Supreme Court dismisses appeal by plaintiff and allows State's appeal on VAT and unjust enrichment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the State's appeal against the Court of First Instance's judgment while rejecting the plaintiff's appeal. The plaintiff argued the lower court failed to examine an unjust enrichment claim regarding unpaid VAT, but the Court ruled this argument was inadmissible because the State had not refiled it as a ground of appeal. Consequently, the judgment was annulled only regarding the accepted State appeal, and the case was remitted for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the opposing party lacks legal interest to pursue it, and a case must be remitted to the same court for further examination upon annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1103 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1103/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
A) Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αναστασίας Σκουντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παπασταθόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
B)Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παπασταθόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αναστασίας Σκουντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2016 αγωγή της ήδη A αναιρεσίβλητης- B αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 183/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4811/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το Α) αναιρεσείον με την από 13-5-2019 αίτησή του και η Β) αναιρεσείουσα με την από 14-5-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Ο πληρεξούσιος της Β) αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την απόρριψη της αντίθετης αίτησης καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι: α) από 13-05-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 420/13-5- 2019 και β) από 14-05-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 424/15-5- 2019 αιτήσεις αναίρεσης κατά της με αριθ. 4811/27-9-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών αντίθετων εφέσεων, από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και από την ενάγουσα Ε. Κ., κατά της με αριθ. 183/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της, από 28-12-2016 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 292/29-12-2016), αγωγής της αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, Ε. Κ., έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν από κάθε επίδοση και εντός της διετίας από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 27-09-2018 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ ).
Συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, αφού διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή τους, λόγω της προφανούς συνάφειας μεταξύ τους και για τη διευκόλυνση της δίκης και μείωση των εξόδων (άρθ. 246 Κ.Πολ.Δ.) να ερευνηθούν στη συνέχεια ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, για τον αναιρετικό έλεγχο, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη, αντίστοιχα, με την από 24-12-2016 και αρ. έκθεσης κατάθεσης 95842/292/2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι είναι δικηγόρος Αθηνών διορισμένη στο Εφετείο και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ότι στις 08-11-2011 συνήψε ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών του άρθρου 44 του ν.3907/2011, στην "Υπηρεσία Ασύλου", η οποία ιδρύθηκε με τον νόμο αυτό και η οποία συνιστά κατά τον νόμο αυτοτελή υπηρεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, υπαγόμενη απευθείας στον ως άνω Υπουργό και έχουσα τοπική αρμοδιότητα εκτεινόμενη σε όλη την Ελλάδα.
Ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 της ως άνω σύμβασης, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει με πλήρη απασχόληση τις νομικές της υπηρεσίες στις Επιτροπές Προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του π.δ 114/2010 επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 συμφωνήθηκε η σύμβαση να είναι αορίστου χρόνου και ότι το Υπουργείο διαφύλαξε το δικαίωμα για τον εαυτό του να την καταγγείλει μετά την πάροδο δυο (2) ετών από την έναρξή της.
Ότι με το άρθρο 4 συμφωνήθηκε να αμείβεται με το ποσό των 2.850 ευρώ μηνιαίως, στο οποίο περιλαμβάνεται ΦΠΑ 23%, το οποίο ποσό υπόκειται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, και ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της ως άνω σύμβασης υποχρεώθηκε στην τήρηση ωραρίου 40 ωρών εβδομαδιαίως, αποδεικνυόμενου αυτού από το βιβλίο παρουσίας που τηρείται στους χώρους εργασίας.
Ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 εδ. β' της σύμβασης, αυτή δεν δικαιούται άδειας ή άλλων αποδοχών ή παροχών από το Υπουργείο, καθώς επίσης ότι σε περίπτωση αδυναμίας παροχής των υπηρεσιών της για λόγους ανωτέρας βίας ή ασθένειας ή ατυχήματος, τότε σύμφωνα με το εδάφιο ε' του άρθρου 4 δεν θα γινόταν περικοπή της μηνιαίας αμοιβής της μόνο αν αυτή διαρκούσε έως τρεις (3) ημέρες.
Ότι στις 25 Απριλίου 2012 η ως άνω σύμβαση τροποποιήθηκε μόνο και όσον αφορά την αμοιβή της, η οποία καθορίστηκε στο ποσό των 2.850 ευρώ μηνιαίως, στο οποίο περιλαμβάνεται ΦΠΑ 23% και το οποίο, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, υπόκειται σε κρατήσεις σε ποσοστό 6,5% υπέρ Ασφαλιστικών Ταμείων Προσωπικού ΕΛ.ΑΣ [Μ.Τ.Σ. 2,72%, Τ.Α.Α.Σ 2,72 % και Μ.Τ.Π.Υ. 0,96%], στις οποίες όμως περιλήφθηκαν πλέον κρατήσεις ποσοστού 0,10 για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων στο πλαίσιο του Ν. 4013/2011 καθώς και ποσοστό 2% επί των κρατήσεων για τέλη χαρτοσήμου και 20% επί των τελών για Ο.Γ.Α.
Ότι στις 13-06-2013 παραιτήθηκε από τη θέση της, ως δικηγόρου μέλος των ως άνω Επιτροπών Προσφυγών με ισχύ της παραίτησής της αυτής από την 01-07-2013 και ότι την 13-06-2013 υπέγραψε νέα σύμβαση, με το ίδιο αντικείμενο, όπως η ως άνω αναφερόμενη, υπό τη μορφή της σύμβασης έργου, όμως, διάρκειας ενός έτους, από 01-07-2013 έως και 30-06-2014, με συμφωνηθείσα αμοιβή ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 28.200 ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει παρακράτηση φόρου 20% αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων υπέρ τρίτων, καταβαλλόμενου του ποσού αυτού σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, εκ ποσού 2.350 ευρώ και η οποία έληξε στις 30-06-2014, ενώ στις 27-08-2014 συνήψε με το ίδιο ως άνω αναφερόμενο αρμόδιο όργανο της Αρχής Προσφυγών νέα σύμβαση με το ίδιο αντικείμενο, όπως η αναφερομένη, υπό τη μορφή της σύμβασης έργου, όμως, διάρκειας τεσσάρων μηνών, από 01-09-2014 έως 31-12-2014, με συμφωνηθείσα αμοιβή ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 6.016,26 ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει παρακράτηση φόρου 20% αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων υπέρ τρίτων, καταβαλλόμενου του ποσού αυτού σε τέσσερις ισόποσες μηνιαίες δόσεις και εν συνεχεία στις 14-11-2014 σύναψε τροποποιητική της αρχικής σύμβασης διάρκειας ενός έτους και η αμοιβή ανακαθορίστηκε στο συνολικό ποσό των 18.048,78 ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει παρακράτηση φόρου 20% αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων υπέρ τρίτων, καταβαλλόμενου του ποσού αυτού σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, η δε σύμβασή της αυτή έληξε στις 24-09-2015 και έκτοτε έπαψε να ασχολείται στις Επιτροπές της Αρχής Προσφυγών.
Ότι κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή, ο αληθής χαρακτήρας της αρχικής σύμβασης παροχής υπηρεσιών του άρθρου 44 του Ν. 3907/2011 όσο και της δεύτερης και τρίτης διαδοχικής σύμβασης έργου που συνήψε με το εναγόμενο, είναι αυτός της σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, γεγονός το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο ασφαλώς και γνώριζε αφού τόσο η ίδια όσο και οι έτεροι συνάδελφοι της δικηγόροι του το γνωστοποίησαν.
Ότι ως εκ τούτου εσφαλμένα και παρανόμως το Ελληνικό Δημόσιο προέβαινε κάθε μήνα σε κρατήσεις υπέρ τρίτων επί της συμφωνηθείσας αμοιβής, καθώς και σε παρακράτηση ΦΠΑ 23%, ομοίως επί της συμφωνηθείσας αμοιβής, παράλληλα δε, εσφαλμένα δεν της χορηγήθηκαν τα προβλεπόμενα επιδόματα αδείας και εορτών που χορηγούνταν στους τακτικούς υπαλλήλους του αντιδίκου, το επίδομα αδείας, κύησης, τοκετού και λοχείας, ότι εσφαλμένα κατέβαλε αυτή κατά τα έτη 2012, 2013, 2014 και 2015 το σύνολο των ασφαλιστικών της εισφορών στα ασφαλιστικά του ταμεία, δεδομένου ότι οι ασφαλιστικές εισφορές των έμμισθων δικηγόρων αποδίδονται κατά τα 2/3 από τον εντολέα και κατά το 1/3 από τον δικηγόρο με την παράδοση του ασφαλιστικού του βιβλιαρίου και ως εκ τούτου, με βάση την πραγματική φύση της σχέσης που τη συνέδεε με το εναγόμενο, αυτό ήταν υπόχρεο για την καταβολή των 2/3 των ασφαλιστικών του εισφορών, ενώ τέλος δεν της καταβλήθηκε το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης της, ύψους 3.239,52 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως αναλύονται ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής, η ενάγουσα, μετά από νομότυπο περιορισμό του αγωγικού κονδυλίου με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι η, από 08-11-2011, σύμβαση παροχής υπηρεσιών του άρθρ. 44 του Ν. 3907/2011, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της Αρχής Προσφυγών, καθώς και οι μετέπειτα συναφθείσες μεταξύ τους, από 13-06-2013 και 27-08-2014 συμβάσεις έργου, συνιστούν μια ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, κυρίως με βάση την επίδικη σύμβαση και επικουρικά με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς και με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να αναγνωριστεί, ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει:
1) α) το ποσό των 3.550,64 ευρώ ως διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού της και αυτού που πράγματι της κατέβαλε το αντίδικο, μετά τις κρατήσεις, αφενός του ΦΠΑ εξ 23% και αφετέρου των κρατήσεων υπέρ τρίτων και
β) το ποσό των 1.388,28 ως διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού της και αυτού που πράγματι της κατέβαλε το αντίδικο, για το χρονικό διάστημα από 25-09-2014, οπότε αναπροσαρμόστηκε η αμοιβή της και μέχρι τη λήξη της έννομης σχέσης με το αντίδικο,
2) το ποσό των 10.004,55 ευρώ ως παρακρατηθέν ποσό ΦΠΑ,
3), το ποσό των 11.400 ευρώ για επίδομα αδείας και εορτών για τα έτη 2012-2013, τα οποία αυτή δικαιούται ως εκ της σύμβασης έμμισθης εντολής, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στην αγωγή,
4) το ποσό των 9.900 ευρώ για επίδομα άδειας κυήσεως και λοχείας,
5) το ποσό των 9.747,08 ευρώ για αναλογούσες, που βαρύνουν το ίδιο, ασφαλιστικές εισφορές υπέρ TAN, ΤΕΑΔ και ΤΠΔΑ των ετών 2012, 2013, 2014 και 2015,
6) το ποσό των 6.580 ευρώ που αφορά στις μηνιαίες πάγιες αντιμισθίες της για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο του έτους 2014 έως Σεπτέμβριο του έτους 2014 λόγω της υπερημερίας του από τη μη καταβολή της νόμιμης αμοιβής της και
7) το ποσό των 3.239,52 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό που αφορά πάγια περιοδική αμοιβή από τη δήλη ημέρα πληρωμής του, ήτοι από την επόμενη της τελευταίας ημέρας του μήνα στο οποίο αντιστοιχεί, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και με τον νόμιμο τόκο, από 30-06-2013, 30-06-2014, 30-06-2015 και 30-06-2016 για τις ασφαλιστικές εισφορές εκ ποσών 2.344,93, 2.660,50, 2.549,08 και 2.192,57 αντίστοιχα, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 183/2017 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμες τις επικουρικές βάσεις της αγωγής που θεμελιωνόταν στις περί αδικοπραξιών και αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και έκρινε ορισμένη και νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, δέχτηκε, κατά τα λοιπά, εν μέρει την αγωγή, ως και κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε αφενός ότι η έννομη σχέση που συνέδεε την ενάγουσα δικηγόρο με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει των, από 08-11-2011, 13-06-2013 και 27-08-2014, ειδικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών του άρθρ. 44 του ν. 3907/2011, είναι αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία και αφετέρου ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 45.831,59 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.
Αμφότερα τα διάδικα μέρη άσκησαν εφέσεις, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθ. 4811/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ομοίως ότι η έννομη σχέση που συνδέει την ενάγουσα δικηγόρο με το Ελληνικό Δημόσιο, με βάση τις παραπάνω συμβάσεις συνεργασίας, είναι αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία και αφού απέρριψε το αιτούμενο κονδύλιο, για αχρεωστήτως καταβληθέν ΦΠΑ, δέχθηκε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 43.217,13 ευρώ με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.
Στη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 3 εδ. α του Ν.Δ/τος 3026/1954, "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", που έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση για το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/25-9-2013), κατά το οποίο (χρονικό διάστημα) ξεκίνησαν και εξελίχθηκαν εν μέρει οι ένδικες συμβάσεις συνεργασίας των διαδίκων (08-11-2011 και 13-06-2011) ορίζεται ότι "Είναι ασυμβίβαστη προς το Δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο", ενώ, στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στον δικηγόρο:
α) η, επί παγία ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου και β) η διδασκαλία μαθημάτων νομικής ή πολιτικών επιστημών" και στην παρ. 5 εδ. α και β του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία.
Τέτοια, υπό προθεσμία, σύμβαση που έγινε και προ του Κώδικα, θεωρείται ως αορίστου χρόνου". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ίδιου Κώδικα, ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος (δημόσιος λειτουργός, κατά το άρθρο 38), που διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, υπόκειται σε πειθαρχική εξουσία και ασκεί τα καθήκοντά του αφότου δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον δικαστηρίου και εγγραφεί στο μητρώο ενός εκ των δικηγορικών συλλόγων του Κράτους, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, ενώ στο άρθρο 39 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 1366/1983, ορίζεται ότι έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι' αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις, ότι η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στον δικηγόρο και ότι επίσης είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
Ειδικότερα έργα νομικού παραστάτη αναθέτουν αποκλειστικά στον δικηγόρο και οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του ως άνω προϊσχύσαντος Κώδικα των Δικηγόρων (έρευνα βιβλίων υποθηκών κλπ και παράσταση κατά τη σύνταξη ορισμένων συμβολαίων). Τέλος, τη διάταξη του άρθρου 166 του ανωτέρω κώδικα "κάθε άλλη εργασία δικηγόρου εξώδικη, μη απαγορευμένη από τον νόμο και δυνάμενη να εκτελεσθεί και από οποιονδήποτε άλλο εντολοδόχο, αμείβεται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, εκτός εάν υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, εγγράφως αποδεικνυόμενη.
Για την πληρωμή τέτοιων αμοιβών για εξώδικες ενέργειες, εφ' όσον δεν είναι συναφείς προς την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, αποκλείεται η εκκαθάριση με πίνακα κλπ".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, εκτός αν υπάρχει διαφορετική έγγραφη συμφωνία, η πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 4 στοιχ. α του Κώδικα των Δικηγόρων και προσδιορίζεται κατά κατώτατο όριο, με παραπομπή στο μισθολόγιο των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων, από το άρθρο 92 Α του ίδιου Κώδικα (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1816/1988, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την υποπαράγραφο ΙΓ παρ. 1 στοιχ. 8β του Ν 4093/2012), οφείλεται στον δικηγόρο, όχι για την εκτέλεση οποιασδήποτε, έστω και καθαρώς νομικής φύσεως, εργασίας, αλλά μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο συμβαλλόμενος δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνον όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 41 και 42 του ως άνω Κώδικα των Δικηγόρων (ΟλΑΠ 29/1995, ΑΠ 1321/2017, ΑΠ 79/2016).
Περαιτέρω, ναι μεν από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και ότι η σύμβαση έργου, ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλ. ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο (ΑΠ 1403/2014, ΑΠ 227/2011, ΑΠ 229/2004), πλην όμως αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερθέντων είναι η, εκ μέρους του δικηγόρου, παροχή νομικών υπηρεσιών υπό την προαναφερθείσα έννοια. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές ασυμβίβαστο, η παραβίαση του οποίου άλλωστε δεν καθιστά άκυρη την τυχόν καταρτισθείσα σύμβαση, ούτε μετατρέπει αυτή σε σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, αλλά επάγεται, κατά την παρ. 6 του ως άνω άρθρου 63 του Κώδικα, μόνο πειθαρχική ευθύνη του δικηγόρου που την κατάρτισε ( ΑΠ 41/1988, ΑΠ 548/1976).
Επίσης, με τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθ. 8, 36, 42 περ. α', 44 και 46 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), που ισχύει από 27-09-2013 και εφαρμόζεται για το χρονικό διάστημα που ξεκίνησαν και εξελίχθηκαν εν μέρει η προτελευταία και εν όλω η τελευταία, από τις ένδικες συμβάσεις συνεργασίας των διαδίκων, (13-06-2011 και 27-08-2014), ορίζονται τα εξής:
Στο άρθρο 8 παρ. α': "Επιτρέπεται στον δικηγόρο, ύστερα από έγγραφη γνωστοποίηση στον δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει: α)Να παρέχει σε εντολέα με ετήσια ή μηνιαία αμοιβή νομικές υπηρεσίες ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή, είτε αυτός ανήκει στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, καθώς και να αναλαμβάνει παράλληλα υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον εντολέα με αμοιβή για κάθε υπόθεση ξεχωριστά, είτε με ετήσια ή περιοδική αμοιβή [...]".
Στο άρθρο 36 και πριν την τροποποίησή του με τους ν. 4700/2020 και 2745/2020, με τον τίτλο "Περιγραφή του έργου του δικηγόρου" ορίζεται:
1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και αρχή. Στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή διά δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο.
2. Ομοίως, στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνονται: α) Η έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, καθώς και η σύνταξη των σχετικών εγγράφων ελέγχου τίτλων. Η αίτηση και η λήψη των πιστοποιητικών και αντιγράφων δεν απαιτούν παράσταση ή διαμεσολάβηση δικηγόρου, β) Η έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων κάθε είδους εγγράφων. Τα αντίγραφα αυτά έχουν πλήρη ισχύ ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, καθώς και έναντι ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων, γ) Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγράφων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Η μετάφραση έχει πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, εφόσον συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και ο δικηγόρος βεβαιώνει ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μετάφρασε, δ) Η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα του, όπως προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 42 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθώς και σε κάθε άλλη ειδική διάταξη.
Περαιτέρω, στο άρθρο 42 ορίζεται: "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο".
Ενώ στο άρθ. 43 του νέου Κώδικα Δικηγόρων ορίζονται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις πρόσληψης του έμμισθου δικηγόρου στον δημόσιο τομέα και συγκεκριμένα στην παρ. 2 ορίζεται ότι: "2. Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται, εκτός αν πρόκειται για πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα [...]".
Εξάλλου, στο άρθ. 44 του ίδιου ως άνω Κώδικα ορίζονται τα εξής: "1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδοχές που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώτερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων.
2. Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις".
Τέλος, στο άρθ. 46 παρ. 2 ορίζεται ότι: "2. Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με τον θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού πρόσωπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 εδ. α' και β' του ν. 1649/1986 "Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων". Με τις διατάξεις που παρατίθενται στη συνέχεια του ίδιου άρθρου καθορίζεται η νόμιμη διαδικασία προκήρυξης και επιλογής, ενώ, τέλος, στο εδ. δ' της παρ. 6 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, "Προσλήψεις, που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (από 10-10-1989) χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης απ' αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες".
Από τη σαφή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της μεθοδολογίας του δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι εξαιρέσεις, που προβλέπονται στο νόμο ως απόκλιση από κάποιο γενικότερο κανόνα που τίθεται με αυτόν, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται με στενό τρόπο, συνάγεται ότι ως προϊστάμενος νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος θεωρείται εκείνος που παρέχει έργο επιτελικού χαρακτήρα, με συνέπεια η επιλογή του να προϋποθέτει εντονότερη σχέση εμπιστοσύνης.
Γι' αυτό και προς εξασφάλιση της σχέσης αυτής, με απόκλιση από τη διαφάνεια που απαιτεί ο κανόνας (διαδικασία πρόσληψης μετά από δημόσια προκήρυξη και αξιολόγηση), επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η επιλογή να γίνει με τρόπο, στον οποίο επικρατεί το προσωπικό στοιχείο (ΑΠ 706/2019, ΑΠ 540/2017).
Από τον συνδυασμό όλων των ως άνω διατάξεων, ήτοι του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, του νέου Κώδικα Δικηγόρων και της ως άνω, παρομοίου περιεχομένου, διατάξεως της παρ. 1 του άρθ. 11 του ν. 1646/1986, συνάγεται ευκρινώς ότι θεσπίστηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος ενιαία ρύθμιση, με την οποία καθιερώθηκε ειδική διοικητική διαδικασία που διασφαλίζει την αξιοκρατική πρόσβαση στις οικείες δημόσιες θέσεις για την πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία στους φορείς του δημοσίου τομέα.
Η ειδική αυτή διοικητική διαδικασία έχει ως αφετηρία τη σχετική προκήρυξη, διενεργείται από επιτροπή, η οποία αποτελεί συλλογικό όργανο της Διοίκησης, η δε πράξη επιλογής, την οποία εκδίδει το συλλογικό αυτό όργανο, δεσμεύει τον ως άνω φορέα. Από την ειδική αυτή διοικητική διαδικασία εξαιρείται ρητώς η πρόσληψη του προϊσταμένου της νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του οικείου φορέα.
Επομένως, με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά τις νομικές του υπηρεσίες ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος σε ορισμένο εντολέα σταθερά και μόνιμα, αμείβεται δε με πάγια περιοδική αμοιβή. Ως νομικός ή δικαστικός σύμβουλος, δε, θεωρείται εκείνος ο οποίος, άσχετα με τον τίτλο της θέσης που κατέχει και την ονομασία που έλαβε κατά την πρόσληψή του ή μεταγενέστερα, δεν ασχολείται με τη δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων του εντολέα του προς τρίτους, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων σ' αυτόν και στα όργανα του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους.
Συγκεκριμένα, για τον χαρακτηρισμό ως έμμισθης εντολής της εργασιακής σχέσης ορισμένου δικηγόρου ο οποίος έχει προσληφθεί με σύμβαση σε φορέα του δημοσίου τομέα, θα πρέπει αναμφισβήτητα οι νομικές υπηρεσίες που προσφέρει ο εν λόγω δικηγόρος να έχουν ως αντικείμενο έργα τα οποία, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, (παλαιού και νέου), να εμπίπτουν στα όρια εκείνα που επιτρέπουν και συγχρόνως περιγράφουν οι εν λόγω διατάξεις.
Επί πλέον, οι υπόψη νομικές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχονται υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου και ν' αφορούν τη διαφύλαξη ή την προστασία του εντολέα του, στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τρίτο. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, αλλά οι, έναντι αμοιβής, παρεχόμενες υπηρεσίες δεν είναι συναφείς με τη δικηγορική ιδιότητα, αλλά μπορούν να εκτελεστούν και από τρίτο νομικό (ή μη) που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, έστω και αν αυτές προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και πρακτικής του δικαίου, η, έναντι περιοδικής αμοιβής, σύμβαση που καταρτίζει ο δικηγόρος δεν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 79/2016).
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 26 του π.δ. 114/2010, όπως ίσχυε αρχικά και πριν την κατάργησή του με τον ν. 4686/2020, ορίζεται ότι:
"1. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη συνιστάται μία ή περισσότερες Επιτροπές Προσφυγών που λειτουργούν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η θητεία των Επιτροπών. Οι Επιτροπές αποτελούνται από: α. έναν υπάλληλο Υπουργείου ή νομικού προσώπου που εποπτεύεται από Υπουργείο, περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., κατηγορίας ΠΕ πτυχιούχο ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών, ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο Υπουργό, β. έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή έναν Έλληνα υπήκοο που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και γ. έναν νομικό, με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως μέλη.
2. [...]. 3. Οι πρόεδροι και τα μέλη των Επιτροπών είναι πλήρους απασχόλησης. Στην κάθε Επιτροπή εξασφαλίζεται πενταμελής γραμματειακή υποστήριξη από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που είναι αποκλειστικής απασχόλησης. Στα μέλη των επιτροπών ορίζεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 (γ) του ν. 3205/2003, όπως ισχύει. Η αποζημίωση των εκπροσώπων της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες καταβάλλεται στον φορέα αυτό.
4. Οι Επιτροπές Προσφυγών αποφαίνονται επί των προσφυγών των περιπτώσεων του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. (α) εντός έξι (6) μηνών, για δε τις λοιπές προσφυγές εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής σε κάθε περίπτωση. Οι Επιτροπές λειτουργούν με βάση κανονισμό λειτουργίας που εκδίδεται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη".
Εξ άλλου, με το άρθ. 3 του ν. 3907/2011, όπως ίσχυε αρχικά και πριν την κατάργησή του με τον ν. 4375/2016, ορίζεται ότι:
"1. Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη συνιστάται Αρχή Προσφυγών, η οποία εξετάζει τις προσφυγές αιτούντων διεθνή προστασία κατά αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 5.
2. Η Αρχή Προσφυγών υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Στην Αρχή λειτουργούν μία ή περισσότερες τριμελείς Επιτροπές Προσφυγών, που συγκροτούνται, ανάλογα με τον αριθμό των προσφυγών που υποβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη με θητεία δύο ετών που μπορεί να ανανεώνεται. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η τοπική τους αρμοδιότητα.
3. Οι Επιτροπές Προσφυγών απαρτίζονται από ένα πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, με εξειδίκευση ή εμπειρία στο προσφυγικό δίκαιο ή στο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή στο διεθνές δίκαιο, ως πρόεδρο, έναν Έλληνα υπήκοο που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες και έναν πτυχιούχο Α.Ε.Ι. με τίτλο σπουδών νομικών, πολιτικών ή κοινωνικών επιστημών με εξειδικευμένες γνώσεις στα ζητήματα διεθνούς προστασίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους. Ο πρόεδρος και το τρίτο μέλος της Επιτροπής, καθώς και οι αναπληρωτές τους, επιλέγονται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη από σχετικό κατάλογο που καταρτίζεται από την Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της.
4. Τα μέλη των Επιτροπών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαμβάνουν προσωπικής ανεξαρτησίας. Ο πρόεδρος και τα μέλη των Επιτροπών αυτών αμείβονται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου που συνάπτεται, είτε με τους ίδιους είτε με τον φορέα στον οποίο ανήκουν. Δικηγόροι που τυχόν ορίζονται ως μέλη των ως άνω Επιτροπών δεν αναλαμβάνουν υποθέσεις πολιτών τρίτων χωρών που αφορούν υποθέσεις μετανάστευσης ή διεθνούς προστασίας, ούτε τους εκπροσωπούν ενώπιον των αρχών. Η ανάληψη τέτοιας δραστηριότητας συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έκπτωση τους από τη θέση του μέλους της ως άνω Επιτροπής".
Ενώ με το άρθ. 44 του ίδιου νόμου ορίζεται: "1. Οι ιδιώτες που συμμετέχουν με πλήρη απασχόληση στις Επιτροπές Προσφυγών του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 (ΦΕΚ 195 Α') αμείβονται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου που συνάπτεται είτε με τους ίδιους είτε με τον φορέα στον οποίο ανήκουν.
2. Στις Επιτροπές Προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του π.δ. 114/2010 μπορεί να ορίζονται ως πρόεδροι υπάλληλοι Υπουργείων και νομικών προσώπων που εποπτεύονται από αυτά περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., κατηγορίας ΠΕ πτυχιούχοι ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών, οι οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον οικείο Υπουργό. Οι υπάλληλοι του προηγουμένου εδαφίου μπορεί να ορίζονται και ως μέλη των ιδίων ως άνω επιτροπών αντί του εκπροσώπου της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και αντί του νομικού με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου εφόσον η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες ή η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αντιστοίχως δεν ορίζουν για οποιοδήποτε λόγο τα μέλη των επιτροπών που καθορίζονται από τις διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων του π.δ. 114/2010. Θεωρείται ότι δεν ορίζονται τα μέλη των εν λόγω επιτροπών αν αυτά δεν υποδειχτούν από τους ως άνω φορείς μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την έγγραφη ειδοποίηση - πρόσκληση της αρμόδιας Υπηρεσίας".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολ,Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τον αναιρετικό έλεγχο, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων:
«| Κατά τη διάταξη του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010, με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη συστάθηκαν οι Επιτροπές Προσφυγών που λειτουργούσαν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και είχαν αποφασιστική αρμοδιότητα, οι οποίες αποφαίνονταν επί των προσφυγών των περιπτώσεων του άρθρου 25 παρ. 1 του ΠΔ 114/2010 που υποβάλλονταν από αλλοδαπούς και ανιθαγενείς, σε περίπτωση απόρριψης αιτήσεως διεθνούς προστασίας και δυνάμει της υπ' αριθ. .../3-505533 απόφασης του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη (ΦΕΚ ...-2011) με θέμα "σύσταση και συγκρότηση Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010) αποφασίστηκε η σύσταση στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη δέκα (10) Επιτροπών Προσφυγών με αποφασιστική αρμοδιότητα επί των προσφυγών σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 114/2010, εκ των οποίων έξι ειδικές επιτροπές του άρθρου 32 παρ. 1 του ΠΔ 114/2010 και τέσσερις επιτροπές προσφυγών του άρθρου 26 του ΠΔ 114/2010, ενώ τα τακτικά μέλη των επιτροπών που ήταν νομικοί οριζόταν από τον κατάλογο των νομικών της Εθνικής Επιτροπής για τα δικαιώματα του ανθρώπου και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 του ν. 3907/2011, οι απασχολούμενοι πλήρως στις Επιτροπές Προσφυγών του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 (ΦΕΚ 195 Α') αμείβονταν σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου που συνάπτεται είτε με τους ίδιους είτε με το φορέα στον οποίο ανήκουν.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3907/2011, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 81 παρ. 1 του ν. 4375/2016, συστήθηκε από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η Αρχή στην οποία ανατέθηκε η αρμοδιότητα να εξετάζει τις προσφυγές των αιτούντων διεθνή προστασία κατά των απορριπτικών αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, οι δε επιτροπές Προσφυγών ορίστηκαν τριμελείς και απαρτιζόμενες μεταξύ άλλων από ένα πρόσωπο εγνωσμένου κύρους με εξειδίκευση ή εμπειρία στο προσφυγικό δίκαιο ή στο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή στο διεθνές δίκαιο, ως πρόεδρο, ενώ δυνάμει της υπ' αριθ. 208/10-7-2013 απόφασης του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και Υπουργού Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, (ΦΕΚ 1691/10-7-2013) με θέμα σύσταση και συγκρότηση Επιτροπών Προσφυγών του άρθρου 3 του ν. 3907/2011 αποφασίστηκε η σύσταση στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη στην Αρχή Προσφυγών δεκαεννέα (19) Επιτροπών Προσφυγών οι οποίες θα αποφαίνονταν επί των προσφυγών των αιτούντων διεθνή προστασία κατά αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3907/2011, με προέδρους από τους καταλόγους της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ότι η ενάγουσα είναι δικηγόρος διορισμένη στο Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό .../3 3-1-2005 ΥΑ., η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ ..., εγγεγραμμένη στα μητρώα μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών στις 23-02-2005 με αριθμό μητρώου … και προήχθη στο Εφετείο Αθηνών με την, με αριθμό …/14-5-2009, απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Ότι στις 08-11-2011, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, συνήψε με τον νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, τη, με την ίδια ημερομηνία, έγγραφη ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών του άρθρου 44 του ν. 3907/2011. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της προαναφερόμενης σύμβασης η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει με πλήρη απασχόληση τις νομικές της υπηρεσίες στις Επιτροπές Προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του π.δ. 114/2010 για την εξέταση των προσφυγών που υποβάλλονταν από αλλοδαπούς και ανιθαγενείς σύμφωνα με το άρθρο 25 του π.δ. 114/2010 επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Σύμφωνα με τη σύμβαση, η ενάγουσα θα παρείχε τις υπηρεσίες της υπό την εποπτεία του Διευθυντή Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας ή εξουσιοδοτούμενου από αυτόν προσώπου και περιλάμβαναν σύμφωνα με το άρθρο 5 της σύμβασης τη συμμετοχή στη λήψη συνεντεύξεων από τους προσφεύγοντες αιτούντες άσυλο, τη διάσκεψη για τη λήψη των αποφάσεων, τη μελέτη των φακέλων των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο και την έρευνα πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής των προσφευγόντων και για τη σχετική με την υπόθεση τους ελληνική και διεθνή νομολογία.
Ότι με την προαναφερόμενη, υπ' αριθ. .../3-505533 από 07-11-2011, απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη (ΦΕΚ ...-2011), η οποία ανανεώθηκε με την υπ' αριθμ. .../... από 11-6-2012 απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ ...-2012) και τροποποιήθηκε με τις με αριθμούς ..., αποφάσεις του ίδιου ως άνω Υπουργού, η ενάγουσα ορίστηκε ως τακτικό μέλος στην 4η Ειδική Επιτροπή και αναπληρωματικό μέλος στις υπόλοιπες Επιτροπές.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ως άνω (από 08-11-2011) σύμβασης, η σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ως αορίστου χρόνου, με το Υπουργείο να δικαιούται να την καταγγείλει μετά από την πάροδο δύο ετών από το χρόνο έναρξής της χωρίς απαιτήσεις της αντισυμβαλλομένης του ενάγουσας, πέραν των προβλεπομένων στη σύμβαση.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 της σύμβασης, συμφωνήθηκε το ύψος της αμοιβής της ενάγουσας η οποία καθορίστηκε στο ποσό των 2.850,00 € μηνιαίως, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ΦΠΑ 23% και το οποίο, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, υπόκειται σε κρατήσεις: α) σε ποσοστό 6.4% υπέρ Ασφαλιστικών Ταμείων Προσωπικού ΕΛ.ΑΣ. [Μ.Τ.Σ. 2,72%, Τ.Α.Α.Σ. 2,72% και Μ.Τ.Π.Υ. 0,96 %], β) σε ποσοστό 2% επί των κρατήσεων για τέλη χαρτοσήμου και 20% επί των τελών για Ο.Γ.Α., η οποία (αμοιβή) συμφωνήθηκε να καταβάλλεται εντός των δέκα (10) πρώτων εργασίμων ημερών εκάστου μήνα, με την υποχρέωση από μέρους της ενάγουσας να προσκομίζει μηνιαίως ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα, καθώς επίσης και να εκδίδει απόδειξη παροχής υπηρεσιών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 της σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 6 αυτής; η ενάγουσα υποχρεώθηκε στην τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου και συγκεκριμένα καθορίστηκε ωράριο τουλάχιστον 40 ωρών εβδομαδιαίως, η τήρηση του οποίου αποδεικνυόταν από το βιβλίο παρουσίας που τηρείτο στο χώρο εργασίας, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 εδ.
β' της ίδιας σύμβασης; ορίστηκε ότι αυτή δεν δικαιούταν άδεια ή άλλες αποδοχές ή παροχές από το Υπουργείο, καθώς επίσης ότι, σε περίπτωση αδυναμίας παροχής των υπηρεσιών της για λόγους ανωτέρας βίας ή ασθένειας ή ατυχήματος, τότε σύμφωνα με το εδάφιο ε' του άρθρου 4, δεν θα γινόταν περικοπή της μηνιαίας αμοιβής της.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι στις 25 Απριλίου 2012 η ως άνω βάση τροποποιήθηκε εγγράφως μόνο ως προς το άρθρο 4 αυτής, αναφορικά με την αμοιβή της ενάγουσας, η οποία καθορίστηκε στο ποσό των 2.850,00€ μηνιαίως, το οποίο περιλάμβανε ΦΠΑ 23% και το οποίο, αφαιρουμένου του ΦΠΑ, υπόκειτο σε κρατήσεις σε ποσοστό 6,5% υπέρ Ασφαλιστικών Ταμείων Προσωπικού ΕΛ.ΑΣ. [Μ.Τ.Σ. 2,72%, Τ.Α.Α,Σ. 2,72% και Μ.Τ.Π.Υ. 0,96%], στις οποίες όμως περιλήφθηκαν πλέον και κρατήσεις ποσοστού 0,10% για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων στο πλαίσιο του Ν. 4013/2011 καθώς και ποσοστό 2% επί των κρατήσεων για τέλη χαρτοσήμου και 20% επί των τελών για Ο.ΠΑ, ενώ κατά τα λοιπά εξακολουθούσε να ισχύει η, από 08-11-2011, αρχική σύμβαση.
Κατόπιν, στις 13-06-2013, η ενάγουσα υπέβαλε εγγράφως την παραίτησή της από τη θέση της ως δικηγόρου μέλους των ως άνω Επιτροπών Προσφυγών, με ισχύ της παραίτησης αυτής από την 01-07-2013, με επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος της που θα απέρρεε από τη λειτουργία, ερμηνεία και εκτέλεση της από 08-11-2011 σύμβασης. Στις 13-06-2013 η ενάγουσα κατήρτισε με το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη νομίμως εκπροσωπούμενο από τη Διευθύντρια της Αρχής Προσφυγών, τη με την ίδια ημερομηνία έγγραφη σύμβαση του άρθρου 3 του ν. 3907/2011, διάρκειας ενός έτους, αρχόμενης αυτής από την 01-07-2013 και λήγουσας στις 30-6-2014 και αμοιβή το συνολικό ποσό των 28.200 ευρώ, στο οποίο περιλαμβανόταν παρακράτηση φόρου 20% αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων υπέρ τρίτων, καταβαλλόμενου του ποσού αυτού σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, εκ ποσού 2.350 ευρώ, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε να παρέχει το έργο της συμμετοχής της ως προέδρου στις εργασίες και συνεδριάσεις της Επιτροπής προσφυγών του άρθρου 3 του ν. 3907/2011, στην έκδοση αποφάσεων επί των προσφυγών αιτούντων διεθνή προστασία κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Ασύλου και στην καθημερινή διεκπεραίωση των διαδικασιών καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, πλην των επισήμων αργιών.
Εν συνεχεία, στις 27-08-2014, συνήψε με το ίδιο ως άνω αρμόδιο όργανο της Αρχής Προσφυγών νέα σύμβαση, υπό την ονομασία "σύμβαση έργου", με το ίδιο αντικείμενο, διάρκειας τεσσάρων μηνών, από 01-09-2014 έως 31-12-2014, με συμφωνηθείσα αμοιβή ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 6.016,26 ευρώ, που περιλάμβανε παρακράτηση φόρου 20% αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων υπέρ τρίτων, καταβαλλόμενου του ποσού αυτού σε τέσσερις ισόποσες μηνιαίες δόσεις και εν συνεχεία, στις 14-11-2014, συνήψε τροποποιητική της αρχικής σύμβασης, διάρκειας ενός έτους (από 25-09-2014 έως 24-09-2015) και η αμοιβή ανακαθορίστηκε στο συνολικό ποσό των 18.048,78 ευρώ, που περιλάμβανε παρακράτηση φόρου 20% αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων υπέρ τρίτων, καταβαλλόμενου του ποσού αυτού σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις.
Η ενάγουσα καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η ένδικη σύμβαση πρόσφερε καθημερινά και επί οκτώ ώρες ημερησίως τις νομικές της υπηρεσίες στο Ελληνικό Δημόσιο, τηρώντας έτσι ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως, στο οποίο όφειλε να είναι συνεπής.
Παρά τις διαφορετικές ονομασίες τους οι ως άνω τρεις διαδοχικές συμβάσεις, ήτοι η καταρτισθείσα στις 08-11-2011 "ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών του άρθρου 44 ν. 3907/2011", η καταρτισθείσα στις 13-06-2013 "σύμβαση του άρθρου 3 του ν. 3907/2011" και η καταρτισθείσα στις 27-08-2014 "σύμβαση έργου", είχαν εν τοις πράγμασι το ίδιο αντικείμενο παροχής νομικών υπηρεσιών - την εξέταση προσφυγών επί αιτημάτων ασύλου σε δεύτερο βαθμό- με την επισημείωση ότι ασκούσε με την μεν πρώτη σύμβαση τα καθήκοντά της στις Επιτροπές Ασύλων ως μέλος, ενώ με τη δεύτερη και τρίτη σύμβαση ως Πρόεδρος στις Επιτροπές Προσφυγών της Ανεξάρτητης πλέον Αρχής Προσφυγών.
Ειδικότερα, δυνάμει των ανωτέρω συμβάσεων η ενάγουσα ανέλαβε να παρέχει τις νομικές της υπηρεσίες στις Επιτροπές Προσφυγών, ασχολούμενη με την επεξεργασία των εκκρεμών προσφυγών που της ανατίθεντο, τη μελέτη των φακέλων των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο, με τη συμμετοχή της στις εργασίες και τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Προσφυγών, την παροχή γνωμοδότησης σχετικά με την πορεία της προσφυγής, τη διάσκεψη για τη λήψη των αποφάσεων, με τη διατύπωση πρότασης επί των αιτημάτων των προσφυγών, την έκδοση αποφάσεων, ενέργειες που κατέτειναν στη διαφύλαξη των συμφερόντων του ελληνικού δημοσίου με τον εξειδικευμένο έλεγχο της νομιμότητας των πρωτοβαθμίων αποφάσεων.
Η ενάγουσα στα πλαίσια των ως άνω συμβάσεων παρείχε τις νομικές της υπηρεσίες τηρώντας ωράριο, αυτό των δημοσίων υπαλλήλων.
Σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος ως δικηγόρος συμμετείχε και αυτός στις Επιτροπές Προσφυγών, έχοντας ως εκ τούτου άμεση γνώση και αντίληψη, οι υπηρεσίες της ενάγουσας συνίσταντο στην εξέταση των αιτούντων άσυλο, στην έρευνα των υποθέσεων, στην υπαγωγή των υποθέσεων στις νομικές διατάξεις της σύμβασης της Γενεύης και του ελληνικού δικαίου για το δίκαιο του πρόσφυγα ώστε να κριθεί αν ο αιτών αλλοδαπός δικαιούται να πάρει άσυλο στην Ελλάδα, ή όχι, στη σύνταξη των αποφάσεων, στην ερμηνεία των άρθρων του κώδικα διοικητικής δικονομίας.
Ότι η παροχή των προαναφερόμενων υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας προς το εναγόμενο, στα πλαίσια των τριών ως άνω συμβάσεων, αποτελεί παροχή καθαρά νομικών υπηρεσιών νομικού συμβούλου, αφού άπτεται της δικαστικής κρίσης για την αποδοχή ή την απόρριψη των προσφυγών με βάση το δίκαιο που διέπει τους πρόσφυγες, την παροχή ασύλου και τα ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς η ενάγουσα να ασχολείται με τη δικαστική εκπροσώπηση του εναγομένου και το χειρισμό δικαστικών του υποθέσεων έναντι τρίτων αλλά περιοριζόταν αποκλειστικά στον έλεγχο των φακέλων των προσφυγών και την παροχή γνωμοδότησης σχετικά με την πορεία της προσφυγής με την έρευνα και υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε κανόνες δικαίου, την επίλυση νομικών ζητημάτων προς το σκοπό της εύρυθμης λειτουργίας της Επιτροπής στην οποία είτε προήδρευε ή συμμετείχε ως μέλος.
Σημειωτέον δε ότι, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των επίδικων συμβάσεων ως υπηρεσιών ή έργου, ο χαρακτηρισμός της νομικής φύσης της δικαιοπρακτικής σχέσης ανήκει στο Δικαστήριο, με κρίσιμο στοιχείο την πραγματική φύση των παρεχόμενων εκ μέρους της ενάγουσας υπηρεσιών. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η ενάγουσα παρείχε στο εναγόμενο υπηρεσίες νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία, απασχολούμενη αποκλειστικά με την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, χωρίς ποτέ να ασχοληθεί, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς τον εντολέα της, με τη δικαστική εκπροσώπηση αυτής και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεών του, με την παράσταση της ενώπιον των δικαστηρίων και ως εκ τούτου οι συμβάσεις της έφεραν το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία χωρίς το κύρος της να θίγεται από το γεγονός ότι κατά την κατάρτισή της δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, διαδικασία, απορριπτόμενων των όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το εκκαλούν.
Ειδικότερα, η παροχή με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρά νομικών υπηρεσιών νομικού συμβούλου ή δικηγόρου με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη, μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, ενώ η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο και συνεπώς η πραγματική σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με το εναγόμενο είναι αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία.
Εφόσον δε η εν λόγω σύμβαση έμμισθης εντολής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία θεωρείται πάντοτε αορίστου χρόνου, δεν δικαιολογείται η κατάρτιση των από 08-11-2011, 13-06-2011 και 27-08-2014 διαδοχικών συμβάσεων για ορισμένο χρόνο και αυτές θεωρούνται ως ενιαία σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου με έναρξη ισχύος την ημερομηνία υπογραφής της πρώτης σύμβασης, ήτοι την 08-11-2011, εφόσον, όπως προεκτέθηκε απαγορεύεται συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή για ορισμένο χρόνο, τυχόν δε συναπτόμενη θεωρείται ως σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέλεξε στην ίδια κρίση αναφορικά με τον ορθό χαρακτηρισμό της ενιαίας σύμβασης και την φύση των παρεχόμενων από την ενάγουσα υπηρεσιών, ορθώς έκρινε |».
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων ως ουσιαστικά βάσιμες, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κάνει δεκτή εν μέρει την αγωγή και είχε αναγνωρίσει ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 45.831,59 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και, αφού αναγνώρισε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε την ενάγουσα δικηγόρο με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της, από 08-11-2011 ειδικής σύμβασης παροχής υπηρεσιών του άρθ. 44 του ν. 3907/2011, της από 13-03-2013 σύμβασης και της από 27-8-2014 σύμβασης, είναι αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, στη συνέχεια αναγνώρισε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, ως διαφορά μεταξύ της καταβαλλόμενης σ' αυτήν μηνιαίας αντιμισθίας και εκείνης που ορίζεται από τον Κώδικα Δικηγόρων, το συνολικό ποσό των 43.217,13 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.
Έτσι, όπως αποφάνθηκε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά τους βάσιμους, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, δύο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή συνίσταται στο ότι (α) οι ανωτέρω υπηρεσίες της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης δικηγόρου, μολονότι προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και της πρακτικής του δικαίου, δεν συνιστούν ούτε έργο αντιπροσωπεύσεως ή υπερασπίσεως του αντισυμβαλλόμενου αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας, ούτε επιμέλεια διοικητικών εν γένει υποθέσεων του τελευταίου, αλλ' ούτε και παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους.
Η προεκτεθείσα απασχόλησή της, η οποία δεν απαγορεύεται από τον νόμο, μπορεί να εκτελεσθεί και από νομικό που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, στηρίζει δε αξίωση για λήψη αμοιβής κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου (ΑΚ 648 επ.), σύμφωνα με τον Κώδικα των δικηγόρων και (β) αν και δέχθηκε το Εφετείο, όπως από το σύνολο των ουσιαστικών του παραδοχών προκύπτει, ότι η ενάγουσα δικηγόρος είχε προσληφθεί χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για να προσφέρει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νομικές υπηρεσίες, απασχολούμενη άλλοτε ως μέλος και άλλοτε ως πρόεδρος της Επιτροπής Προσφυγών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην περίπτωσή της επρόκειτο για πρόσληψη νομικού συμβούλου, για την οποία, κατ' εξαίρεση, δεν ήταν αναγκαία η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986.
Εάν, όμως, η εξαίρεση ήταν τόσο ευρεία, ώστε να εμπίπτουν σ' αυτήν περιπτώσεις όπως αυτή της ενάγουσας, η νόμιμη διαδικασία δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει εφαρμογή. Ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξαίρεση αναφέρεται μόνο στο πρόσωπο που επιλέγεται ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος του οικείου νομικού προσώπου (είναι χαρακτηριστικό ότι στον νόμο χρησιμοποιείται ενικός αριθμός).
Ως εκ τούτου, η πρόσληψη της ενάγουσας, ως επιστημονικό προσωπικό στην Επιτροπή Προσφυγών δεν αφορούσε σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία. Κατά συνέπεια, οι δύο σχετικοί περί αυτού λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής, τα οποία σχετίζονται με τους λόγους αναίρεσης της ενάγουσας:
Ότι σε όλες τις επίμαχες συμβάσεις αναφέρεται ότι το ποσό του ΦΠΑ 23% περιλαμβανόταν στην αμοιβή της ενάγουσας. Ότι από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και τιμολόγια για παροχή νομικών υπηρεσιών προκύπτει ότι καταβαλλόταν σ' αυτή το συνολικό ποσό της αμοιβής, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 23% για τους μήνες από Νοέμβριο του 2011 έως και Μάιο του 2013, ενώ από τους μήνες Ιούλιο 2013 έως και Ιούνιο 2014 η αμοιβή της δεν περιελάμβανε ΦΠΑ.
Συνεπώς προκύπτει ότι για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διεκδικεί ΦΠΑ η ενάγουσα, ήτοι από Νοέμβριο του 2011 έως και Μάιο του 2013, ο ΦΠΑ καταβλήθηκε στην ενάγουσα με την αμοιβή της, προκειμένου η ίδια στη συνέχεια να τον αποδώσει και δεν παρακρατήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Εσφαλμένα, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο προέβαινε σε παρακράτηση ΦΠΑ 23% κάθε μήνα χωρίς να οφείλεται πράγματι ΦΠΑ και επιδίκασε για την αιτία αυτή στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.004,55 ευρώ".
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η ενάγουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το κονδύλιο του ΦΠΑ των 10.004,55 ευρώ, το οποίο αφορά το πιο πάνω χρονικό διάστημα και απέρριψε κατ' ουσία το Εφετείο, απερρίφθη με αντιφατικές αιτιολογίες και ως εκ τούτου υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση των αναφερόμενων διατάξεων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η απόρριψη του κονδυλίου αυτού έγινε χωρίς αντιφάσεις για το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα και έτσι δεν στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον είναι ορισμένοι. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικο του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης έννομο συμφέρον (ΑΠ 1329/2019, 1349/2018, 517/2017, 435/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η ενάγουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κεφάλαιο των 10.671,37 ευρώ κατά την κύρια βάση της αγωγής της από τη σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο, με το σκεπτικό ότι δεν παρακρατήθηκε από το Δημόσιο το ποσό αυτό ως ΦΠΑ για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2011 έως και Μάιο 2013, παρέλειψε να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής της για το ίδιο κεφάλαιο από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση η οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη και είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με τον έκτο λόγο της έφεσης του εναγομένου Δημοσίου. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας -ενάγουσας, ενόψει του ότι δεν ήταν αυτή που είχε ασκήσει την ως άνω έφεση, αλλά το αναιρεσίβλητο Δημόσιο, που είναι αντίδικο της. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι το Δημόσιο δεν είχε επαναφέρει στο Εφετείο με κάποιο λόγο έφεσης τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη έχον άλλωστε έννομο συμφέρον προς τούτο.
Κατ' ακολουθία όλων αυτών πρέπει:
Α) να γίνει δεκτή η από 13-05-2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την κύρια βάση της, κατά το μέρος που έγινε δεκτή από το Εφετείο. Κατά το μέρος αυτό πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης που ηττήθηκε περιορισμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και
Β) Ν' απορριφθεί η από 14-05-2019 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας και να καταδικασθεί αυτή στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις, α) από 13-05-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 420/13-5-2019 και β) από 14-05-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 424/15-5-2019 αιτήσεις αναίρεσης κατά της με αριθ. 4811/27-9-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 14-05-2019 αίτηση αναίρεσης της Ε. Κ..
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού δημοσίου, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Δέχεται την από 13-05-2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.
Αναιρεί την, υπ αριθ. 4811/27-9-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2021
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ