Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify facts and procedural violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Court of Appeals' final judgment. The appellants argued the lower court ignored evidence regarding unverified bank transfers, but the Court found the appeal inadmissible because it failed to specify the exact facts and procedural violations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c), 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the critical facts and procedural violations relied upon, thereby attacking the final judgment on facts rather than law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1103 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1103/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Α., κατοίκου Δ.Δ. ..., 2) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3) Γ. Κ. του Β., κατοίκου ... και 4) Ι. χήρας Β. Κ., το γένος ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κάπο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου - Δεληγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2003 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και του αρχικού διαδίκου Β. Κ., που κατατέθηκε στο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 171/2005 μη οριστική και 145/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 145/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου .... Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσιβλήτου και έγινε δεκτή και κατ` ουσία η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 157/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που είχε κάνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 12-2-2003 αγωγή αυτών, δικάζοντας δε ακολούθως το Εφετείο την αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ` ουσία. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 KΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 KΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 εδαφ. γ` του KΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 688/2016).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ` και δ` του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύουν μετά το Ν. 2915/2001 (αλλά και το Ν. 3994/2011) και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ.1 εδ. α` KΠολΔ και στην κατ` έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ.3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.
Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβαθμίου ή δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του Ν. 3994/13.7.2011 περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 KΠολΔ περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτικό θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (αρθρ. 218 KΠολΔ) ή της ανταγωγής (αρθρ. 268 KΠολΔ), δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με Ν.Δ. 53/1974), που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστικής έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας (Α.Π. 1103/2011).
Αν προσκομισθούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις τρεις πρώτες κατά τη σειρά επίκλησης τους, γιατί οι πέραν των τριών πρώτων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ` και δ` του KΠολΔ ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π. 1103/2011).
Εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ξεχωριστά αποδεικτικά μέσα και δεν περιλαμβάνονται στα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. KΠολΔ έγγραφα, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία τους στην απόφαση, η οποία (μνεία) αν δεν γίνεται, ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) λήφθηκαν υπόψη, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ` του KΠολΔ (Α.Π. 854/2012, Α.Π. 197/2013). Παράλληλα, η επίκληση από τον διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (Α.Π 1454/2017, ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 638/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11γ` του άρθρου 559 KΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμό 1 του αυτού άρθρου) και συγκεκριμένα προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ότι, αν και είχαν νόμιμα επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και είχαν προσκομίσει προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, ως προς την αξίωσή τους σε βάρος της αντιδίκου τους από τις διατάξεις των άρθρων 822 επ.
και 830 ΑΚ, τις με αριθμούς 3405/14-5-2002 και 3406/2002 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Η. Γ. και Σ. Π., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α. Γ. Κ., μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, το Δικαστήριο δεν τις έλαβε υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ως ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, καθώς υπερέβαιναν το συνολικό επιρεπόμενο όριο των τριών (3) προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων, λαβόν υπόψη μόνο τις με αριθμούς 3401/13-5-2002, 3402/13-5-2002, 3404/14-5-2002,ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Χ.
Γ., (πρώτη), Γ. Σ., Ν. Μ., Ν. Λ. (δεύτερη) και Δ. Κ. (τρίτη) κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 422 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που επιτρέπει. Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τις προαναφερόμενες τρείς (3) με αριθμούς 3401,3402,3404, ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α.
Γ. Κ., που λήφθηκαν με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, πλην των επομένων, τέταρτης και πέμπτης, κατά χρονολογική σειρά, με αριθμ. 3405/14-5-2002 και 3406/14-5-2002 ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες, ως υπεράριθμες, ήτοι προσκομιζόμενες πέραν του επιτρεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2, εδ.
γ KΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο λήψεως αυτών, κατά τα αμέσως ανωτέρω στη μείζονα σκέψη αναφερόμενα και όχι υπό την ισχύ του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ, (άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015),που ισχύει από 1-1-2016 και κατ' αυτό επιτρέπεται η λήψη πέντε (5) ενόρκων βεβαιώσεων κατ' ανώτατο όριο, αριθμού των τριών ένορκων βεβαιώσεων, ορθά δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1461/2013), Επομένως ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 KΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του KΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).
Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ` αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013 ΑΠ 1206/2008).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ` επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης ( ΑΠ 59/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 KΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζητήματα που ειδικά εκθέτουν, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα αιτιώνται ότι: "... το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., για τις αναγραφόμενες στην απόφαση 1 έως 66 περιπτώσεις, κατά τις οποίες η εναγομένη - αναιρεσίβλητη παρότι α) δεν είχε τηρήσει τα πρωτότυπα ή δεν τα παρέδωσε ποτέ στη δικαστική γραφολόγο, β) στις περιπτώσεις 67 έως 71 δεν είχαμε θέσει την υπογραφή μας στα εντάλματα πληρωμής, γ) δεν υπήρχε καθόλου υπογραφή κάτω από τις λέξεις "έλαβα το παραπάνω ποσό" περίπτωση 72 και δ) για την περίπτωση 73 δεν διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, όμως παρόλα αυτά η αναιρεσιβαλλόμενη για να στηρίξει και δικαιολογήσει την κρίση της επικαλείται την λογιστική πραγματογνωμοσύνη σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να δεχθεί αντίθετα από εκείνα που αποδείχθηκαν, ότι όταν οι ενάγοντες θέλαμε να προβούμε σε πληρωμές προμηθευτών μας ή σε τακτοποίηση εκκρεμοτήτων μας σε σχέση με συναλλαγές μας με τραπεζικές επιταγές, συχνά δίναμε προφορικές ή και τηλεφωνικές εντολές στους υπαλλήλους της εναγομένης, προκειμένου να προβαίνουν σε αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς μας για να ενεργούν αντίστοιχες καταθέσεις στους λογαριασμούς προμηθευτών μας ή άλλους λογαριασμούς στους οποίους είμαστε εμείς δικαιούχοι, δεχόμενη κατ' απόλυτο τρόπο ότι αυτό έχει συμβεί σε όλες τις αναγραφόμενες υπό στοιχεία 1-73 περιπτώσεις που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη, αντιφατικά όμως στη συνέχεια απορρίπτει ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό μας, ο οποίος αποδεικνύεται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων μας και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι παραδίδαμε λόγω της μακρόχρονης γνωριμίας και συνεργασίας μας με τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της εναγομένης στη ... (κυρίως με την προϊσταμένη αυτού Α.
Σ. - Μ.) μετρητά με την εντολή να τα καταθέτει σε λογαριασμούς των προμηθευτών μας, πλην όμως εκείνη ιδιοποιείτο τα ποσά αυτά ή μέρος αυτών και ταυτόχρονα ενεργούσε αναλήψεις από τους λογαριασμούς μας προκειμένου να πληρωθούν οι προμηθευτές μας, με το σκεπτικό ότι δεν κρίνονται πειστικά όσα κατέθεσε ο μάρτυράς μας Γ.
Γ. στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στις ένορκες καταθέσεις τους ο Χ. Γ., η Σ. Κ. και ο Φ. Δ., χωρίς να υπάρχει κανένας μάρτυρας από την άλλη πλευρά που να επιβεβαιώνει ότι η ανωτέρω προϊσταμένη εδέχετο από εμάς προφορικές εντολές να μεταφέρει χρήματα σε προμηθευτές μας, παρότι για την εγκληματική αυτή δραστηριότητά της η Α.
Σ. - Μ. καταδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ... σε κάθειρξη έξι (6) ετών με την υπ' αριθ. 627/2003 απόφασή του, χωρίς στις περιπτώσεις αυτές να περιλαμβάνονται οι σε βάρος μας κακούργηματικές υπεξαιρέσεις και πλαστογραφίες της εν λόγω προϊσταμένης της ..., καθότι δεν είχαν αποκαλυφθεί ακόμη, η εν λόγω δε απόφαση δεν μνημονεύεται καν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Η αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης που αποβαίνει εις βάρος των εναγόντων ενισχύονται από την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη αλλά και από την λογιστική τοιαύτη, η τελευταία των οποίων βεβαιώνει αποστολή χρημάτων σε τρίτους για λογαριασμό με αριθμό ... ποσού δρχ. 254·240·798, αλλά "με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι υπογραφές επί των ενταλμάτων πληρωμής είναι των εναγόντων", όπως επίσης επιβεβαιώνεται και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων μας, ακόμη και εκείνων που παρά τον νόμο δεν ελήφθησαν υπόψη του Εφετείου ..., βάσει των διαλαμβανομένων στον 1ο λόγο της αναιρέσεώς μας, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 627/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ..., όπου αποδεικνύεται κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων και εταιρειών, με τα οποία δεν είχαμε ποτέ εμπορική ή άλλη συναλλαγή, τα τρίτα δε αυτά πρόσωπα (όσα εξ' αυτών γνωρίζαμε) καταθέτουν ενόρκως ότι δεν είχαμε ποτέ μαζί τους οποιαδήποτε συναλλαγή, οι καταθέσεις δε αυτές από το λογαριασμό μας στους λογαριασμούς τους ήταν πλασματικές, καθότι στη συνέχεια η ως άνω υπάλληλος αναλάμβανε μέσω των τερματικών ΟΝ LΙΝΕ τα ποσά που κατέθετε στους λογαριασμούς άλλων, για να δικαιολογήσει τις αφαιρέσεις χρημάτων από το λογαριασμό μας, πράξη την οποία παραδέχτηκε η Α.
Σ. - Μ. στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ... ". Έτσι διατυπούμενος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτος. Τούτο διότι, αφενός μεν δεν μνημονεύεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που κατά τους αναιρεσείοντες παραβιάστηκε, ότι ο αναφερόμενος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός τους προτάθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε παραδεκτώς με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου και οι αντίστοιχες παραδοχές αυτού, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή αυτού του κανόνα, η απαιτούμενη πληρότητα των αιτιολογιών και να κριθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα του λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, και συνεπώς είναι αόριστος, αφετέρου, καθόσον οι αιτιάσεις τους, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 KΠολΔ).
Ο προβαλλόμενος λόγος ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της κατάθεσης υπ' αυτών χρηματικών ποσών στον τηρούμενο στην αναιρεσίβλητη λογαριασμό τους και τον τρόπο λειτουργίας του, στα πλαίσια της υπ' αυτών ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Είναι δε συγκεκριμένες οι αιτιάσεις αυτών, ότι το Εφετείο, δεν αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο δέχεται ότι αποδείχθηκαν όσα αντίθετα πραγματικά περιστατικά περιλαμβάνονται στις παραδοχές του και δεν ισχύουν αυτά τα οποία οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως αποδειχθέντα και αληθή πραγματικά περιστατικά, με βάση, μάλιστα, μόνο τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα.
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, οι οποίες δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, δεν μπορούν να ιδρύσουν την αποδιδόμενη με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλημμέλεια, αφού, όπως αναφέρθηκε, δεν συνιστά ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα που θεωρούν αληθή οι αναιρεσείοντες και το αντίθετο προς τους ισχυρισμούς τους αποδεικτικό πόρισμα του Δικαστηρίου.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 151/2015, ΑΠ 17/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα: α) ότι, " αν και δεν προτάθηκε από τους ενάγοντες αλλά ούτε και από την εναγομένη, ούτε αποδείχθηκε από τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι λόγω της γνωριμίας και συνεργασίας μας με τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος ...ς της εναγομένης, όταν θέλαμε να προβούμε σε πληρωμές προμηθευτών μας ή σε τακτοποίηση εκκρεμοτήτων σε σχέση με συναλλαγές μας, δίναμε συχνά προφορικές ή και τηλεφωνικές εντολές στους υπαλλήλους της εναγομένης, να προβαίνουν σε αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς μας και να ενεργούν αντίστοιχες καταθέσεις στους λογαριασμούς προμηθευτών μας ή άλλους λογαριασμούς που είμαστε οι ίδιοι δικαιούχοι, δέχεται δε ότι αυτό έγινε συλλήβδην και στις αναφερόμενες στην αγωγή μας και στην αναιρεσιβαλλομένη υπό 1-73 περιπτώσεις, χωρίς όμως να επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και χωρίς να υπάρχει καμία υπογραφή των εναγόντων στα εκδιδόμενα εντάλματα πληρωμής" και β) ότι " το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρότι αποδείχθηκαν, ότι δηλαδή σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις πηγαίναμε τα χρήματα στην προϊσταμένη του υποκαταστήματος ...ς της εναγομένης, εκείνη λόγω φόρτου εργασίας τα παραλάμβανε για να τα μετρήσει αργότερα και μετά το τέλος του ωραρίου της Τράπεζας κρατούσε για λογαριασμό της το ποσό που τους παραδίδαμε ή μέρος αυτού και αναλάμβανε από το λογαριασμό μας είτε ολόκληρο το ποσό που της παραδίδαμε ή μέρος αυτού, ήτοι εκείνο που υπεξήρεσε και έστελνε στους προμηθευτές μας, χωρίς τα εντάλματα πληρωμής να φέρουν την υπογραφή μας.
Τα ανωτέρω ενισχύονται από το γεγονός ότι δεν είχαμε συναλλαγές με τους ιδιώτες και τις εταιρείες εκτός των καπνοβιομηχανιών και της εταιρείας διανομής ποτών, που να δικαιολογούν την κατάθεση χρηματικών ποσών στους λογαριασμούς τους, όπως αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των ιδιωτών στους λογαριασμούς των οποίων έχουν κατατεθεί χρήματα από τον λογαριασμό μας.......".
Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, ενόψει ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εκτίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Δικαστηρίου, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση, ούτε ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας με αναφορά στον τρόπο και χρόνο προτάσεως ή επαναφοράς στο Εφετείο, ώστε να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι διαφορετική από την υπό των αναιρεσειόντων εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ` ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 14-5-2019 αίτηση για αναίρεση της 145/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ..., και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 KΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 KΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2019 αίτηση Χ. Κ. του Α., Α. Κ. του Β., Γ. Κ. του Β. και Ι. χήρας Β. Κ., για αναίρεση της 145/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ