Legislator Case Law & Legislation
1103/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissible change of legal basis and procedural defects.

Case Number 1103/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his lawsuit. The appellant argued that the First Instance Court erred in rejecting his claim for damages based on a change in the legal basis of his contract, but the Court found this constituted an impermissible alteration of the case's historical foundation. Furthermore, the Court rejected the second ground for appeal as inadmissible because it required a substantive judgment on the merits, which the lower court had already refused to make by dismissing the suit as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 lit. a CPD; Art. 559 para. 1 no. 19 CPD: An appeal is inadmissible if it relies on a new legal basis not presented in the original suit, or if it requires a substantive judgment on the merits when the lower court dismissed the suit as inadmissible.

Keywords

AI generated
change of legal basis inadmissible appeal substantive judgment procedural defect contractual relationship damages claim legal history

Cited Legislation

AI generated
Art. 5§1 of the Constitution
Art. 569 para. 2 lit. a CPD
Art. 559 para. 1 no. 19 CPD
Art. 176 CPD
Art. 183 CPD
Art. 191 para. 2 CPD
Art. 922 AC
Art. 71 AC
Art. 57 AC
Art. 59 AC
Art. 914 AC
Art. 932 AC

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1103 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1103/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, αφού ανακάλεσε την δήλωση παράστασής του κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και το διακριτικό τίτλο ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ….και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευανθίας Βαρούνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 241/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4575/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2018 αίτησή του και τους από 2-1-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 18-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4575/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών για την παροχή εργασίας επί της από 11-12-2015 έφεσης του ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντα- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και των από 2-10-2016 πρόσθετων λόγω αυτής κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και κατά της υπ' αριθμ. 241/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 8-10-2013 αγωγής του εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης, η οποία απορρίφθηκε στο σύνολο της. Με την αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν παραδεκτά, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., με ιδιαίτερο δικόγραφο (αρ. έκθ. καταθ.1/3-1-2019), το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη στις 3-1-2019 (βλ. σχετ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ο. Β. στο δικόγραφο πρόσθετων λόγων).

1. Με το άρθρο 5§1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση αυτής της ελευθερίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου. Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς για λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση πρέπει να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και το χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας, να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση με αυτόν (Ολ.ΣτΕ 2204/2010).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α και 94 του ισχύσαντος έως και τις 26-9-2013 Κώδικος Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχόλησης που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ' εξαίρεση ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει, με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου. Η σύμβαση αυτή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω κι αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, δεν μπορεί η παροχή των ως άνω υπηρεσιών του δικηγόρου να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, εφόσον προσαρμόζονται προς τον Κώδικα Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος και ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτό και συμπληρωματικά από τις περί εντολής και παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις του ΑΚ (Ολ ΑΠ 45/2002).

Η προαναφερόμενη σύμβαση λύεται, εκτός των άλλων και με καταγγελία από τον εντολέα οπότε ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει την οριζόμενη από το άρθρο 94 του Κώδικα αυτού αποζημίωση, καθώς επίσης και τη συμφωνημένη αμοιβή του (πάγια αντιμισθία) μέχρι ότου καταβληθεί πλήρως η οφειλόμενη αποζημίωση (ΑΠ 308/2017).

Εξάλλου, με το άρθρο 63Α του ως άνω Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 1366/1983, ορίζονται τα εξής: α) Απαγορεύεται στο δικηγόρο να παρέχει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή σε περισσότερους από έναν εντολείς, είτε αυτοί ανήκουν στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα (παρ. 1), β) Δικηγόρος που έχει συμπληρώσει το 65° έτος της ηλικίας του ή τις προϋποθέσεις για να λάβει πλήρη σύνταξη από το Ταμείο Νομικών, δεν επιτρέπεται εφεξής να προσληφθεί για να παρέχει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή σε οποιοδήποτε εντολέα (παρ.4), γ) Εκπρόσωποι οργανισμών, επιχειρήσεων και νομικών προσώπων, ιδιώτες εντολείς της παρ.1, καθώς και δικηγόροι που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που ορίζονται, μεταξύ άλλων και στην παρ.4, τιμωρούνται κατά το άρθρο 458 του ΠΚ.

Για τους δικηγόρους η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα και ο παραβάτης δικηγόρος παραπέμπεται υποχρεωτικά στο πειθαρχικό συμβούλιο και τιμωρείται με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης τουλάχιστον τεσσάρων μηνών και σε περίπτωση υποτροπής με οριστική απόλυση (παρ.9) και δ) Συμβάσεις παροχής νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που θα συναφθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου κατά παράβαση των απαγορεύσεων των παραγράφων 1,2 και 4 είναι αυτοδίκαια άκυρες και δεν υπάρχει ούτε αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Όσα όμως έχουν καταβληθεί δεν αναζητούνται (παρ. 10). Με τις πιο πάνω διατάξεις ο νομοθέτης απέβλεψε, όπως από την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 1366/1983 προκύπτει, στην κατοχύρωση της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος μέσα στα πλαίσια που διαγράφονται από τη συνταγματική προστασία της επαγγελματικής ελευθερίας και από την ιδιομορφία του δικηγορικού επαγγέλματος σαν δημόσιου λειτουργήματος, επιβάλλοντας περιορισμούς στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, χάριν της, υπέρ του κοινού συμφέροντος, πλήρους κατά το δυνατόν απασχόλησης των δικηγόρων και της αποκατάστασης, στο μέτρο του δυνατού, της ισότητας στην κατάληψη των εμμίσθων θέσεων τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, με την εξασφάλιση στους πολλούς αντί των λίγων των εν λόγω θέσεων.

Ειδικότερα, ο περιορισμός που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 63 Α (όριο ηλικίας 65 ετών για την πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία) θεσπίσθηκε στο πλαίσιο του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του κράτους για την ορθή άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, το οποίο λόγω της φύσης του συνδέεται αμέσως με την απονομή της δικαιοσύνης, είναι πρόσφορος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτόν σκοπών και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξή τους μέτρο λαμβανομένου υπόψη ότι το θεσπισθέν όριο ηλικίας είναι κατά την κοινή πείρα εύλογο και παρέχει επαρκές χρονικό διάστημα για την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πρόσληψη δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής (βλ.

ΣτΕ 3068/2013, πρβλ Ολ ΑΠ 16/2004, δημ. ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, με το άρθρο 63Α' παρ. 4 του ΝΔ 3026/1954 δεν θίγεται ο πυρήνας του κατοχυρωμένο με το άρθρο 5§1 του Συντάγματος δικαιώματος της επαγγελματικής ελευθερίας, διότι δεν τίθεται περιορισμός στην επιλογή και πρόσβαση στο επάγγελμα ούτε στην άσκηση αυτού εν γένει, αλλά μόνο σε μια ειδικότερη και μάλιστα κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη υπό το καθεστώς του ΝΔ 3026/1954, μορφή άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος (με πάγια αντιμισθία), χωρίς να εμποδίζεται κατά τα λοιπά η παροχή των υπηρεσιών του δικηγόρου σε οποιονδήποτε εντολέα και μετά την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του.

Τέλος οι διατάξεις του άρθρου 63Α του ΝΔ 3026/1954 δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος διότι δεν αναιρούν ούτε περιορίζουν το παρεχόμενο από την ως άνω συνταγματική διάταξη δικονομικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο προς παροχή έννομης προστασίας και ανάπτυξης ενώπιον αυτού των απόψεων του προσφεύγοντος.

Εξάλλου, η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, όπως αυτές ενσωματώθηκαν στην εθνική έννομη τάξη με τον ν. 3304/2005 και ακολούθως, με τον ν. 4443/2016, με τις οποίες σκοπείται η θέσπιση ενός γενικού πλαισίου, προκειμένου να εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας με την παροχή αποτελεσματικής προστασίας από τις διακρίσεις που στηρίζονται σε έναν από τους λόγους του άρθρου 1 της Οδηγίας αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηλικία, καθόσον οι ανωτέρω ρυθμίσεις εισάγουν σε περιορισμένο βαθμό, εξαιρέσεις από την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως προς την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, οι οποίες συγχωρούνται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου εξυπηρετούνται θεμιτοί σκοποί κοινωνικής πολιτικής, ιδίως δε σκοποί που συνδέονται με την πολιτική της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας ή της επαγγελματικής κατάρτισης (αποφάσεις Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 2009, C-388/07, Age Concern England, σκέψη 46, της 18ης Ιουνίου 2009 C-88/08, Hutter, σκέψη 41, Prigge, σκέψεις 80, 81) και στην προκειμένη περίπτωση το επίμαχο όριο ηλικίας αποβλέπει σε θεμιτό σκοπό, κατά την έννοια της παρ. 1 στοιχ.

γ' του άρθρου 6 της Οδηγίας 2000/78, ικανό να δικαιολογήσει τη θέσπιση του σχετικού ανώτατου ορίου ηλικίας, όπως προκύπτει από την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 1366/1983, σύμφωνα με την οποία ο νομοθέτης απέβλεψε στην κατοχύρωση της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος μέσα στα πλαίσια που διαγράφονται από τη συνταγματική προστασία της επαγγελματικής ελευθερίας και από την ιδιομορφία του δικηγορικού επαγγέλματος σαν δημόσιου λειτουργήματος, επιβάλλοντας περιορισμούς στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, χάριν της, υπέρ του κοινού συμφέροντος, πλήρους κατά το δυνατόν απασχόλησης των δικηγόρων και της αποκατάστασης, στο μέτρο του δυνατού, της ισότητας στην κατάληψη των εμμίσθων θέσεων τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, με την εξασφάλιση στους πολλούς αντί των λίγων των εν λόγω θέσεων.

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη.

2. Από της παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων, εξέθετε στην αγωγή του ότι ότι είναι δικηγόρος παρ' Αρειω Πάγω, ασκώντας από το έτος 1974 μέχρι σήμερα το δικηγορικό λειτούργημα, ότι μ' αυτήν την ιδιότητα προσέφερε τις νομικές υπηρεσίες του στην εφεσίβλητη από τις 20-2-2005, δυνάμει προφορικά καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής, με πάγια μηνιαία αντιμισθία ποσού 3.000 Ευρώ.

Ότι πλέον της ανωτέρω χρηματικής αντιμισθίας, συμφωνήθηκε να του παραχωρήσει η εναγομένη τη χρήση αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου. Ότι κατά τον ως άνω χρόνο κατάρτισης της σύμβασης διήγε τούτος το 68° έτος της ηλικίας του, καθόσον, όπως ανέφερε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2013) είχε ξεπεράσει την ηλικία των 75 ετών.

Ότι η εναγομένη ουδέποτε του παραχώρησε τη χρήση αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου, δεν του κατέβαλε τις δεδουλευμένες αντιμισθίες του για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2012 και το Σεπτέμβριο του 2012 κατήγγειλε τη σύμβασή του, χωρίς να του καταβάλει την προβλεπόμενη από το άρθρο 94§1 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) αποζημίωση.

Και ότι τα τέκνα του Προέδρου της εναγομένης, Ν. και Ι. Π. και η συγγενής αυτού (αδελφή της συζύγου του) Μ. Σ., κατά τους αναφερόμενους ειδικότερα χρόνους, προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του, εκφραζόμενοι απαξιωτικά γι' αυτόν κατηγορώντας τον αβάσιμα για φοροδιαφυγή και εμπλοκή σε οικονομικά σκάνδαλα και αποδίδοντας του ευθύνη για μη πληρωμή εκ μέρους της εναγομένης οφειλών της προς το ΙΚΑ.

Ζητούσε δε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει τα ακόλουθα ποσά: α) 37.950 Ευρώ για την αξία χρήσης του αυτοκινήτου που όφειλε να του έχει παραχωρήσει για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2008 έως τον Σεπτέμβριο του 2012, β) 3.450 Ευρώ για την αξία χρήσης του κινητού τηλεφώνου που όφειλε να του έχει παραχωρήσει για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, γ) 6.000 Ευρώ για τις αντιμισθίες των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου 2012, δ) 41.000 Ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασής του, ε) 66.000 Ευρώ για τις αντιμισθίες του μετά την καταγγελία χρονικού διαστήματος και έως το τέλος του 2013, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης και στ) 50.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του.

3. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμη καθόσον κρίθηκε ότι ο ενάγων παρείχε ως δικηγόρος τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, δυνάμει σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι δυνάμει σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία και ότι έχει λάβει όλες τις οφειλόμενες αμοιβές για όσο χρόνο διαρκούσε η συνεργασία τους, κατόπιν δε ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής "η αγωγή όσον αφορά τα θεμελιούμενα στην επικαλούμενη σύμβαση δικηγορικής εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία αιτήματά της, δηλαδή τα αιτήματά της που αφορούν τις δεδουλευμένες αντιμισθίες μηνών Ιουλίου και Αυγούστου 2012, την αξία χρήσης αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου, την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης και τις αντιμισθίες του μετά την καταγγελία αυτής χρονικού διαστήματος, συνολικού ποσού 154.400 Ευρώ, είναι μη νόμιμη, διότι υπό τα εκτιθέμενα, η παραπάνω σύμβαση, που καταρτίσθηκε μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του ενάγοντος δικηγόρου, είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 63Α §§4 και 10 του ΝΔ 3026/1954, το οποίο τυγχάνει εφαρμοστέο εκ του χρόνου στον οποίο εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση.

Περαιτέρω, όσον αφορά το περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αίτημά ης, η αγωγή είναι απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης, διότι κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της, η προσβλητική της προσωπικότητας του ενάγοντος συμπεριφορά αποδίδεται στα τέκνα του Προέδρου της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και στην κατονομαζόμενη συγγενή αυτού, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείτε ευθύνη της (εναγομένης) βάσει των άρθρων 71 και 922 σε συνδυασμό με τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ Στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά την αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του.

4. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την απόρριψη της βάσεως της αγωγής για καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος από τη σύμβαση της εμμίσθου δικηγορικής εντολής, σύμφωνα με τις νόμιμες σκέψεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της αποφάσεως αυτής, δεν παραβίασε Ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ.

τέταρτο, 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος εν συνδυασμώ με τις διατάξεις του άρθρου 63Α §§ 4 και 10 του ΝΔ 3026/1954, διότι οι περιορισμοί στην άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου που είχαν θεσπιστεί με το άρθρο 63Α παρ. 4 και 10 του ΝΔ 3026/1954, θεσπίσθηκαν κατά τα προαναφερόμενα χάριν της υπέρ του κοινωνικού συμφέροντος πλήρους κατά το δυνατόν απασχόλησης των δικηγόρων και της αποκατάστασης στο μέτρο του δυνατού της ισότητας στην κατάληψη των έμμισθων θέσεων τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα με την εξασφάλιση στους πολλούς αντί των ολίγων των εν λόγω θέσεων και οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση τελούσαν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και το χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος δεν είναι δε δυσανάλογοι σε σχέση με αυτόν, ούτε αποτελούν περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας του ενάγοντος, ούτε προσβάλλουν την αρχή της αναλογικότητας, αφού ισχύουν για όλους τους δικηγόρους είτε απασχολούνται στον δημόσιο, είτε, στον ιδιωτικό τομέα.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος λόγος αυτής κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ άλλως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου και κατ'ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου αυτού με τους οποίους ο αναιρεσείων παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής του ως νόμω αβάσιμης όσον αφορά τις απαιτήσεις του εκ της συμβάσεως έμμισθης εντολής είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι Περαιτέρω, και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο με το να κρίνει απορριπτέα ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς τη βάση και αιτήματά της για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και πρόσθετων παροχών χρήσης αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλάγιου τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ που θεμελιώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και του άρθρου 5 του Συντάγματος, μέσω του οποίου προστατεύεται το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου, απόρροια του οποίου αποτελεί η απορρέουσα από το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, καθόσον με την ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε ότι οι υπηρεσίες που παρείχε στην αναιρεσίβλητη, είχαν το χαρακτήρα του φορολογικού οικονομικού συμβούλου και ότι η ιδιότητα που πράγματι έφερε εντός της εταιρικής δομής της αναιρεσίβλητης δεν ήταν έμμισθη εντολή δικηγορικών υπηρεσιών, αλλά έμμισθη εντολή οικονομικού στελέχους εταιρίας, είναι, ενόψει των όσων έχουν ήδη αναπτυχθεί, αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, στην οποία ο αναιρεσείων ρητά αναφέρει ότι " από το έτος 1974 μέχρι σήμερα ασκεί με επιτυχία το δικηγορικό λειτούργημα" , ότι η συνεργασία του με την εναγομένη "είχε επί της ουσίας τη μορφή της έμμισθης εντολής (με καθεστώς παγίας αντιμισθίας)" και ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη με συνέπεια και υπευθυνότητα "σε εκτέλεση αυτής της σύμβασης έμμισθης εντολής ", απορριπτέος ως αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση , και ειδικότερα ότι με την ένδικη αγωγή ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με την εναγομένη είχε το χαρακτήρα παροχής υπηρεσιών φορολογικού οικονομικού συμβούλου και δεν τον συνέδεε με αυτήν σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγορικών υπηρεσιών με καθεστώς πάγιας αντιμισθίας, η δε προβολή του ως άνω ισχυρισμού, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής.

5. Επίσης και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του που αναφέρεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η αγωγή του ως παθητικά ανομιμοποίητη κατά το αίτημά της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της προσβολής της προσωπικότητας του εκ μέρους της εναγομένης εταιρίας, αν και στοιχειοθετείτο ευθύνη αυτής βάσει των περί προστήσεως διατάξεων του άρθρου 922 ΑΚ είναι αβάσιμος, και απορριπτέος, εφόσον ο ενάγων δε επικαλείτο με την αγωγή πραγματικά περιστατικά δυνάμενα να θεμελιώσουν την επικαλούμενη το πρώτον με την αίτηση αναίρεσης σχέση προστήσεως συνδέουσας τα τέκνα του Προέδρου της εναγομένης και την αναφερόμενη συγγενή του με την εναγομένη εταιρία, η δε αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς το εν λόγω κονδύλιο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, n φερόμενη ως προσβολή της προσωπικότητας του αποδίδεται στα τέκνα του Προέδρου της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και στην κατονομαζόμενη συγγενή του με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται ευθύνη της εναγομένης βάσεις των άρθρων 71 και 922 σε συνδυασμό με τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ.

Ο αυτός δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως) είναι απαράδεκτος διότι η προβολή του προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη όπως εν προκειμένω.

6. Σύμφωνα με τα παραπάνω και εφόσον όλοι οι λόγοι καθώς και οι πρόσθετοι της αιτήσεως αναιρέσεως κρίθηκαν ουσιαστικά αβάσιμοι πρέπει ν' απορριφθεί αυτή στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 18-7-2018 αίτηση αναίρεσης και τους υπ' αριθμ. καταθ. 1/3-1-2019 προσθέτους λόγους αυτής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-7-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4575/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τους υπ'αριθμ. καταθ. 1/3-1-2019 προσθέτους λόγους αυτής.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ