Legislator Case Law & Legislation
1104/2012 AI generated

1104/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1104/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1104 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1104/2012

Legislator headnote

AI generated

1104/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1104 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1104/2012

Keywords

AI generated
action for disturbance of possession standing against building permit violation of zoning regulations expulsion from housing rights of landlord modification of building permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1104 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1104/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Δ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Φ. συζ. Μ.- Α. Π., του γένος Π. και Π. Υ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριου Κουσάη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-7-2006 και 12-12-2006 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 879/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6322/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 23-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη υπ' αρ. 7340Β/23-5-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... με τη συνημμένη σ' αυτήν απόδειξη παράδοσης εγγράφου στο Α.Τ. Αγίου Στεφάνου Αττικής και βεβαίωση αποστολής εγγράφου δια του Ταχυδρομικού γραφείου Αθηνών (Αιόλου 100), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 30-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως της Γ. Δ. Ζ. με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για παράσταση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης Φ. Π. νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα Γ. Δ. Ζ.. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την παραπάνω αναφερόμενη συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και έγινε η συζήτηση αυτής. Επομένως πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρο 576 παρ.2 εδ.γ' ΚΠολΔ).

Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 10η σελίδα αυτής) το Εφετείο έκρινε σαφή και ορισμένη εν μέρει την από 17.7.2006 αγωγή της Φ. Π. και ορισμένη την από 24.9.2007 παραδεκτώς δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή της, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρονται σ' αυτές (αγωγή και ανταγωγή της Φ. Π.) με πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής των κανόνων δικαίου (ν.3741/1929, άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ), στους οποίους στηρίζονται τα αιτήματα της ως άνω αγωγής και ανταγωγής αντίστοιχα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της ως άνω αγωγής και των προτάσεων που περιέχουν την ανταγωγή της Φ. Π. ότι εν λόγω δικόγραφα περιέχονται όλα τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118 αρ.4, 216 παρ.1 και 268 παρ.4 ΚΠολΔ στοιχεία για το ορισμένο και το νόμιμο της αγωγής και της ανταγωγής της Φ. Π.. Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της Γ. Ζ. με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 14 περ. τελευταία ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγομένης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία).

Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι το ανωτέρω ν.δ. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου.

Περαιτέρω, από την πιο πάνω διάταξη του ν.δ. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 13 ν.3741/1929, 1002, 1108 και 1117 ΑΚ, προκύπτει ότι, υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου 3741/1929, όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν με την αρχική συστατική πράξη (κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών να κανονίσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο.

Αν δε με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ή των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους.

Έτσι και επί κάθετης συνιδιοκτησίας, καθώς και επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων καθώς και στη χρήση σύμφωνα με τον κανονισμό, σε περίπτωση δε που προσβάλλεται στη χρήση αυτή, δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον.

Ακόμα, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Δεν αποτελεί όμως κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο κανονισμός της οροφοκτησίας, ο οποίος έχει συμβατική και δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα περιστατικά: "Οι ενάγουσες- εναγόμενες Φ. Π. και Γ. Ζ. είναι ιδιοκτήτριες αυτοτελών κατοικιών του κτιριακού συγκροτήματος, που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. 27, στο ... . Συγκεκριμένα η Φ.

Π. είναι ιδιοκτήτρια της με αριθμό 2 αυτοτελούς κατοικίας του ως άνω συγκροτήματος, αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικού εμβαδού 128,12 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 333 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου και ψήφους 333 επί συνόλου 1.000, στην οποία ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση, ως σύσταση πραγματικής δουλείας, η ευρισκόμενη στον πίσω ακάλυπτο χώρο της οικοδομής θέση στάθμευσης με αριθμό 2, εμβαδού 26,84 τ.μ., η οποία περιήλθε σε αυτή δυνάμει του με αριθμό .../17-7-1995 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Φωτοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Η Γ. Ζ. είναι ιδιοκτήτρια της με αριθμό 3 αυτοτελούς κατοικίας του ίδιου συγκροτήματος, αποτελού μενης από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικού εμβαδού 128,12 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 333 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου και ψήφους 333 επί συνόλου 1.000, στην οποία ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση, ως σύσταση πραγματικής δουλείας, η ευρισκόμενη στον έμπροσθεν ακάλυπτο χώρο της οικοδομής θέση στάθμευσης με αριθμό 3, εμβαδού 26,01 τ.μ., η οποία περιήλθε σε αυτή δυνάμει του με αριθμό .../26-7-2001 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθαλίας Παπαδάκου-Αναστασιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Το ως άνω συγκρότημα, το οποίο αποτελείται από τρεις συνολικά κατοικίας, με αριθμούς 1, 2 και 3, αντίστοιχα, διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/ 1929, του Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, καθώς και από τους όρους της με αριθμό .../30-12-1994 πράξεως συστάσεως οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας και κανονισμού συγκροτήματος κατοικιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Πέππα-Μουστάκα, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα.

Οι προαναφερόμενες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου καθορίσθηκαν με την νόμιμα μεταγραμμένη, με αριθμό .../13-4-1994, πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και εμφαίνονται στο από Ιανουαρίου 1994 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ., που έχει προσαρτηθεί στην πράξη αυτή. Με το άρθρο 3 του ως άνω κανονισμού, ο οποίος δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες και στον οποίο προσχώρησαν και οι διάδικοι με την αγορά των κατοικιών τους, ορίζεται ότι κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του συγκροτήματος είναι όσα ο νόμος χαρακτηρίζει ως τέτοια και ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, το οικόπεδο, οι ακάλυπτοι χώροι, οι πρασιές, πλην των τμημάτων που θα χρησιμοποιούνται ως χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων από τους συνιδιοκτήτες και των τμημάτων των ευρισκομένων έμπροσθεν και όπισθεν κάθε κατοικίας, την αποκλειστική χρήση των οποίων θα έχει κάθε κατοικία, οι εξωτερικοί τοίχοι, οι μεσότοιχοι, οι γύρω από τις ιδιοκτησίες διάδρομοι κυκλοφορίας, οι μανδρότοιχοι και περιφράξεις του όλου οικοπέδου, ο βόθρος επί του ακαλύπτου χώρου και κάθε άλλο έργο, εγκατάσταση και πράγμα, που είναι από το νόμο αδιαίρετο, κοινόκτητο και κοινόχρηστο και εξυπηρετεί όλους τους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος.

Στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του συγκροτήματος δεν επιτρέπεται καμία μετατροπή, αφαίρεση ή πρόσθεση, χωρίς έγκριση που θα παρέχεται από τη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών με πλειοψηφία 750 τουλάχιστον ψήφων. Επίσης, με το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού ορίζεται ότι ο κύριος διαιρημένης ιδιοκτησίας έχει ως προς αυτή τα πάσης φύσεως δικαιώματα, που ανήκουν στον αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο ακινήτου, εφόσον η άσκηση αυτών δεν αντίκειται στις κείμενες διατάξεις του νόμου και του κανονισμού και δεν παρακωλύει την άσκηση των ίδιων δικαιωμάτων των υπολοίπων ιδιοκτητών και ενοίκων, δεν παρενοχλεί ούτε διαταράσσει την ησυχία αυτών και δεν μειώνει την ασφάλεια, τη στερεότητα, την ευπρέπεια και την αρχιτεκτονική εμφάνιση του συγκροτήματος, ενώ με το άρθρο 6 αυτού ορίζεται ότι κάθε κύριος οριζόντιας ιδιοκτησίας μπορεί, κατά την απόλυτη κρίση του, να διαρρυθμίζει ή επισκευάζει εσωτερικά την ιδιοκτησία του, εφόσον δεν θα θίγονται καθόλου οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι και εγκαταστάσεις του συγκροτήματος, δεν θα κινδυνεύει η ασφάλεια και η στερεότητα του συγκροτήματος και δεν θα θίγονται οι εγκαταστάσεις και σωληνώσεις που διέρχονται από την οριζόντια ιδιοκτησία και εξυπηρετούν γενικά το συγκρότημα, απαγορεύεται δε απόλυτα κάθε μεταρρύθμιση, μεταβολή και επισκευή εξωτερικά, είτε προς την οδό είτε προς τις άλλες όψεις και τους κοινοχρήστους χώρους, ιδιαίτερα η αλλαγή του χρωματισμού των εξωτερικών τοίχων και γενικά η εξωτερική εμφάνιση του συγκροτήματος ή το άνοιγμα οπών και παραθύρων.

Ακόμη, στο άρθρο 7 του κανονισμού ορίζεται ότι οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθεροι, απαγορεύεται η εγκατάσταση πραγμάτων στους εξώστες, στα παράθυρα και στους κοινοχρήστους χώρους, επιτρεπομένης μόνο της ανάρτησης μικρής καλαίσθητης πινακίδας στο χώρο της εισόδου του συγκροτήματος, που θα προσδιορίζεται ειδικά από τη γενική συνέλευση, και στην πόρτα κάθε κατοικίας, που θα δεικνύει το όνομα και το επάγγελμα του μισθωτή ή του ιδιοκτήτη.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη (και ενάγουσα) Γ. Ζ., από το έτος 2002 και εφεξής, προέβη στις εξής ενέργειες: α)έχει προβεί στην αλλαγή του χρωματισμού των εξωτερικών τοίχων της κατοικίας της από λευκό χρώμα σε κίτρινο, β)έχει ανεγείρει σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο της κατοικίας της, στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, δύο μικρές τσιμεντένιες αποθήκες με κεραμοσκεπή και παραπλεύρως έχει τοποθετήσει γλάστρες με φυτά, γ)έχει κατασκευάσει στην εξωτερική πλευρά της κατοικίας της μεταλλική σκάλα, η οποία ξεκινά από τον εξώστη του πρώτου ορόφου και καταλήγει στην κεραμοσκεπή, δ)έχει εγκαταστήσει στον εξώστη του πρώτου ορόφου μεταλλικές ντουλάπες και δορυφορικό δέκτη μεγάλων διαστάσεων, ε)έχει εγκαταστήσει περιμετρικά του ακαλύπτου χώρου της εμπρόσθιας όψεως της κατοικίας της, του οποίου έχει την αποκλειστική χρήση, σιδερένιο κιγκλίδωμα, στ)έχει εγκαταστήσει στον ακάλυπτο χώρο όπισθεν της κατοικίας της, του οποίου έχει την αποκλειστική χρήση, ξύλινο πλέγμα, διαστάσεων 2,00 μ.

Χ 2,00 μ. και ζ)έχει εγκαταστήσει στην κεραμοσκεπή της κατοικίας της ηλιακό θερμοσίφωνα και μεταλλική κεραία τηλεοράσεως. Όσον αφορά τις ανωτέρω επεμβάσεις, με στοιχεία α' έως και στ', δια των οποίων προσβάλλεται η αισθητική εμφάνιση του συγκροτήματος, είναι απαγορευμένες τόσο από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 όσο και από τον κανονισμό του συγκροτήματος των κατοικιών, ο οποίος ορίζει στο μεν άρθρο 3 ότι στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του συγκροτήματος δεν επιτρέπεται καμία μετατροπή, αφαίρεση ή πρόσθεση, χωρίς έγκριση που θα παρέχεται από τη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών με πλειοψηφία 750 τουλάχιστον ψήφων, στα δε άρθρα 6 και 7 ότι απαγορεύεται απόλυτα κάθε μεταρρύθμιση, μεταβολή και επισκευή εξωτερικά, είτε προς την οδό είτε προς τις άλλες όψεις και τους κοινόχρηστους χώρους, ιδιαίτερα η αλλαγή του χρωματισμού των εξωτερικών τοίχων και γενικά η εξωτερική εμφάνιση του συγκροτήματος (άρθρο 6), καθώς και ότι οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθεροι και απαγορεύεται η εγκατάσταση πραγμάτων στους εξώστες, στα παράθυρα και στους κοινοχρήστους χώρους (άρθρο 7).

Αναφορικά, όμως, με την τοποθέτηση στην κεραμοσκεπή ηλιακού θερμοσίφωνα και κεραίας τηλεοράσεως (περ.ζ'), οι ενέργειες αυτές δεν απαγορεύονται ρητά από τον κανονισμό, ούτε αποτελούν δομικά στοιχεία, ώστε, κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού, να επηρεάζεται η αντοχή και η ασφάλεια του οικοδομήματος".

Περαιτέρω το ίδιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι: "Η εναγομένη-αντεναγομένη Γ. Ζ. προέβαλε στην πρωτόδικη δίκη ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, την οποία θεμελιώνει επί των εξής περιστατικών, ήτοι 1) δεν προέβη σε αλλαγή του χρώματος εξωτερικά της οικίας της, αλλά απλώς φρέσκαρε το ήδη υπάρχον εκ κατασκευής χρώμα, το οποίο ήταν ελαφρώς κίτρινο και όχι λευκό και κανένας από τους συνιδιοκτήτες, ούτε η ενάγουσα (Φ.

Π.), δεν προέβαλε αντίρρηση για την υφισταμένη επί 15 έτη κατάσταση, 2) οι τσιμεντένιες αποθήκες, τόσο της ίδιας όσο και της ενάγουσας, υπήρχαν εκ κατασκευής των κατοικιών τους και κανένας δεν προέβαλε αντίρρηση, οι δε γλάστρες είναι καλαίσθητες και διατηρεί γλάστρες και η ενάγουσα, 3) η μεταλλική σκάλα αποτελεί το μοναδικό τρόπο πρόσβασης στην οροφή της κατοικίας της και κανένας άλλος συνιδιοκτήτης δεν παραπονέθηκε για την ύπαρξη αυτής, 4) οι μεταλλικές ντουλάπες στον εξώστη του πρώτου ορόφου είναι ιδιαίτερα καλαίσθητες και αποτελούν μαζί με τον δορυφορικό δέκτη συνήθη αντικείμενα στις βεράντες των κατοικιών, ενώ κανένας άλλος συνιδιοκτήτης δεν εξέφρασε αντίρρηση για την υφιστάμενη κατάσταση, 5) τα σιδερένια κιγκλιδώματα ήταν επιβαλλόμενα για λόγους ασφαλείας και, σε περίπτωση που αφαιρεθούν, η πρόσοψη του οικοπέδου θα μείνει εκτεθειμένη και απροστάτευτη, προσέτι δε κανένας άλλος συνιδιοκτήτης δεν διαμαρτυρήθηκε και 6) αναφορικά με το ξύλινο πλέγμα και η αντίδικος της έχει τοποθετήσει παρόμοιο πλέγμα στο πίσω μέρος της οικίας της και μάλιστα υπερδιπλάσιων διαστάσεων, αποκλείοντας μάλιστα και την πρόσβασή της στο τελευταίο μέρος του κοινοχρήστου διαδρόμου.

Η ένσταση αυτή περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι ως προς το πρώτο περιστατικό, το οποίο αποτελεί ισχυρισμό αρνητικό του δικαιώματος, δεν συνιστά νόμιμη ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος κατά δε τα λοιπά, μόνη η επίκληση των ως άνω πραγματικών περιστατικών, χωρίς να συντρέξουν προσθέτως και άλλα περιστατικά, που να προκάλεσαν την πεποίθηση στην εναγομένη ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει εναντίον της το εν λόγω δικαίωμα και χωρίς η ανατροπή της δημιουργηθείσας αυτής καταστάσεως να έχει για αυτήν επαχθείς συνέπειες, δεν επαρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως απαγορευμένη τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, αφού αυτή δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε στην ίδια κρίση και δέχθηκε παραβάσεις του κανονισμού αναφορικά με τις πιο πάνω ενέργειες της Γ. Ζ., απορρίπτοντας σιωπηρά την ένσταση της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, οι δε συναφείς λόγοι της εφέσεως της Γ.

Ζ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης, ορθά απέρριψε (το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) το αγωγικό αίτημα για αφαίρεση του ηλιακού θερμοσίφωνα και της κεραίας της τηλεοράσεως από τη στέγη της κατοικίας της εναγομένης Γ. Ζ. ως ουσία αβάσιμο, ο δε έβδομος λόγος της εφέσεως της Φ.

Π., με τον οποίο μέμφεται την εκκαλουμένη γιατί απέρριψε το εν λόγω αίτημα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Ακόμη δέχθηκε ότι "και η αντεναγομένη Φ. Π., κατά παράβαση του νόμου και του κανονισμού, έχει ανεγείρει στον πίσω ακάλυπτο χώρο της κατοικίας της δύο αποθήκες με κεραμοσκεπή και παραπλεύρως έχει τοποθετήσει γλάστρες με φυτά και ακόμη διατηρεί την εξωτερική θύρα της κατοικίας της σε χρώμα καφέ και όχι σε λευκό, παραβλάπτοντας έτσι την αισθητική εμφάνιση του συγκροτήματος, που πρέπει να είναι ομοιόμορφο.

Οι ενέργειες αυτές είναι ανεπίτρεπτες, ακόμη και αν έγιναν εξ αρχής με πρωτοβουλία του κατασκευαστή, αφού η αντεναγομένη διατήρησε τις αποθήκες και εξακολουθεί να τις χρησιμοποιεί, όπως επίσης διατήρησε και το χρώμα της εξώπορτας. Δεν προέκυψε, όμως, ότι αυτή χρωμάτισε τους εξωτερικούς τοίχους της κατοικίας της σε χρώμα διάφορο του λευκού.

Το γεγονός ότι με την πάροδο του χρόνου επήλθε κάποια αλλοίωση της υφής του λευκού χρώματος των εξωτερικών τοίχων της κατοικίας της, δεν συνεπάγεται υποχρέωση της να ανανεώσει το λευκό χρώμα, αφού δεν θίγεται η ομοιόμορφη εξωτερική εμφάνιση του συγκροτήματος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια όσον αφορά τις αποθήκες, τις γλάστρες και το χρωματισμό της εξώπορτας, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, οι δε συναφείς λόγοι (δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτος) της εφέσεως της Φ.

Π., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εσφαλμένα, όμως, δέχθηκε το αίτημα της ανταγωγής της Γ. Ζ. και υποχρέωσε την αντεναγομένη να χρωματίσει τους εξωτερικούς τοίχους της κατοικίας της σε λευκό χρώμα και συνεπώς ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, της ίδιας εφέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Όσον αφορά το αίτημα της ανταγωγής της Γ. Ζ. περί υποχρεώσεως της αντεναγομένης να τοποθετήσει περιμετρικά του κήπου έμπροσθεν της με αριθμό 2 κατοικίας της κιγκλιδώματα, είναι αβάσιμο, διότι με τον τρόπο αυτό επέρχεται ανεπίτρεπτη επέμβαση σε κοινόκτητο χώρο, επί του οποίου έχει απλώς την αποκλειστική χρήση και αποκλεισμός του χώρου αυτού, με διαχωριστικό, από τον υπόλοιπο ακάλυπτο χώρο του συγκροτήματος, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με το συναφή λόγο της εφέσεως της Γ.

Ζ. είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης, το αγωγικό αίτημα της τελευταίας περί υποχρεώσεως της εναγομένης να ολοκληρώσει το σύστημα απορροής ομβρίων υδάτων κατά μήκος της με αριθμό 2 θέσης στάθμευσης αποκλειστικής χρήσεως της, είναι αβάσιμο κατά νόμο, διότι η παραδοχή του αιτήματος αυτού προϋποθέτει ανεπίτρεπτη επέμβαση επί κοινοκτήτου μέρους της οικοδομής και τούτο ανεξαρτήτως του ότι με την με αριθμό 6018/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, υποχρεώθηκε αυτή (Γ.

Ζ.) στην αφαίρεση του σωλήνα απορροής των ομβρίων υδάτων, ο οποίος είναι τοποθετημένος κατά μήκος της με αριθμό 2 θέσης στάθμευσης και του κοινοχρήστου διαδρόμου, μετά των σιφονιών. Αναφορικά με το αίτημα της αγωγής της Φ. Π. να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη Γ. Ζ. στερείται του δικαιώματος να σταθμεύει το αυτοκίνητο της σε οποιοδήποτε μέρος του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου και ειδικότερα πίσω από την με αριθμό 3 κατοικία της και να παύσει στο μέλλον να σταθμεύει στο χώρο αυτό, καθώς και το αίτημα της ανταγωγής της τελευταίας να αναγνωρισθεί ότι ο ευρισκόμενος όπισθεν της με αριθμό 3 κατοικίας της χώρος ανήκει, κατ' αποκλειστική χρήση, ως χώρος στάθμευσης στην εν λόγω κατοικία της, το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα, λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την πιο πάνω, με αριθμό 6018/2007, απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, διότι το ζήτημα του χώρου στάθμευσης στο πίσω μέρος της με αριθμό 3 κατοικίας κρίθηκε με την πιο πάνω απόφαση, ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους και απαγορεύτηκε στη Γ.

Ζ. να σταθμεύει το αυτοκίνητό της στο χώρο αυτό, ενώ μεταξύ του αντικειμένου της πρώτης δίκης και αυτού της προκειμένης δίκης υπάρχει ταυτότητα, υπό την έννοια του άρθρου 324 ΚΠολΔ, νομικής και ιστορικής αιτίας.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια σχετικά με τα ανωτέρω, δεν έσφαλε, ο δε πρώτος λόγος της εφέσεως της Φ. Π. και οι συναφείς λόγοι της εφέσεως της Γ. Ζ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι" (περί του δεδικασμένου όμως βλ.

και κατωτέρω). Επιπρόσθετα, η διάδικος Φ. Π., κατά αραιά διαστήματα προέβαινε στο πλύσιμο του αυτοκινήτου της στο χώρο στάθμευσης, που της ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση, πλην όμως η ενέργειά της αυτή δεν απαγορεύεται ρητά από τον κανονισμό, ούτε παραβλάπτεται η ενάγουσα Γ. Ζ. στη χρήση της δικής της κατοικίας, καθόσον τα δημιουργούμενα νερά απορρέουν, λόγω της φυσικής κλίσεως του εδάφους, προς την εξωτερική πλευρά του οικοπέδου και από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι πλημμυρίζουν την είσοδο του υπογείου της κατοικίας της ενάγουσας, όπως αβάσιμα διατείνεται η τελευταία, ούτε άλλωστε η ποσότητα αυτών είναι τέτοια, ώστε να δικαιολογείται η επικαλούμενη πλημμύρα.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά σχετικά με τα ανωτέρω, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου τέταρτο λόγο της εφέσεως της Φ. Π., ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, η Γ.

Ζ. προέβη στην κατασκευή ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, η οποία διέρχεται από την κοινόχρηστη είσοδο του συγκροτήματος και καταλήγει στην οπίσθια πλευρά της κατοικίας της, για την εξυπηρέτηση της τελευταίας με ηλεκτρικό ρεύμα. Η διαδρομή αυτή της εν λόγω εγκατάστασης εκτείνεται σε μήκος 16 μέτρων περίπου και δεν προστατεύεται από διατάξεις διακοπής (διακόπτες), απαραίτητες ασφάλειες, ούτε από διατάξεις γειώσεως, με αποτέλεσμα, εκτός του ότι παραβλάπτεται η χρήση των κοινοχρήστων μερών από τα οποία διέρχεται, να καθίσταται επικίνδυνη για την ασφάλεια των ενοίκων του συγκροτήματος και των επισκεπτών και για το λόγο αυτό επιβάλλεται η άμεση αποξήλωσή της ...

Ακόμη αποδεικνύεται ότι η Γ. Ζ. διατηρεί στην κατοικία της ένα μικρόσωμο σκύλο, ενώ στον κανονισμό δεν περιέχεται όρος που να απαγορεύει τη διατήρηση ζώου συντροφιάς στις κατοικίες. Η διατήρηση του ζώου αυτού είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με την με αριθμό Υιβ/2000/1995 (ΦΕΚ 343/ τ. Β'/4-5-1995) Υγειονομική Διάταξη, πλην όμως αυτή ενίοτε άφηνε το ζώο ελεύθερο, το οποίο περιφερόταν στους κοινοχρήστους χώρους του συγκροτήματος, με συνέπεια να προκαλεί ρύπανση αυτών και έτσι να παραβλάπτεται η ενάγουσα (Φ.

Π.) στη χρήση των χώρων αυτών. Πέραν αυτού, δεν προκάλεσε κάποια ζημία στην τελευταία, δηλαδή βλάβη του σώματος ή της υγείας της ή περιουσιακή βλάβη, ούτε άλλωστε η ίδια επικαλείται κάτι τέτοιο, ώστε να δύναται να θεμελιωθεί ευθύνη της εναγομένης εξ αδικοπραξίας (άρθρο 924 ΑΚ) και εντεύθεν δικαίωμα προς χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Εξάλλου, η αθέτηση αυτή καθαυτή του κανονισμού δεν συνιστά αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά μόνο στην περίπτωση που το ίδιο συμβάν συνιστά το πραγματικό, τόσο της αθετήσεως του κανονισμού όσο και της αδικοπραξίας, τότε η υπαίτια ζημιογόνα πράξη ή η παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται ο κανονισμός, μπορεί, πέραν από τις αξιώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό, να στηρίξουν και αξιώσεις από αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πλην όμως, πέραν από τις προαναφερόμενες παραβάσεις του κανονισμού, δεν αποδεικνύονται στην προκειμένη περίπτωση περιστατικά που να θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης ...

αυτή το ποσό των 2.500 €, κατά το βάσιμο περί τούτου συναφή λόγο της ίδιας εφέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ...". Στη συνέχεια το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές κατέληξε να εξαφανίσει την υπ' αριθμ. 879/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά ένα μέρος, ... Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (αστικού δικαίου, στις οποίες περιλαμβάνεται και το άρθρο 281 του ΑΚ, του ν. 3741/1929 και του ν.δ. 1024/1971), τις οποίες ορθά εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς όλα τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη του όλα ανεξαρτήτως τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι τα οποία συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα ζητήματα που δέχθηκε για καθεμία των διαδίκων που προέβη σε αυθαίρετες επεμβάσεις στην ιδιοκτησία της ή στους κοινοκτήτους-κοινοχρήστους χώρους του κτιριακού συγκροτήματος όπου βρίσκονται οι αυτοτελείς και ανεξάρτητες οικίες τους και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν σε βάρος καθεμιάς προς αποκατάσταση των χώρων στην προηγούμενη κατάσταση και σύμφωνα με τα οριζόμενα από την υπ' αρ. .../1994 πράξη συστάσεως οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας και κανονισμό συγκροτήματος κατοικιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Πέππα-Μουστάκα.

Επομένως οι σχετικοί εκ του άρθρου 559 παρ.1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τέταρτος λόγος κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της στέρησης της αποφάσεως από πλήρη, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το μέρος που ο λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται σε παραβίαση όρων του κανονισμού της οροφοκτησίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω και όσο αφορά τους λοιπούς, πλην του πρώτου, δευτέρου και τέταρτου λόγους αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως της Γ. Ζ. λεκτέα τα ακόλουθα:

α) Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντα πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 474/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα Γ. Ζ. με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως της διατείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής της αντιδίκου της κατ' αυτής, τους οποίους απέρριψε σιωπηρώς, χωρίς πλήρη και ειδική αιτιολογία. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης της αναιρεσείουσας Γ. Ζ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν χρειαζόταν, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Εφετείο να διαλάβει ειδική αιτιολογία επι των αρνητικών ισχυρισμών της τότε εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Γ. Ζ., ενώ διέλαβε τοιαύτη δεχόμενο εν μέρει την αγωγή της αντιδίκου της Φ. Π..

Β) Ως προς τον πέμπτο λόγο της ίδιας αιτήσεως αναιρέσεως με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ουσιαστική απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμης, για την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ και ειδικότερα για το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτήν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ως προς την ουσιαστική παραδοχή της ως άνω ενστάσεως). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους σχετικούς επί μέρους ισχυρισμούς της Γ. Ζ. που θεμελίωναν την παραπάνω ένσταση, πλην όμως τους απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, δε ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναίρεσης της Γ. Ζ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γ) Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικαστής προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούνται να λαμβάνει υπόψη του, όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι λήφθησαν όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του μεταξύ των άλλων (εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων): α) την από 27.9.2007 τεχνική έκθεση του ηλεκτρολόγου Ν. Α. και β) την από μηνός Οκτωβρίου 2007 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Α.

Α., που ειδικώς μνημονεύονται στην απόφαση. Επίσης το ίδιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την υπ' αρ. πρωτ. 54392/30.10.2007 βεβαίωση της ΔΕΗ, που περιλαμβάνεται σε "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα ... τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι". Έτσι ενεργώντας το ως άνω Δικαστήριο ως προς τη λήψη υπόψη, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα των ως άνω τριών (3) εγγράφων δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 περ.

β του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ενόψει και του ότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει κάτι το αντίθετο ως προς τη μη λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το δικαστήριο των ως άνω τριών εγγράφων. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο έκτος κατά σειρά (με τον τίτλο ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ κατά το αναιρετήριο) εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως της Γ. Ζ., και δ) Με τον έβδομο κατά σειρά (με τον τίτλο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ στο αναιρετήριο) λόγο η ιδία ως αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα περιορισμού της κυκλοφορίας του κατοικιδίου της σκύλου. Το ως άνω Εφετείο όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνει πλήρη, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς το ζήτημα της ελεύθερης κυκλοφορίας του σκύλου της αναιρεσείουσας και τα ληπτέα μέτρα για την χωρίς κίνδυνο και χωρίς ρύπανση των κοινοκτήτων-κοινοχρήστων χώρων του συγκροτήματος κυκλοφορία του.

Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με τον ίδιο λόγο πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 30-3-2010 αίτηση αναιρέσεως της Γ. Ζ. του Δ. και να καταδικασθεί ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2010 αίτηση της Γ. Ζ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αρ. 6322/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ