Legislator Case Law & Legislation
1104/2010 AI generated

1104/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1104/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1104/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η απόφαση αναιρέθηκε κατά τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι λόγω μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο κρίσιμων εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, το δικαστήριο της παραπομπής, αφού λάβει υπόψη τα έγγραφα αυτά, δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1104 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1104/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φαγογένη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2.Ψ3, κατοίκων ... και 3. Ανώνυμης Βιομηχανικής Εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... ΑΒΕΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Κόκκινο, οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γιώτσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 815/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 6074/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων και εκδόθηκε η 95/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3196/2006 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-7-2007 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 19-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3, 4 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 562 αυτού, προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απόφαση της Ολομέλειας ή του τμήματος του Αρείου Πάγου που ασχολήθηκε με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσε και περαιτέρω δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό δικαστήριο, γι' αυτό και η απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική, απαραδέκτως πλήσσεται με λόγο αναιρέσεως.

Αν η απόφαση αναιρέθηκε κατά τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι λόγω μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο κρίσιμων εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, το δικαστήριο της παραπομπής, αφού λάβει υπόψη τα έγγραφα αυτά, δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Σε αυτή την περίπτωση το δικαστήριο της παραπομπής μπορεί να υιοθετήσει άλλες νομικές λύσεις, αφού πρόκειται πλέον για υπαγωγή διαφόρων περιστατικών. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερεύνησε και πάλι την υπόθεση, αφού έλαβε υπόψη τα δύο έγγραφα της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής και τα πρακτικά της υπ' αριθ. 2/97 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, συμμορφωθέν κατά τούτο με την αναιρετική απόφαση 95/2005, με την οποία η προηγούμενη 6074/2002 απόφαση του ίδιου Εφετείου-απορριπτική της από 11-11-1996 αγωγής του αναιρεσείοντος-είχε αναιρεθεί, κατ'αποδοχή λόγου από το άρθρο 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ, ήτοι για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω εγγράφων, και καταλήξαν, ύστερα από την αποδεικτική αξιολόγηση και αυτών των εγγράφων, στην ίδια απορριπτική της αγωγής κρίση, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της μη συμμορφώσεώς του προς την άνω αναιρετική απόφαση.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ το δεδικασμένο αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και ως εκ τούτου, για να δημιουργηθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου πρέπει να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) από τον αναιρεσείοντα, με λόγο εφέσεως ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, όταν αναιρεσείων είναι ο εκκαλών (ΟλΑΠ 1339/85). Με τον 2ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου που προκύπτει από την υπ' αριθ. 2/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, ως προς το ποσόν των 200.000 δρχ. το οποίο κρίθηκε ότι κατατέθηκε στις 19-2-96 στο βιβλιάριο του ενάγοντος για την απόσβεση της εκεί απαιτήσεώς του και δεν μπορεί να ξαναϋπολογισθεί στην κρινόμενη υπόθεση, ως καταβληθέν για την αμοιβή των μελών της εκτιμητικής επιτροπής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων (εκκαλών), ως εκ του εφετηρίου προκύπτει, δεν προέβαλε με αυτό την εν λόγω περί δεδικασμένου ένσταση.

ΕΠΕΙΔΗ ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι α) χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι αυτός από το έμβασμα των 520.000 δραχμών πλήρωσε τα έξι μέλη των δύο τριμελών εκτιμητικών επιτροπών, β) δέχθηκε πως η προσκόμιση τον από 19-2-1996 γραμματίου εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας για την πίστωση του τηρούμενου σ'αυτή λογαριασμού του αναιρεσείοντος με το ποσό των 200.000 δραχμών έγινε από τον ίδιο ενώ τούτο προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου, γ) με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε αφενός μεν πως η κατάθεση του άνω ποσού των 200.000 δραχμών στην Εθνική Τράπεζα εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων είναι καταλογιστέα στις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε πως η κατάθεση του εν λόγω ποσού έγινε, σύμφωνα με τη 2/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, προς εξόφληση άλλων αγωγικών αξιώσεών του, που εκδικάσθηκαν στο Ειρηνοδικείο εκείνο, δ) δεν διέλαβε αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της εκ δραχμών 360.000 αμοιβής των εκτιμητών "από πού πληρώθηκαν αυτοί οι εκτιμητές και από ποιόν", και ε) χωρίς αιτιολογία αντιπαρήλθε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί αντιφάσεων που προκύπτουν από τις δύο ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις του ΑΑ που δόθηκαν η μια στο άνω Ειρηνοδικείο και η άλλη στο Μονομελές Πρωτοδικείο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων και των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγμα", κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά υπέρ του βασίμου της αγωγής τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εν προκειμένω, με τον 4ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον αφορώντα στο ουσία βάσιμο της αγωγής ισχυρισμό του, περί της υπάρχουσας αντίφασης μεταξύ των ανωτέρω αναφερόμενων καταθέσεων του μάρτυρα ανταποδείξεως των εναγομένων, ισχυρισμός που αν ελαμβάνετο υπόψη θα εκμηδενίζετο η ανταπόδειξη εκ μέρους των εναγομένων κατά της αγωγής, η οποία θα εγίνετο δεκτή ως ουσία βάσιμη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός αποτελεί επιχείρημα που αντλήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος από την εκτίμηση των αποδείξεων, προς υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του.

ΕΠΕΙΔΗ ο περί μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο παρά τον νόμο, κατά τη διάταξη 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της επικληθείσας και προσκομισθείσας ως αποδεικτικού μέσου υπ' αριθ. 815/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η απόφαση αυτή, η οποία είναι η εκκληθείσα ενώπιον του Εφετείου πρωτόδικη απόφαση επί της ένδικης αγωγής, δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο, αλλά διαδικαστικό, της προκειμένης με την ένδικη αγωγή δημιουργηθείσας δίκης, έγγραφο.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Για το ορισμένο αυτού του λόγου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια αποδεικτική δύναμη έχει κατά νόμο το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ποια διαφορετική από εκείνη που προσδίδει σ'αυτό ο νόμος, προσέδωσε συναφώς το δικαστήριο.

Εν προκειμένω, με τον 6ο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο η από το άνω άρθρο (559 αριθ. 12 ΚΠολΔ) πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη 1) των ΕΜ ... και .../6-2-1996 εγγράφων της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, όπου ορίζεται η αμοιβή εκάστου εκτιμητή προς 60.000 δρχ. "και για τους έξι (6) ασφαλώς. 360.000 δρχ.", β) της αμετάκλητης υπ' αριθ. 2/1997 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, με τα πρακτικά της, στα οποία εμπεριέχεται η έννορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ΑΑ και γ) της εκκαλουμένης πρωτόδικης υπ' αριθ. 815/1999 απόφασης με τα πρακτικά της, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του ίδιου μάρτυρα και ειδικότερα δε ότι αυτό (Εφετείο) δεν προσέδωσε στα ανωτέρω έγγραφα την αποδεικτική εκείνη δύναμη που ορίζει ο νόμος. Ο λόγος αυτός είναι, ως προς με την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, απαράδεκτος, διότι αυτή δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο αλλά διαδικαστικό της σχετικής δίκης έγγραφο, ως προς δε τα υπόλοιπα δύο έγγραφα, αόριστος, διότι δεν αναφέρει τα ως άνω απαραίτητα κατά νόμο για το ορισμένο αυτού στοιχεία. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ.3196/2006 απόφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση το ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ