιά του ως άνω κληρονομουμένου (1925) ασκούσαν ανελλιπώς τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στο είδος και τη φύση του ακινήτου αυτού, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από κάποιον.
Στις 15-12-1952 απεβίωσε ο παππούς των δύο πρώτων εφεσιβλήτων Δ. Λ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε ως προς το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 5/8 (80/128) εξ' αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου από τους πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι από τη σύζυγο του και γιαγιά τους Π. Μ. του Δ. κατά τα 20/128 εξ' αδιαιρέτου και από τα τέκνα του Κ.
συζ. Ι. Κ. (μητέρα αυτών) και Κ. Λ. κατά ποσοστό 30/128 εξ' αδιαιρέτου από τον καθένα. Στη συνέχεια απεβίωσε η ως άνω γιαγιά τους στις 14-1-1960 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε ως προς το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό των 20/128 εξ' αδιαιρέτου από τα ως άνω αναφερόμενα τέκνα της, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, δηλ.
κατά ποσοστό 10/128 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Έτσι τόσο η μητέρα των δύο πρώτων εφεσιβλήτων όσο και ο θείος αυτών κατέστησαν συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 40/128 εξ' αδιαιρέτου ο καθένας τους. Στις 4-11-1994 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη η μητέρα των δύο πρώτων εφεσιβλήτων Κ. Κ. και κληρονομήθηκε ως προς το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό των 40/128 εξ' αδιαιρέτου από τους πλησιέστερους συγγενείς της, ήτοι από τα τέκνα της κατά τα 15/128 από τον καθένα τους και από το σύζυγο της Ι.
Κ. κατά τα 10/128 εξ αδιαιρέτου. Στις 29-8-2001 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο τελευταίος και κληρονομήθηκε ως προς το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό των 10/128 εξ' αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου από τα τέκνα του (πρώτο και δεύτερη των εφεσιβλήτων) κατά ποσοστό 5/128 από τον καθένα τους, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό έγιναν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 20/128 εξ' αδιαιρέτου έκαστος.
Τέλος, στις 21-7-2005 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο θείος των τελευταίων, Κ. Λ. και κληρονομήθηκε, βάσει και του υπ' αριθμ. 4076/2006 πρακτικού διανομής του Δικαστηρίου Διαθηκών της πόλης Σμίθφιλντ της Κομητείας Πρόβιντενς της Πολιτείας του Ρόουντ Άϊλαντ ΗΠΑ, ως προς το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό των 40/128 εξ' αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου από τους πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι τους δύο πρώτους των εφεσιβλήτων (ανίψια του), οι οποίοι με τον τρόπο αυτό κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 40/128 εξ' αδιαιρέτου έκαστος και συνολικά 80/128 ή 5/8 εξ' αδιαιρέτου.
Δυνάμει δε της υπ' αριθμ. .../2009 πράξης αποδοχής κληρονομιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Μιχαλοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένης, αποδέχθηκαν όλες τις παραπάνω κληρονομιές. Εξάλλου, ο πατέρας των τρίτου και τέταρτης των εφεσιβλήτων Α. Β., ο οποίος, όπως ήδη ειπώθηκε ανωτέρω, είχε κληρονομήσει ποσοστό 1/8 ή 16/128 εξ' αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου από τον παππού του Γ.
Λ., απεβίωσε στις 29-3-1995, χωρίς να αφήσει διαθήκη, αναφορικά με το ακίνητο αυτό και κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι από τα τέκνα του κατά τα 6/128 εξ' αδιαιρέτου από τον καθένα τους και από τη σύζυγο του Ζ. Β. κατά τα 4/128 εξ' αδιαιρέτου. Στις 29-8-2001 απεβίωσε η τελευταία χωρίς, επίσης, να αφήσει διαθήκη, αναφορικά με το ακίνητο αυτό και κληρονομήθηκε ως προς το ανήκον σε αυτήν ποσοστό των 4/128 εξ' αδιαιρέτου από τους πλησιέστερους συγγενείς της, ήτοι τα τέκνα της, κατά ποσοστό 2/128 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα τους.
Έτσι, οι τρίτος και τέταρτη των εφεσιβλήτων κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 8/128 εξ' αδιαιρέτου έκαστος και συνολικά 16/128 ή 1/8 εξ' αδιαιρέτου. Δυνάμει δε της υπ' αριθμ. .../2009 πράξης αποδοχής κληρονομιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Μιχαλοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένης, αποδέχθηκαν όλες τις παραπάνω κληρονομιές.
Από τότε που οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων απέκτησαν το επίδικο ακίνητο ασκούσαν επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, ήτοι το επισκέπτονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, το δήλωναν στην εφορία, υπερασπίζονταν τα δικαιώματά τους επ' αυτού ασκώντας ένδικα μέσα, έρχονταν σε επαφή με μεσίτες για την πώλησή του, συνέτασσαν τοπογραφικά διαγράμματα, το εκμίσθωναν και γενικά ασκούσαν συνεχή εποπτεία και επίβλεψη.
Πλέον συγκεκριμένα, στα πλαίσια της ακώλυτης και αδιαμφισβήτητης άσκησης της νομής διάνοια κυρίου επί του εν λόγω ακινήτου, δυνάμει του από 4-9-1965 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, ο θείος των δύο πρώτων εναγόντων και πατέρας των λοιπών, Α. Β., ο οποίος ενεργούσε ατομικά και ως πληρεξούσιος των τότε συγκυρίων, εκμίσθωσε στον Δ.
Τ., πεθερό της εκκαλούσας, τη χρήση δύο δωματίων και μιας κουζίνας, επιφανείας 50 τμ, από την προαναφερθείσα ισόγειο οικία, η οποία όπως ήδη ειπώθηκε αποτελείται από έξι δωμάτια, ως οικογενειακή στέγη για τον ίδιο, τη σύζυγο του και τον θετό υιό του Θ. Σ. πρώην σύζυγο της εκκαλούσας. Τα δύο αυτά δωμάτια που μίσθωσε ο Δ.
Τ., βρίσκονται στο βάθος της αυλής της όλης ισογείου οικίας και στη νοτιοανατολική πλευρά αυτής και διαθέτουν ξεχωριστή είσοδο σε σχέση με τα μη μισθωμένα δωμάτια. Η διάρκεια της εν λόγω μίσθωσης ήταν ενός έτους και όταν παρήλθε το χρονικό αυτό διάστημα έγινε αορίστου χρόνου. Τα άλλα τέσσερα μη μισθωμένα δωμάτια ήταν σε άσχημη κατάσταση, πλην όμως, ο μισθωτής Δ.
Τ. έκανε χρήση αυτών ευκαιριακά, ως αποθηκευτικούς χώρους και χωρίς διάνοια κυρίου, στα πλαίσια της υφιστάμενης σύμβασης μισθώσεως και χωρίς πρόθεση να αντιποιηθεί τη νομή των συγκυρίων επί του επιδίκου, με την ανοχή των άνω εκμισθωτών και συγκυρίων αυτών, οι οποίοι δεν μπορούσαν να τα εκμισθώσουν ξεχωριστά λόγω της άσχημης κατάστασης στην οποία βρίσκονταν (σαθρές πόρτες, παράθυρα, τοίχοι).
Το έτος 1980 ο Δ. Τ. αποχώρησε από το επίδικο ακίνητο, γεγονός το οποίο δεν έγινε γνωστό τότε στους εκμισθωτές και παρέμεινε σ' αυτό ο θετός υιός του Θ. Σ., ο οποίος ήδη από το έτος 1977 είχε παντρευτεί την εκκαλούσα και είχαν δύο τέκνα. Ο τελευταίος εξακολουθούσε να καταβάλει μίσθωμα για τα δύο δωμάτια στους δικαιοπαρόχους των εφεσιβλήτων-εκμισθωτές, ενώ συγχρόνως και αυτός έκανε χρήση και των υπόλοιπων μη μισθωμένων δωματίων, επίσης ευκαιριακά, θεωρώντας ότι μπορούσε να χρησιμοποιεί και αυτά, τα οποία ήταν σε άσχημη κατάσταση και μόνο ως αποθηκευτικοί χώροι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, ελλείψει αντιδράσεως από τη μεριά των εκμισθωτών του, στα πλαίσια της υφιστάμενης σύμβασης μισθώσεως και χωρίς πρόθεση να αντιποιηθεί τη νομή των συγκυρίων επί του επιδίκου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων Κ. Λ., Κ. Κ., Α. Β. και Δ. Σ. άσκησαν την από 19-7-1988 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των Θ. Σ. και Δ. Τ., με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να παραδώσουν σ' αυτούς τα κλειδιά της κεντρικής εισόδου, που οδηγούσε στα τέσσερα μη μισθωμένα δωμάτια ή να τους επιτραπεί να αλλάξουν την κλειδαριά, δεδομένου ότι οι τελευταίοι είχαν παρανόμως και αυθαιρέτως αλλάξει την κλειδαριά αυτή εμποδίζοντάς τους από την πρόσβαση, όπως είχαν δικαίωμα, στον ακάλυπτο χώρο του εν λόγω οικοπέδου και στα υπόλοιπα τέσσερα μη μισθωμένα δωμάτια, προκειμένου να ασκήσουν τα δικαιώματα της κυριότητας και νομής τους επ' αυτών.
Η ως άνω αίτηση έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 902/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση), ενώ στη συνέχεια οι Θ. Σ. και Δ. Τ. άσκησαν αίτηση αναστολής της απόφασης αυτής. Στα πλαίσια της δίκης εκείνης κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας η εκκαλούσα, η οποία τότε δήλωσε ότι άλλαξε την κλειδαριά στην εξωτερική καγκελόπορτα, γιατί δεν ήθελε να έχει άλλος τα κλειδιά από αυτήν, για το λόγο ότι αν έμπαινε κάποιος στα υπόλοιπα τέσσερα δωμάτια, θα μπορούσε εύκολα δια μέσου των σαθρών αυτών θυρών να εισέλθει και στα μισθωμένα δωμάτια, στα οποία διέμενε η ίδια με την οικογένεια της (βλ.
πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της δικασίμου 7-4-1989 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η εκκαλούσα μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο δεν είχε καταστήσει γνωστό στους εφεσίβλητους ότι κάνει χρήση των μη μισθωμένων δωματίων με διάνοια κυρίου, αντιποιούμενη τη νομή των τελευταίων επ' αυτών.
Εξάλλου στα πλαίσια της ως άνω δίκης η εκκαλούσα δεν γνωστοποίησε στους εκκαλούντες το γεγονός ότι ήδη είχε διαζευχθεί τον Θ. Σ., αλλά αντίθετα δήλωσε ενόρκως ότι ήταν ακόμη σύζυγος αυτού. Επί της άνω αιτήσεως αναστολής εκδόθηκε απορριπτική απόφαση και σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, η δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.
Κ. προέβη σε αλλαγή της κλειδαριάς της κεντρικής εισόδου της οικίας και συνέταξε την σχετική υπ' αριθμ. 1/1989 Έκθεση Εγκατάστασης Κλειδαριάς Κεντρικής Εισόδου, αλλαγή την οποία αποδέχθηκε πλήρως η εκκαλούσα, η οποία συνέχιζε κανονικά να καταβάλλει το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα με ταχυδρομικές επιταγές στους δικαιοπαρόχους των εφεσιβλήτων, υπογράφοντας άλλοτε με το πατρικό της επίθετο και άλλοτε με το επίθετο του συζύγου της, ήτοι ως Σ..
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους εφεσίβλητους επιταγές ταχυπληρωμής, που φέρουν την υπογραφή της, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από την ίδια και έτσι απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός αυτής ότι ουδέποτε κατέβαλε μίσθωμα για το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περί το έτος 1991 οι συγκύριοι του επιδίκου δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων αποφάσισαν να αξιοποιήσουν το εν λόγω ακίνητο τους και για το λόγο αυτό προέβησαν σε εμβαδομέτρηση αυτού (βλ.
το από 8-1-1991 σχέδιο εμβαδομέτρησης του πολιτικού μηχανικού Κ. Σ.), σε εκτίμηση αυτού από μεσίτη (βλ. την από 7-11-1991 έκθεση εκτίμησης ακινήτου του κτηματομεσίτη Καλλιθέας Ι. Ζ.) και σε ανάθεση σε μεσίτη της πώλησης αυτού (βλ. την από 13-11- 1992 εντολή προς τον ως άνω κτηματομεσίτη). Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι το από 8-1-1991 σχέδιο εμβαδομέτρησης του πολιτικού μηχανικού Κ.
Σ. έγινε χωρίς ο συντάκτης αυτού να εισέλθει στο επίδικο για καταμέτρηση κρίνεται αβάσιμος, ενόψει και της λεπτομερούς περιγραφής της εσωτερικής διαρρύθμισης του όλου ακινήτου που γίνεται στο σχέδιο, η οποία είναι πανομοιότυπη του από Δεκεμβρίου 2009 σχεδίου της αρχιτέκτονος-πολιτικού μηχανικού Ε. Κ. που προσκομίζει η εκκαλούσα.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι άνω δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων ασκούσαν επί του επιδίκου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις και ενδιαφέρονταν για το ακίνητο τους, ενώ μέχρι τότε ουδέποτε η εκκαλούσα είχε εκδηλώσει πρόθεση αντιποίησης της νομής τους επ' αυτού, το οποίο κατείχε αιτία μισθώσεως (ομαλής και οιονεί μισθώσεως), ανεχόμενη τις ως άνω πράξεις νομής αυτών.
Το γεγονός ότι η τελευταία προέβη σε επισκευές στο επίδικο, δεν ενδυναμώνει άνευ τινός τον ισχυρισμό της ότι νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίας, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες μικρής έκτασης επισκευές είναι οι συνήθεις που γίνονται από μισθωτή ενός πεπαλαιωμένου ακινήτου, με μίσθωση μακρού χρονικού διαστήματος και δε συνάδουν μόνο σε κάποιον που έχει την πεποίθηση ότι ενεργεί επί ιδιόκτητου ακινήτου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι με την από 9-4-2009 εξώδικη καταγγελία τους, που κοινοποιήθηκε στους Θ. Σ. και Δ. Τ., τους οποίους καλώς μέχρι τότε θεωρούσαν μισθωτές τους, καθώς και στην εκκαλούσα ως συζύγου του Θ. Σ., κατήγγειλαν την υφιστάμενη αορίστου χρόνου μίσθωση και τους ζήτησαν να εγκαταλείψουν το μίσθιο, πλην όμως οι τελευταίοι εκώφευσαν.
Για το λόγο αυτό στις 6-5-2009 ο τρίτος εξ' αυτών επισκέφθηκε το επίδικο και διαπίστωσε για μία ακόμη φορά ότι η κλειδαριά της κεντρικής εισόδου είχε αλλαχθεί, παρεμποδίζοντάς τους την είσοδο στο μη μισθωμένο τμήμα του ακινήτου τους, ήτοι στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και στα τέσσερα μη μισθωμένα δωμάτια της οικίας.
Έτσι, οι εφεσίβλητοι, με την από 7-5-2009 εξώδικη επιστολή τους, που κοινοποιήθηκε στους Θ. Σ. και Δ. Τ. στις 11-5-2009, τους κάλεσαν να αλλάξουν την κλειδαριά της κεντρικής εισόδου και να μην παρεμποδίζουν την πρόσβασή τους στο μη μισθωμένο τμήμα του ακινήτου τους. Επειδή, όμως, για μια ακόμη φορά οι τελευταίοι εκώφευσαν, άσκησαν εναντίον τους την από 8-7- 2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας.
Και τότε κατά τη δίκη εκείνη, η εκκαλούσα άσκησε κύρια παρέμβαση, με την οποία το πρώτον έκανε γνωστό στους εφεσίβλητους ότι αντιποιείται τη νομή τους επί του επιδίκου ακινήτου, διότι, όπως η ίδια διετείνετο, το νέμεται και το κατέχει διάνοια κυρίας από το έτος 1988, όταν και διεσπάστη η έγγαμη συμβίωσή της με τον Θ.
Σ., ήτοι το νέμεται με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας ακώλυτη νομή επ' αυτού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, μη καταβάλλοντος γι' αυτό μισθώματα. Πλην όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ισχυρισμός της αυτός ουδόλως αποδεικνύεται, αλλά αντίθετα αυτή μέχρι τότε κατείχε το όλο ακίνητο αιτία μισθώσεως (ομαλής και οιονεί) και ουδέποτε είχε εκδηλώσει πρόθεση αντιποίησης της νομής των εφεσιβλήτων επ' αυτού, ανεχόμενη τις ως άνω πράξεις νομής αυτών και επομένως απορριπτέοι κατ' ουσίαν είναι οι 3ος , 4ος και 5ος και λόγοι της εφέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα παραπάνω, αβάσιμος είναι και ο 2ος λόγος εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη της υποβληθείσας πρωτοδίκως ένστασης παραγραφής της διεκδικητικής ανταγωγής, καθότι από την κατάληψη του ακινήτου από αυτήν (2009) μέχρι την άσκηση της κρινομένης ανταγωγής δεν έχει παρέλθει εικοσαετία, καθώς επικουρικά και της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αντεναγόντων, δεδομένου ότι, όπως ήδη ελέχθη, οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων ουδέν περί αντιποιήσεως γνώριζαν, ενώ οι εφεσίβλητοι έλαβαν γνώση της αντιποίησης της νομής τους επί του επιδίκου από την εκκαλούσα και την πρόθεσή της να νέμεται αυτό για τον εαυτό της, μόλις το έτος 2009, ενώ δεν αποδείχθηκαν περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων αρχικά και οι εφεσίβλητοι δημιούργησαν σ' αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι δε θα εγείρουν διεκδικητική αγωγή, ώστε η αντίθετη τωρινή ενέργειά τους να συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων που μνημονεύονται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατ' ακολουθίαν αφού αποδείχτηκε η κυριότητα των εφεσιβλήτων επί του επίδικου ακινήτου και ότι η εκκαλούσα δεν άσκησε 20ετή συνεχή νομή επ' αυτού με διάνοια κυρίας, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε κατ' ουσίαν την κύρια παρέμβαση και έκανε δεκτή την ανταγωγή, αναγνώρισε τους αντενάγοντες συγκυρίους του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 40/128 εξ' αδιαιρέτου τον καθένα από τους δύο πρώτους και κατά ποσοστό 8/128 εξ' αδιαιρέτου τον καθένα από τους λοιπούς και υποχρέωσε την αντεναγομένη να τους αποδώσει το ακίνητο αυτό κατά τα ρηθέντα παραπάνω ποσοστά συγκυριότητάς τους, ουδόλως έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις παραγραφής της ένδικης ανταγωγής και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αντεναγόντων, έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στη συνέχεια, αναγνώρισε τους αντενάγοντες συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 40/128 εξ αδιαιρέτου τον καθένα από τους δύο πρώτους και κατά ποσοστό 8/128 εξ αδιαιρέτου τον καθένα από τους λοιπούς και υποχρέωσε την αντεναγομένη (αναιρεσείουσα) να τους αποδώσει το ακίνητο αυτό κατά τα ρηθέντα ποσοστά συγκυριότητας στον καθένα απ' αυτούς, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ασκηθείσα κατά της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 4362/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεση της κυρίως παρεμβαινούσης, αντεναγομένης, αναιρεσείουσας και επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Κρίνοντας το Εφετείο ως ανωτέρω, δεν παραβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή τους τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 249 και 1094-1095 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1094-1095 ΑΚ.
Επίσης, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν καθίσταται η άσκηση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του ενδίκου δικαιώματος καταχρηστική. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο κρίνοντας ως ανωτέρω, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και της μη απόκτησης κυριότητας εκ μέρους της αναιρεσείουσας, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων του ΑΚ.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής απ' αυτές του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή των αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές αλλά όπως προκύπτει από την αρχική, στην καθαρεύουσα, διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της και με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης παραπονείται κατά της προσβαλλομένης απόφασης ότι παρά το ότι αυτή ζήτησε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί το εμβαδόν και η κατάσταση του επιδίκου ακινήτου και γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί η γνησιότητα της υπογραφής του Γ.
Κ. Λ. στο ως άνω συμβόλαιο του έτους1914 και στη διαθήκη αυτού, το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αιτήματα αυτά της αναιρεσείουσας που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπέσαν στην πλημμέλεια του άρθρου 554 αρ.8 ΚΠολΔ. Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για τα ως άνω ζητήματα και συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να διατάξει τη διενέργεια των αιτουμένων πραγματογνωμοσυνών.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. β' άρθρου559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά την εκφορά της κρίσης του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά συγκυριότητα στους αναιρεσιβλήτους δεν έλαβε υπόψη του προταθέντες απ' αυτή νομίμως ισχυρισμούς α) περί παραγραφής του επιδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, β) ένσταση περί αοριστίας της αγωγής, γ) τον ισχυρισμό περί ελλείψεως νομίμου τίτλου κτήσεως κυριότητας από τους αναιρεσιβλήτους επί του επιδίκου ακινήτου και δ) τον ισχυρισμό της ότι δεν υπήρχε ταυτοπροσωπία του αγοραστού Γ.
Κ. Λ. που μνημονεύεται στο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Φωτίου Φωτοβάσου υπ' αριθμ .../3-8-1914 με τον διαθέτη Γ. Λ. του Κωνσταντίνου ο οποίος δια δημοσίας διαθήκης με αριθμό .../20-5-1923 ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Βελμάχου κατέλιπε την περιουσία του στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός ως προς τις δύο πρώτες αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθησαν ως αβάσιμοι.
Ως προς την τρίτη και τέταρτη αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί ισχυρισμών αρνήσεως κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου και επομένως δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αιτιολόγηση του καθενός απ' αυτά κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα 1ον) τις από 8 Αυγούστου 1988 προτάσεις του Δ.
Τ. και Θ. Σ. επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτών, 2ον) πολεοδομική άδεια που εξέδωσε στο όνομά της η αναιρεσείουσα ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου για την επισκευή της στέγης του 3ον) την κατάθεση του μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων, 4ο) αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος ενιαίου τέλους ακινήτων από το οποίο συνάγεται ότι το επίδικο ακίνητο το εδήλωνε αυτή στην αρμόδια ΔΥΟ και κατέβαλε το σχετικό φόρο, 5ον) τα αντίγραφα μερίδων από το Υποθηκοφυλακείο Καλλιθέας τόσον των αναιρεσιβλήτων όσον και των δικαιοπαρόχων τους, 6ον) το φύλλο καταχώρισης της ιδιοκτησίας στο κτηματολόγιο από το οποίο προκύπτει ότι καμία εγγραφή δεν έχει γίνει πριν το έτος 2009.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των τριών μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου...και από όλα τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν μεταξύ των οποίων (εγγράφων) και οι φωτογραφίες του επιδίκου που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία (έγγραφα) λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε ως δικαστικά τεκμήρια", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει το καθένα έγγραφο χωριστά.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια πράγματα δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι χωρίς απόδειξη το Εφετείο δέχθηκε ότι ο προπάππους των αναιρεσιβλήτων Γ. Λ. του Κ. απέκτησε με αγορά από τον Π. Π. το επίδικο ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθμ .../1914 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτίου Φωτοβάσου στο οποίο δε μνημονεύεται ολόκληρο το πατρώνυμο του Γ.
Λ., ότι ο ως άνω Γ. Κ. Λ. είναι και ο συντάκτης της υπ' αριθμ. .../1923 δημόσιας διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Βελμάχου, ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων από του έτους 1925 ασκούσαν ανελλιπώς τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου αυτού επισκεπτόμενοι το επίδικο ακίνητο δηλώνοντάς το στην εφορία, ασκώντας συνεχή εποπτεία και επίβλεψη, ότι αυτή αποδέχθηκε πλήρως το έτος 1989 εγκατάσταση κλειδαριάς κεντρικής εισόδου στο επίδικο ακίνητο και ότι αυτή συνέχισε να καταβάλλει το συμφωνημένο μίσθωμα με ταχυδρομικές επιταγές.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, μνημονεύονται σε αυτή λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος και συνεπώς όχι χωρίς απόδειξη έκρινε το Εφετείο επί των ως άνω ουσιωδών ζητημάτων.
Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 20-4-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4169/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημα αυτών και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 Ν. 4055/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-4-2013 αίτηση της Δ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4169/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ