1104/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1104/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νομό αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1104 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1104/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011 με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κόλια.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Γ., κατοίκου εν ζωή .... Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η πληρεξουσία δικηγόρος Ελένη Μιχάλη-Λαγωνικάκη και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 8 Οκτωβρίου 2009 όπως προκύπτει από την με αριθμό .../9.10.2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου, την δίκη του οποίου συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι αυτού 1. Π. θυγ. Σ. Π., 2. Σ. Π. του Σ. και 3. Ε. Π. του Σ., απάντων κατοίκων ..., αφού προηγουμένως δήλωσαν την βίαια διακοπή της δίκης αυτής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1626/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 145/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ., 558, 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 35 του ΑΚ, συνάγεται, ότι η αίτηση αναιρέσεως, που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος προσώπου, όπως και κάθε άλλο ένδικο μέσο, είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει την αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτών. Η αίτηση, επομένως, αναιρέσεως, που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, να γνωρίζει τον θάνατο του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Στη προκειμένη περίπτωση προ της ασκήσεως (15-1-2010) της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είχε αποβιώσει στις 8 Οκτωβρίου 2009 ο αρχικός αντίδικος της αναιρεσείουσας και εφεσίβλητος Σ. Π., ο οποίος άφησε ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τους: α) Π. θυγ. Σ. Π., β) Σ. Π. του Σ. και γ) Ε. Π. του Σ. (τέκνα) όπως αυτά προκύπτουν από την προσκομιζόμενη σε νόμιμο απόσπασμα υπ. αριθ. .../2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Παπάγου Χολαργού και το υπ. αριθ. πρωτ. .../1-12-2009 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Δημάρχου Χολαργού. Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι, προ της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, γνωστοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες ο θάνατος τούτου, ώστε οι τελευταίοι να διαπιστώσουν τους, ως άνω, κληρονόμους του και να απευθύνουν την αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτών. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που απευθύνεται κατά του προαναφερθέντος Σ. Π. δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση μετά των, ως άνω, κληρονόμων του οι οποίοι παραστάθηκαν με την ιδιότητα τους αυτή στη θέση του κληρονομουμένου αναιρεσιβλήτου και πρόβαλαν την υπεράσπιση τους στην υπόθεση.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθεμένα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νομό αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής : "Ο εναγόμενος με την ενάγουσα καθώς και τον συνώνυμο αυτού σύζυγο της ενάγουσας Σ. Π., είχαν γνωριμία αρκετών ετών κατά το χρόνο σύνταξης του παρακάτω συμβολαίου πώλησης ακινήτου, ενόψει του ότι ο σύζυγος της ενάγουσας διετήρει ψαροταβέρνα στην παραλία Δασκαλειού Κερατέας, ο δε εναγόμενος είχε εκεί εξοχική κατοικία. Αυτός μετά δε τη συνταξιοδότηση του ως υπάλληλος στο Γενικό Νοσοκομείο "Άγιος Σάββας" ησχολείτο ευκαιριακώς με την υπόδειξη επί αμοιβή, κυρίως σε γνωστούς του που ενδιαφέρονταν, με την αγορά και πώληση ακινήτων στην περιοχή Μεσογείων. Στα πλαίσια της γνωριμίας του αυτής με την ενάγουσα και της ευκαιριακής του, ως άνω, δραστηριότητος, υπέδειξε στην ενάγουσα, που ενδιαφέρετο για την πώληση ενός αγροτεμαχίου κειμένου στην περιφέρεια του Δήμου Κερατέας, ως αγοράστρια του εν λόγω ακινήτου, την Μ. Ρ.. Συνεφωνήθη δε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος θα λάμβανε ως αμοιβή για την υπόδειξη αυτή το ποσό των δρχ. 2.000.000. Η συμφωνία αυτή περί αμοιβής του εναγομένου με το ποσό των δρχ. 2.000.000, είναι άκυρη, επειδή ο εναγόμενος δεν είναι νόμιμα διορισμένος μεσίτης, και συνεπώς αυτός δεν δικαιούται αμοιβής, ούτε και κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Ολ.ΑΠ 1111/1981).
Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται να ζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ) το ανωτέρω ποσό των δρχ. 2.000.000 που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον εναγόμενο ως αμοιβή του για την επίδικη μεσιτεία, πλην όμως η προκείμενη αγωγή δεν έχει βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ως προς το ποσό αυτό, και συνεπώς το αίτημα της ενάγουσας προς επιστροφή από τον εναγόμενο του ποσού των δρχ. 2.000.000 που το ζητά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Με βάση την ανωτέρω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα προέβη στην πώληση του αγροτεμαχίου της, δυνάμει του υπ' αριθ. .../27/10/20 συμβολαίου της Συμ/φου Λαυρίου Μ. Μάγγουλη, στην αγοράστρια Μ. Ρ.. Στο εν λόγω συμβόλαιο ως τίμημα ανεγράφη το ποσό των δρχ. 3.521.700, εκ των οποίων δρχ. 521.700 κατεβλήθησαν σε μετρητά και το υπόλοιπο ποσό επιστώθη και προς εξασφάλιση της πληρωμής του η αγοράστρια απεδέχθη έξι (6) συναλλαγματικές ποσού δρχ. 500.000 εκάστη, εκδόσεως της ενάγουσας.
Το πραγματικό όμως ύψος του συνομολογηθέντος τιμήματος ανήρχετο στο ποσό των δρχ. 15.500.000. Και ειδικότερα κατά την υπογραφή του συμβολαίου, η αγοράστρια κατέβαλε στην πωλήτρια το ποσό των δρχ. 8.000.000 σε μετρητά και το υπόλοιπο επιστώθη. Συνεφωνήθη δε ποσό δρχ. 3.000.000 να καταβληθεί σε δόσεις και προς εξασφάλιση του οποίου απεδέχθη τις 6 συναλλαγματικές που αναγράφονται στο πωλητήριο συμβόλαιο εκ δρχ. 500.000 εκάστη.
Για το απομένον υπόλοιπο του τιμήματος που πιστώθηκε των δρχ. 4.500.000, απεδέχθη η αγοράστρια εννέα (9) συναλλαγματικές εκδόσεως της ενάγουσας, οι οποίες δεν αναγράφονται στο ανωτέρω συμβόλαιο. Η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της ότι ο εναγόμενος την διαβεβαίωσε ότι το συνομολογηθέν ποσό του τιμήματος ανήρχετο στο ποσό των δρχ. 11.500.000 και απέκρυψε τη διαφορά των δρχ. 4.000.000 προκειμένου να την καρπωθεί ο ίδιος, ως και ότι ο εναγόμενος, μετά την αφαίρεση της αμοιβής του εκ δρχ. 2.000.000, κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων στην ενάγουσα κατά τη υπογραφή του συμβολαίου, το ποσό των δρχ. 9.000.000 και της υπεσχέθη να της καταβάλλει αργότερα το ποσό των δρχ. 500.000.
Ότι μεγάλο δε μέρος του ποσού αυτού προέρχονται από δικά του χρήματα, και ότι το μεγάλο αυτό μέρος του ποσού θα το εισέπραττε αυτός από την εξόφληση των παραπάνω συναλλαγματικών. Δεν εξηγεί όμως η ενάγουσα γιατί ο εναγόμενος κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων το τίμημα σε αυτή και δη κατά μεγάλο μέρος, ενώ υπόχρεος προς τούτο ήταν η αγοράστρια, ο δε ρόλος του εναγομένου θα περιορίζονταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, μόνο στο να εισπράξει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του των δρχ. 2.000.000 για τη διαμεσολάβησή του.
Αντίθετα η αγοράστρια στην από 14/3/2002 ανακοπή της κατά της υπ' αριθ. 4/2001 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Λαυρίου, που εξεδόθη με βάση τις συναλλαγματικές που απεδέχθη η αγοράστρια εκτός συμβολαίου, προς εξασφάλιση του τιμήματος της προκείμενης αγοραπωλησίας, εκθέτει ότι αυτή (η αγοράστρια) κατέβαλε στην πωλήτρια μετρητά εκ δρχ. 8.000.000 και το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος εκ δρχ. 7.500.000 επιστώθη και εξεδόθησαν 15 συναλλαγματικές από την ενάγουσα ποσού δρχ. 500.000 η κάθε μία προς εξασφάλιση της πληρωμής του πιστωθέντος τιμήματος.
Και ειδικότερα έξι 6 από αυτές μνημονεύονται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και τις υπόλοιπες εννέα 9 τις απεδέχθη, χωρίς να μνημονευθούν στο συμβόλαιο αυτό. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος απέκρυψε από αυτή το ύψος του τιμήματος δεν αποδεικνύεται βάσιμος, γιατί αυτή εξέδωσε τις ως άνω συναλλαγματικές ύψους ποσού δρχ 7.500.000 και αν προστεθούν στο ποσό αυτό και τα μετρητά των δρχ. 9.000.000 που εκθέτει στην αγωγή της ότι της κατέβαλε ο εναγόμενος κατά τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, προκύπτει άθροισμα 16.500.000 και όχι δρχ. 11.500.000 που εκθέτει στην αγωγή της.
Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ίδια ενάγουσα συνομολόγησε το τίμημα της πώλησης του ακινήτου στο ποσό των δρχ. 15.500.000, ως και ότι αυτή έλαβε εις χείρας της από την αγοράστρια το ποσό των δρχ. 8.000.000, σε μετρητά και δεν έλαβε από τον εναγόμενο το ποσό των δρχ. 9.000.000 και δη εξ ιδίων χρημάτων και με υπόσχεση πληρωμής από αυτόν του υπολοίπου του τιμήματος εκ δρχ. 500.000, όπως αβασίμως εκθέτει στην αγωγή της.
Επίσης εξέδωσε, κατά τα ως άνω, συνολικά 15 συναλλαγματικές αποδοχής της αγοράστριας ποσού δρχ. 500.000 εκάστη (συνολικού ποσού δρχ. 7.500.000).
Συνεπώς το αίτημα της ενάγουσας να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των δρχ. 4.000.000 ως διαφορά μεταξύ του τιμήματος των δρχ. 11.500.000 και του πραγματικού τιμήματος των δρχ. 15.500.000, είναι ουσία αβάσιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, όπως ουσία αβάσιμο και συνεπώς απορριπτέο είναι το αίτημα αυτής να της καταβάλει το ποσό των δρχ. 500.000, που όπως εκθέτει στην αγωγή της υπεσχέθη ο εναγόμενος να της καταβάλλει ως υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η όλη διαφορά μεταξύ των διαδίκων ανέκυψε όταν η αγοράστρια του ανωτέρω αγροτεμαχίου, αρνήθηκε να εξοφλήσει τις συναλλαγματικές που εξεδόθησαν προς εξασφάλιση του τιμήματος και οι οποίες δεν μνημονεύονται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Και ειδικότερα στις 20 Νοεμβρίου 2001 ο εναγόμενος έκανε γνωστό στην ενάγουσα ότι, ως πληροφορήθηκε, επ' ευκαιρία άλλης δίκης που είχε με την αγοράστρια του προκειμένου ακινήτου, αυτή δεν προτίθεται να πληρώσει τις 9 συναλλαγματικές που δεν μνημονεύονταν στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και βρίσκονταν εις χείρας του προς είσπραξη, ως εκθέτει και η ενάγουσα στην αγωγή της.
Στη συνέχεια όπως αποδεικνύεται από το με χρονολογία 28/11/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνετάγη μετά από 8 ημέρες από την παραπάνω γνωστοποίηση της πρόθεσης της αγοράστριας, ο εναγόμενος επέστρεψε στον σύζυγο της ενάγουσας που ενεργούσε για λογαριασμό της, οκτώ 8 από τις εννέα 9 συναλλαγματικές και υπεσχέθη την επιστροφή και της 9ης συναλλαγματικής που δεν είχε εκείνη τη στιγμή εις χείρας του, προκειμένου η ενάγουσα να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη των συναλλαγματικών αυτών.
Επίσης στο συμφωνητικό αυτό αναφέρεται ότι η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των δρχ. 2.000.000 και όπως εκτίθεται στην αγωγή, ο εναγόμενος ζήτησε από την ενάγουσα ως δάνειο το ποσό των δρχ. 4.000.000 για να κινήσει δικαστική διαδικασία κατά της αγοράστριας προκειμένου να εισπράξει το ποσό των συναλλαγματικών και ότι η ενάγουσα επειδή δεν είχε το ποσό αυτό, του έδωσε μόνο το ανωτέρω ποσό των δρχ. 2.000.000.
Τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην αγωγή δεν κρίνονται βάσιμα, ενόψει του ότι ο εναγόμενος παρέδωσε, ως προεξετέθη, τις συναλλαγματικές στην ενάγουσα και συνεπώς αποδεικνύεται σε συνδυασμό και με το ανωτέρω αποδεικτικό υλικό, ότι δεν εγένετο συμφωνία να επιδιώξει ο εναγόμενος δικαστικώς την είσπραξη των εν λόγω συναλλαγματικών, ως αβασίμως η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, ενόψει του ότι αναγκαία προϋπόθεση της κινήσεως δικαστικού αγώνος στην προκείμενη περίπτωση ήταν η κατοχή του σώματος των συναλλαγματικών.
Το ποσό αυτό των 2.000.000, αφορούσε την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής στον εναγόμενο, για την μεσολάβηση του στην κατάρτιση της προκειμένης αγοραπωλησίας.
Συνεπώς το αίτημα της ενάγουσας, προς καταβολή σε αυτή του εν λόγω ποσού με αιτία το δάνειο, είναι ουσία αβάσιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο. Περαιτέρω, η ενάγουσα εκ θέτει στην αγωγή της ότι αποκλειστικός υπαίτιος για την μη αναγραφή ολοκλήρου του πιστωθέντος τιμήματος στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο είναι ο εναγόμενος.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται ο τρόπος που ενήργησε ο εναγόμενος και δη υπαιτίως και παρανόμως για την μη αναγραφή ολοκλήρου του πιστωθέντος τιμήματος στο προκείμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ενόψει του ότι αυτός δεν αποδεικνύεται ότι συμμετείχε στην κατάρτιση και υπογραφή του συμβολαίου.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος διέπραξε την εις την προκείμενη αγωγή και ανωτέρω αναφερόμενη αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρον 914 ΑΚ, εις βάρος της ενάγουσας, ως αβασίμως κατ' ουσία αυτή εκθέτει στην αγωγή της. Και κατ' ακολουθία, ουδεμία υποχρέωση βαρύνει τον εναγόμενο προς καταβολή στην ενάγουσα των δικαστικών εξόδων, που ζητά αυτή με τη προκείμενη αγωγή της, εκ δρχ. 320.000 που κατέβαλε αυτή για την έκδοση των υπ' αριθ. 4/2002 και 5049/2002 διαταγών πληρωμής των Ειρηνοδικών Λαυρίου και Αθηνών αντιστοίχως, με βάση τις συναλλαγματικές της επίδικης αγοραπωλησίας του αγροτεμαχίου, και για την εκδίκαση κατ' αυτών των διαταγών πληρωμής της σχετικής αίτησης αναστολής και ανακοπής.
Συνεπώς το αίτημα αυτό της ενάγουσας, είναι απορριπτέο ως κατ' ουσία αβάσιμο, όπως επίσης και το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής της ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι ουσία αβάσιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, ενόψει του ότι δεν διεπράχθη από τον εναγόμενο εις βάρος της ενάγουσας η στην προκείμενη αγωγή της και ανωτέρω αναφερόμενη αδικοπραξία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία επίσης είχε απορριφθεί η αγωγή της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης κατά το μέρος που έκρινε απορριπτέα την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το αιτηθέν λόγω αδικοπραξίας κονδύλιο αποζημιώσεως των 4.000.000 δρχ. και της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη καθόσον διέλαβε στην απόφαση του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα η διαλαμβανόμενη στην απόφαση σαφής επαρκής και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ότι δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος απέκρυψε από αυτή το ύψος του τιμήματος (ως προς το επιπλέον ποσό των 4.000.000 δρχ.), ότι ο τελευταίος δεν συμμετείχε στη κατάρτιση και υπογραφή του συμβολαίου και ότι η ίδια συνομολόγησε το τίμημα στο ποσό των 15.500.000 δρχ. στηρίζει την απορριπτική της διάταξη ως προς τα ανωτέρω κονδύλια αφού δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και δεν απαιτούντο προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.
Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής διότι το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην ως άνω αιτιολογία η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, οι δε αιτιάσεις που προβάλλονται με αυτόν αφορούν την επάλληλη αιτιολογία της απόφασης με την οποία κρίθηκε ως αόριστος ο αγωγικός ισχυρισμός κατά το μέρος του που επικαλείτο η ενάγουσα ότι ο εναγόμενος ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για τη μη αναγραφή ολοκλήρου του πιστωθέντος τιμήματος στο συμβόλαιο.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. κατ' εκτίμηση 9 και όχι 8 που αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού που περιλαμβανόταν επίσης στο δικόγραφο της αγωγής σχετικά με το αιτηθέν κονδύλιο των 2.000.000, ευρώ το οποίο κατέβαλε ως συμφωνημένη αμοιβή στον εναγόμενο χωρίς αυτός να δικαιούται αμοιβή αφού δεν ήταν μεσίτης, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αγωγή κατά την σχετική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με ασκηθείσα από την εναγομένη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή.
Ο ίδιος λόγος κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να μη επιδικάσει σ' αυτή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό το ανωτέρω ποσό των 2.000.000 δρχ. το οποίο κατέβαλε στον εναγόμενο ως αμοιβή παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 904 Α.Κ.
διά της μη εφαρμογής τους καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις είναι επίσης απαράδεκτος προεχόντως διότι σύμφωνα με τα αμέσως προεκτεθέντα προϋπόθεση έρευνας της αγωγής κατά την βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από το Εφετείο είναι η μεταβίβαση αυτής στο Εφετείο με την ασκηθείσα έφεση κάτι όμως που η ενάγουσα δεν επικαλείται με το αναιρετήριο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα χωρίς να έχουν προταθεί και ειδικότερα δέχθηκε ως διαλαμβανόμενο στην αγωγή ότι το δάνειο των 4.000.000 δρχ. το ζήτησε ο εναγόμενος από την ενάγουσα προκειμένου να εισπράξει το ποσό των συναλλαγματικών κινώντας τις δικαστικές διαδικασίες και ότι η ενάγουσα επειδή δεν είχε το ποσό αυτό του έδωσε μόνο το ποσό των 2.000.000 δρχ. ενώ στην αγωγή διαλαμβάνεται μόνο ότι η ενάγουσα έδωσε στις 28-11-2001 ως δάνειο 2.000.000 δρχ. αφού πρώτα ο αναιρεσίβλητος της είχε ζητήσει δάνειο ύψους 4.000.000 δρχ. χωρίς πουθενά να αναφέρεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος ζητούσε δάνειο από την ενάγουσα προκειμένου να αναλάβει την οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία είσπραξης των συναλλαγματικών που κατείχε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι ο φερόμενος ως ληφθείς υπόψη ισχυρισμός χωρίς να έχει προταθεί, συνιστάμενος στην αιτία για την οποία φέρεται να ζητήθηκε το δάνειο, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 1/1999). Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ' αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Στη προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί του ότι το ποσό των 2.000.000 δρχ. δεν καταβλήθηκε ως δάνειο στον εναγόμενο αλλά ως αμοιβή του για τη μεσολάβηση στη κατάρτιση της ένδικης αγοραπωλησίας, συνεκτίμησε μαζί με όλα τ' άλλα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες και έγγραφα) και το από 28 Νοεμβρίου 1001 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκόμισε η ενάγουσα, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου είναι απαράδεκτος.
Με το άρθρο 270 παρ.2 εδ.γ και δ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. Με την διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκαν οι οριζόμενες στην διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο τριών κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά οι δε καθ' υπέρβαση του αριθμού τούτου λαμβανόμενες και προσκομιζόμενες στο δικαστήριο δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα από την αναιρεσείουσα ως δικαστικό τεκμήριο υπ' αριθ. 972/2006 ένορκη βεβαίωση είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την απόφαση η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν λήφθηκε υπόψη διότι επρόκειτο για ένορκη βεβαίωση που υπερέβαινε τον επιτρεπόμενο κατ' ανώτατο όριο αριθμό (των τριών) από την πλευρά της ενάγουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιανουαρίου 2010 αίτηση της Μ. συζ. Σ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 145/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, κληρονόμων του, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ