Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling claims expired under prior law before new law applied.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Engineering Fund against the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued that the statute of limitations had not expired under the new law, but the court found the claims were already time-barred under the previous legal regime. Consequently, the court held that the new law did not apply retroactively to invalidate the time-bar status established before its enactment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 137, 250 of the Civil Code; The statute of limitations is determined by the law in force at the time the limitation period expires, and a subsequent amendment cannot retroactively revive claims that were already time-barred under the prior law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1103 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1103/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (ΤΜΕΔΕ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (ΕΤΑΑ), καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ανανιάδου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5159/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4207/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/11/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη από 19-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 4207/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 5159/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή την από 3-1-2014 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).
Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.
Επιτρέπει όμως σ' αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009).? Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων, περιελήφθησαν στα εδάφια ι και ια αυτής οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τις διοικητικές συμβάσεις, δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση, καθώς και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ν.δ. 356/1974).
Ειδικότερα, η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκεται βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος, που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στο συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.
Έτσι, συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, 28/2011, Ολ ΑΠ 8/2000, 7/2001, ΑΠ 1523/2013, ΑΠ 901/2011, ΑΠ 1671/2008, ΑΠ 1649/2007). Επιπλέον, οι διατάξεις του άρθρου 73 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ) ρυθμίζουν λεπτομερώς την άσκηση από το θιγόμενο ιδιώτη, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ανακοπής, τόσον πριν, όσο και μετά την έναρξη διοικητικής εκτέλεσης.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης, αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου, η διαφορά, που δημιουργείται με την άσκηση της απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 73 ιδίου Κώδικα ανακοπής του θιγόμενου ιδιώτη, φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξη της απαίτησης από το Δημόσιο Ταμείο.
Επομένως, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν, σύμφωνα με τα ανωτέρω και με την ισχύ του ν. 1406/1983, τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 8/1989, 23/1999, ΑΠ 1523/2013, ΑΠ 1320/2002). Εξάλλου, με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε νπδδ η εφαρμογή των διατάξεων για παραγραφή, που αφορούσαν το Δημόσιο.
Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά τα νπδδ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούν το Δημόσιο ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (Ολ ΑΠ 132/1962, ΑΠ 307/1962, ΑΠ 404/1962).
Επακολούθησε το ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι "Δια β.δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος ν.δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το β.δ. 776/1972, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω ν.δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και κατά το άρθρο 101 του ν.δ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Ακολούθως, όμως εκδόθηκε το ν.δ. 496/1974, το οποίο με τα άρθρα 44 επ. ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 496/1974, περί Λογιστικού των νπδδ, ορίζει ότι "παν χρέος προς το νπ παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ. 1 εδ.
α' )...."χρέη προς το νπ α)..., β)..., γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2). Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλην των αναφερομένων στην παρ.1)... . "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ους ταύτα εξεδόθησαν".
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης νπδδ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει to προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννωμένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".
Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το π.δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του ν.δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του π.δ. 305/1985 (ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 663/2011).
Επίσης, με τον ν. 2326/1940 ιδρύθηκε το "Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), του οποίου καθολικό διάδοχο απετέλεσε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και 38 του ν. 3655/2008, το "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων" (ΕΤΑΑ), υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών, ακολούθως δε καθολικό διάδοχο του τελευταίου αποτελεί το ήδη αναιρεσείον "Ταμείο Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" (Τ.Μ.Ε.Δ.Ε.), σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 1 και 2 του ν. 4387/2016.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του π.δ. 437/1977, εξαιρέθηκε το ως άνω νομικό πρόσωπο ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων Ν.Π.Δ.Δ., δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ.
Κατά δε το άρθρο 249 του κώδικα αυτού, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όπως στην περίπτωση του άρθρου 250 περ.5, που αναφέρεται στις αξιώσεις εκείνων, που ασκούν κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους, οι οποίες παραγράφονται σε πέντε χρόνια, από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 251-253 του ΑΚ.
Με το άρθρο 7 του Α.Ν. 440/1945 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των αφορωσών το Ταμείον Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων διατάξεων" ορίζονται, πλην άλλων, τα εξής: Οι κατά τις κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή σε δημοπρασίες εκτέλεσης έργων ή προμηθειών του Δημοσίου όλων των Υπουργείων και κάθε αρμοδιότητας, όπως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και κάθε Οργανισμού, για τα οποία απαιτείται κατά το νόμο δημοπρασία για την εκτέλεσή τους, εκδίδονται απεριόριστα και από το Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων.
Οι εγγυοδοτικές επιστολές του Ταμείου γίνονται υποχρεωτικά δεκτές, έστω και αν δεν αναφέρεται αυτό στη διακήρυξη. Με το άρθρο δε 2 του Ν. 1019/1949 ορίστηκε ότι, προκειμένου για Δημόσια κλπ έργα, που εκτελούνται στις επαρχίες, οι υπέρ των μετόχων του ΤΣΜΕΔΕ εκδιδόμενες από αυτό μετά το Ν. 440/1945 εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες, χορηγούνται είτε από το Κεντρικό Γραφείο του Ταμείου είτε από τα ιδρυόμενα επαρχιακά Γραφεία.
Τέλος, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2326/1940 σκοπός του ΤΣΜΕΔΕ είναι η παροχή συντάξεως ή εφάπαξ βοηθήματος στους μετόχους, οι οποίοι παύουν να εξασκούν επάγγελμα, όπως και στις οικογένειές τους, με το άρθρο 7 δε του ίδιου νόμου ορίστηκαν οι πόροι του Ταμείου, και στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής: "Πάσα απαίτησις του Ταμείου εξ οιασδήποτε αιτίας προερχόμενη, μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων, εισπράττεται βάσει των δικονομικών διατάξεων της εκάστοτε ισχυούσης δια την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων εσόδων, νομοθεσίας...Τίτλον δια την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, του ΤΣΜΕΔΕ, καθορίζουσα το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εν γένει απαιτήσεων και προσθέτων επιβαρύνσεων, την αιτίαν της οφειλής, ως και την περίοδον εις ην ανάγεται αύτη.
Δια της επιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως εις οφειλέτην διακόπτεται η παραγραφή. Το Ταμείον δύναται να επιδιώξει την είσπραξιν των απαιτήσεων του και κατά την τακτικήν διαδικασίαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το ΤΣΜΕΔΕ έχει διφυή χαρακτήρα, ήτοι αφενός συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και με την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και αφετέρου ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (Fiscus), όπως ακριβώς δρουν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυόμενο υπέρ των μελών του, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια.
Η καταβολή προμήθειας γενικά για την έκδοση εγγυητικών επιστολών συνιστά ανταποδοτικό αντάλλαγμα (αμοιβή) για την παροχή εγγύησης ή την έκδοση εγγυητικής επιστολής και η αξίωση για την καταβολή αυτής (αμοιβής) υπόκειται στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 του ΑΚ. Επομένως, το ΤΣΜΕΔΕ ανήκει στην κατηγορία των προσώπων της περ. 5 του άρθρου 250 ΑΚ, κατά το μέρος που ασκεί κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, με την παροχή εγγυήσεων υπέρ των εργοληπτών δημοσίων έργων, δια της εκδόσεως εγγυητικών επιστολών και οι αντίστοιχες αξιώσεις του από προμήθειες για την έκδοση εγγυητικών επιστολών υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή της περ. 5 του άρθρου 250 ΑΚ (ΑΠ 1601/2014, ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1645/2010).
Ήδη με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 4075/2012 (ΦΕΚ Α' 89/11-4-2012), στο τέλος της παραγράφου 1 του Α' Τμήματος του άρθρου 137 του ν. 3655/2008 (Α 58), προστέθηκε νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Απαιτήσεις του ΤΣΜΕΔΕ κατά ασφαλισμένων του από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που έχουν εκδοθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 3655/2008, παραγράφονται εντός πενταετίας, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του επόμενου οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες".
Με βάση δε τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον η παραγραφή των προαναφερομένων απαιτήσεων του ΤΣΜΕΔΕ είχε συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4075/2012 (11-4-2012), υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προεκτέθηκε, η βεβαίωση της αντίστοιχης οφειλής και η εντεύθεν εφαρμογή του άρθρου 137 παρ.1, εδάφιο τελευταίο του ν. 3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ.11 του ν. 4075/2012, για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης, αποτελούν διαδικασίες ακυρωτέες, αν ο οφειλέτης υποβάλλει σχετική ένσταση παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 781/2019, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 238, 239/2018, ΑΠ 741/2017).
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 137 Α' Τμήμα παρ. 1 εδ. τελευταίο του Ν. 3665/2008, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 του Ν. 4075/2012, εισάγει νέα ρύθμιση και δεν έχει ερμηνευτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου ούτε και αναδρομική δύναμη. Τούτο δε διότι οι ως άνω προϊσχύσασες σχετικές διατάξεις ήταν επαρκώς σαφείς ως προς την έννοια, την έκταση και το χρόνο εφαρμογής τους και συνεπώς δεν συνέτρεχε περίπτωση ερμηνείας τους από το νομοθέτη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από 3-1- 2014 ανακοπή ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, για τους επικαλούμενους σε αυτήν λόγους, να ακυρωθούν η υπ' αριθμ. πρωτ. .../14-11-2012 βεβαίωση οφειλών του Προϊσταμένου της Δ/νσης Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του ΕΤΑΑ και η υπ' αριθμ.
πρωτ. .../14-11-2013 ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση του Α' Αντιπροέδρου του Δ.Σ. του ΕΤΑΑ και Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής του ΕΤΑΑ (Τομείς Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων), με τις οποίες το καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείον βεβαίωσε σε βάρος του οφειλή και τον κάλεσε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 28.820,30 ευρώ, όπως τα επιμέρους ποσά λεπτομερώς εξειδικεύονται στο συνημμένο στο δικόγραφο της πίνακα και προέρχεται από παροχή προμήθειας και τόκους για την έκδοση από το καθ' ου η ανακοπή επτά (7) εγγυητικών επιστολών υπέρ του ιδίου (ανακόπτοντος), για έργα, τα οποία είχε αναλάβει ο τελευταίος.
Ειδικότερα, στο εν λόγω δικόγραφο της ανακοπής του ο αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της παρούσας διαφοράς από την έκδοση των ένδικων εγγυητικών επιστολών από το αναιρεσείον, δεδομένου ότι αυτό ενεργεί ως πιστωτικό ίδρυμα ιδιωτικού δικαίου (fiscus), δρώντας ως οικονομική ενότητα ιδιωτικού δικαίου, όπως και κάθε άλλο πιστωτικό ίδρυμα.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε ότι: "Η ανακοπή αυτή παραδεκτά εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν δικαιοδοσία, αφού η επικαλούμενη οφειλή του ανακόπτοντος προς το καθ' ου η ανακοπή έχει παραχθεί από σχέση ιδιωτικού δικαίου και δη από τη δράση του τελευταίου ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου, αφού η συμφωνία για την καταβολή προμήθειας για την έκδοση εγγυητικών επιστολών από μέρους του καθ' ου η ανακοπή, δεν διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες, που προσδίδουν στο καθ' ου υπερέχουσα θέση, με αποτέλεσμα αυτές οι συμβάσεις να μην έχουν το χαρακτήρα διοικητικής σύμβασης αλλά σύμβασης ιδιωτικού δικαίου.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε με την εκκαλουμένη απόφαση ότι υφίσταται δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ανακοπής απορρίπτοντας την ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας, που πρότεινε το καθ' ου η ανακοπή νομικό πρόσωπο, καθώς και τον ισχυρισμό απαραδέκτου λόγω αοριστίας, δεν έσφαλε στην κρίση του.
Τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Η κρίση αυτή του ως άνω Δικαστηρίου, με βάση την οποία απέρριψε την ένσταση αοριστίας της ένδικης ανακοπής είναι ορθή, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, αυτή είναι πλήρως ορισμένη, διαλαμβάνουσα όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Ειδικότερα, στην ένδικη ανακοπή για τη θεμελίωση της εν λόγω δικαιοδοσίας εκτίθενται όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία που αφορούν στην υποκείμενη έννομη σχέση μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ' ου Ταμείου, που είναι η σύμβαση παροχής εγγύησης κατά τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, έναντι καταβολής προμήθειας και η οποία σύμβαση δεν διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες που να προσδίδουν στο αναιρεσείον υπερέχουσα θέση, με αποτέλεσμα αυτή να μην έχει το χαρακτήρα διοικητικής, αλλά σύμβασης ιδιωτικού δικαίου.
Η εν λόγω δε υποκείμενη σχέση είναι αυτή που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης και όχι η σχέση από τα έργα για τα οποία δόθηκαν οι επίμαχες εγγυητικές επιστολές, ενόψει μάλιστα και του ότι δεν τίθεται ζήτημα κατάπτωσης αυτών, αλλά μόνο καταβολής των οφειλόμενων προμηθειών. Επομένως, το Εφετείο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας της ένδικης ανακοπής, αφού στο δικόγραφο της διαλαμβάνονται όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου είναι αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησής του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως και ο σχετικός λόγος αναίρεσης.
III. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 18-12-2013 κοινοποιήθηκαν στον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο η υπ' αριθμ.
πρωτ. .../14.11.2013 ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση του Α' Αντιπροέδρου του Δ.Σ. του ΕΤΑΑ και Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής του ΕΤΑΑ (Τομείς Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων) και η σε αυτή αναφερόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. .../14.11.2013 βεβαίωση οφειλών του Προϊσταμένου της Δ/νσης Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του ΕΤΑΑ, με τις οποίες το καθ' ου η ανακοπή βεβαίωσε σε βάρος του οφειλή και τον κάλεσε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 28.820,30 ευρώ, δηλαδή 20.245,11 ευρώ από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, 7.573,72 ευρώ για τόκους περιόδου 14.11.2008 έως 14.11.2013, 834,56 ευρώ για χαρτόσημο και 166,91 ευρώ για ΟΓΑ επί χαρτοσήμου.
Το ποσό προέρχεται από οφειλόμενη προμήθεια και τόκους για την έκδοση από το καθ' ου η ανακοπή επτά (7) εγγυητικών επιστολών υπέρ του ανακόπτοντος από 21.6.1991 έως 3.12.1992. Ειδικότερα, σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα στη βεβαίωση οφειλών, οι επτά εγγυητικές επιστολές που αφορούν οι προμήθειες είναι οι εξής: α) η υπ' αριθμ. ...
έκδοσης 21.6.1991, β) η υπ' αριθμ. ... έκδοσης 29.1.1992, γ) η υπ' αριθμ. ... έκδοσης 10.2.1992, δ) η υπ' αριθμ. ... έκδοσης 10.2.1992, ε) η υπ' αριθμ. ... έκδοσης 27.5.1992, στ) η υπ' αριθμ. ... έκδοσης 8.7.1992 και ζ) η υπ' αριθμ. ... έκδοσης 3.12.1992. Οι εγγυητικές επιστολές εκδόθηκαν στα πλαίσια της δραστηριότητας του καθ' ου ως οικονομικής οντότητας ιδιωτικού δικαίου που παρέχει πιστωτικές υπηρεσίες εγγυόμενο υπέρ των μελών του έναντι προμήθειας.
Οι ανωτέρω, ωστόσο, αξιώσεις του καθ' ου η ανακοπή για προμήθειες και τόκους αυτών έχουν υποπέσει, κατά τα προεκτεθέντα, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 Α.Κ., σύμφωνα με βάσιμο ισχυρισμό του ανακόπτοντος με τον πρώτο λόγο ανακοπής, καθώς από το τέλος των ετών 1991 έως 1993, κατά τα οποία γεννήθηκαν οι ως άνω αξιώσεις (έναρξη απαιτητού προμήθειας στο τρίμηνο από την έκδοση κάθε εγγυητικής επιστολής) μέχρι και την 18.12.2013, οπότε επιδόθηκε στον ανακόπτοντα η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση, ως πρώτο διακοπτικό γεγονός της παραγραφής, παρήλθαν πέντε και πλέον έτη.
Εξάλλου, με την ίδια πενταετή παραγραφή συμπαραγράφηκαν και οι παρεπόμενες από την ως άνω κύρια αξίωση του καθ' ου η ανακοπή αξιώσεις για την καταβολή τόκων και λοιπών απαιτήσεων κατά την διάταξη του άρθρου 274 ΑΚ. Ο ισχυρισμός του καθ' ου η ανακοπή, που επαναφέρει με την έφεση του, ότι οι αξιώσεις του δεν έχουν παραγραφεί κατ' εφαρμογή του τροποποιηθέντος άρθρου 137 παρ. 1 του νόμου 3655/2008 με το άρθρο 26 παρ. 11 του νόμου 4075/2012, καθώς η παραγραφή αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες αυτές (2013), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Η παραγραφή των συγκεκριμένων απαιτήσεων είχε ήδη συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 4075/2012 (11.4.2012), που τροποποίησε τον χρόνο έναρξης αυτής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο οι αξιώσεις του καθ' ου έχουν υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 Α.Κ.
και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις, δεν έσφαλε στην κρίση του κατά την εφαρμογή του νόμου. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα ότι οι αξιώσεις του καθ' ου η ανακοπή- αναιρεσείοντος για προμήθειες και τόκους αυτών από τις ανωτέρω εγγυητικές επιστολές, υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ και έχουν υποπέσει σ' αυτήν, με αποτέλεσμα την ακυρότητα των προσβαλλόμενων πράξεων, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την τελευταία αυτή ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη υπόθεση, αλλά ούτε και τη διάταξη του άρθρου 137 Α' Τμήμα, παρ.1, εδάφιο τελευταίο του ν. 3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ.11 του ν. 4075/2012, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, ενόψει του ότι δεν τίθεται ζήτημα ερμηνευτικού χαρακτήρα και ως εκ τούτου αναδρομικότητας αυτής.
Ειδικότερα, εφόσον η παραγραφή των συγκεκριμένων απαιτήσεων του αναιρεσείοντος είχε ήδη συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4075/2012 (11-4-2012), υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και η βεβαίωση τούτων από το τελευταίο έγινε στις 14-11-2013, η κίνηση της ένδικης διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης των πιο πάνω αξιώσεων του αναιρεσείοντος καθίσταται άκυρη, μετά την προβολή της σχετικής ένστασης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-11-2018 αίτηση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" (ΤΜΕΔΕ) για αναίρεση της υπ' αριθ. 4207/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ