1104/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1104/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ συνάγονται τα εξής: Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδovται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως μόνο αν το δικαστήριο υπέπεσε σε κάποια από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 560 πλημμέλειες.
Full text
Απόφαση 1104 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1104/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βάϊο Τσιάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυκόνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ συνάγονται τα εξής: Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδovται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως μόνο αν το δικαστήριο υπέπεσε σε κάποια από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 560 πλημμέλειες.
Άλλες αιτιάσεις, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοιι προς αναίρεση. Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως.
Ο περιορισμός αυτός των λόγων αναιρέσεως, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεως του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι' αυτό δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στις αρχές του Συντάγματος για την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου (άρθρ. 4 παρ. 1), για τη μη στέρηση ακουσίως του φυσικού δικαστή (άρθρ. 8 εδ.
α'), για το δικαίωμα ακροάσεως από τα δικαστήρια (άρθρ. 20 παρ. 1) και για την υποχρέωση των δικαστηρίων να διαλαμβάνουν στις αποφάσεις τους ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (άρθρ. 93 παρ. 3), ούτε αντίκεινται στο από το άρθρο 6 ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/1974) και από το άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ (Ν. 2462/1997) δικαίωμα για δίκαιη δίκη, εν όψει μάλιστα του ότι αυτές οι διεθνείς Συμβάσεις δεν απαγορεύουν καν στον εθνικό νομοθέτη να αποκλείει παντελώς οπωσδήποτε το αναιρετικό βήμα (ΕΔΔΑ DELCOURT 17.10.1970, SUTTER 22.2.1984).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 3 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση... αν το δικαστήριο.....δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται κατά το άρθρο 18 αριθμ. 2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητά του, κρίνει, εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλη (Ολομ.
ΑΠ 5/2003 ΑΠ 3/1991,30/1995). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τους υπό στοιχεία Α και ΑΙ λόγους, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, πράγματι όμως από τον αριθμό 3 του ιδίου άρθρου, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε έφεση αυτής κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου, αποδίδοντας σ' αυτό την αιτίαση, ότι παρά το νόμο απέρριψε ισχυρισμό της, που προέβαλε στο πρωτοβάθμιο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης, ότι το σε πρώτο βαθμό δικάσαν ειρηνοδικείο δεν είχε υλική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα δεν αναφέρεται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου αλλά στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Το ορισμένο ή αόριστο του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία), τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του, περί του νόμου βασίμου της αγωγής ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 προβλεπόμενοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίο όμως δεν παρέχονται κατ' αποφάσεων του ειρηνοδικείου και κατ' αποφάσεων του πρωτοδικείου, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων του ειρηνοδικείου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Β λόγο, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 560 αρ. 1, πράγματι όμως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, τον προταθέντα νομίμως στο πρωτοβάθμιο και επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης ισχυρισμό της, ότι η αγωγή είναι αόριστη και για το λόγο αυτό απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ο ενάγων αν και επικαλείτο ότι έγινε κύριος του ακινήτου, η επί του οποίου κυριότητά του προσβάλλονταν από την εναγομένη με εκπομπές θορύβων από την επιχείρησή της, με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή, την οποία κληρονομία αποδέχτηκε και μετέγραψε τις αναφερόμενες επίσης στην αγωγή του συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής, δεν ανέφερε στην αγωγή του τον αριθμό και τόμο της γενομένης μεταγραφής.
Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στα άρθρα 559 ή 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 των άρθρων 59 και 560 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. (Ολ. ΑΠ 20/2005, 32/96, 27/98). Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Γ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας την αιτίαση, ότι παρά το νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό της (ένσταση) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τον ενάγοντα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την απόρριψη της ένστασης αυτής και ειδικότερα δεν αναφέρει πού έγκειται το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε επίσης αναφέρει αν η ένστασή της αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αβάσιμη κατ' ουσίαν, ούτε επίσης αναφέρει τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση.
Κατά το άρθρο 947 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως 2.000.000 δραχμές και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Η διάταξη αυτή, ως θεσπίζουσα ενοχή από αδικοπραξία είναι ουσιαστικού δικαίου, η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης, εντός των προαναφερομένων ορίων, είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως αναγόμενη στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εν όψει των τεθέντων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών περιστατικών. Επομένως ο υπό στοιχείο Δ λόγος αναίρεσης, με τον οποία η αναιρεσείουσα κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας την αιτίαση ότι με το να καθορίσει το ύψος της απαγγελθείσας υπέρ του αναιρεσιβλήτου χρηματικής ποινής στο ποσό των 2.934,70 ευρώ και της προσωπικής κράτησης σε ένα μήνα για κάθε μελλοντική παραβίαση, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του προαναφερομένου άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2006 αίτηση της ....... για αναίρεση της υπ' αριθμ.119/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ