Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to vague complaint and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the plaintiff's property ownership claim. The lower court found the plaintiff's complaint vague because she failed to specify how her predecessors acquired title or prove good-faith possession for thirty years prior to 1915. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the original judgment was legally sound and the appellant's arguments were unsupported by the record.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 560, 566 §1, 577 §1, 577 §3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a judgment dismissing a property ownership claim is inadmissible if the lower court correctly found the complaint vague due to the plaintiff's failure to substantiate the chain of title and good-faith possession requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1103 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1103/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Απριλίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής Μπράβου.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3294/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 4577/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 11-7-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 4577/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου -εναγομένου-εκκαλούντος κατά της 3294/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών(με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 22-4-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας-ενάγουσας-εφεσίβλητης), εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή ως αόριστη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την με αριθμ. 613/11-7-2016 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών).Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2.Κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (Ολ.Α.Π. 75/1987).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1041 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και, κατά το άρθρο 1051 Α.Κ., εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί δεκαετία με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση μόνο από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατ' άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο .
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 Α.Κ. και 216 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι ο κύριος ακινήτου δικαιούται, με αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου, να ζητήσει να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ακίνητο. Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (Α.Π.1203/2012) και σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη.
3. Επειδή, επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή κατ` άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50. 4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως, ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Παν. (5-8), 27 Πανδ.(18-1), 10,18 και 48 πανδ (41.3), 3 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως ως ενδιάθετης καταστάσεως συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.
και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2- 9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50. 4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.
ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ` αυτά (Ολ.ΑΠ 75/1987).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του β. δ/τος 12-12-1833 που έχει ισχύ νόμου, "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά την συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 ν. ΚΘ` 31.1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.
ΨΗΖ`/1880, κατά το οποίο, οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, 18, 21 του ν.
της 21.6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22.4/16-5-1926, 60 ν. ΣΟΖ`/1855 και 12 παρ. 1 ν. ΔΝΖ/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη και υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και τη 11ης Σεπτεμβρίου 1915. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του από 17 (29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι το Δημόσιο αναγνωρίστηκε με αυτό κύριο κάθε έκτασης, η οποία πριν από την ισχύ του ήταν δάσος, εκτός εκείνων για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής ότι ανήκαν πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα, σε ιδιώτες, καθώς και εκείνων που ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία, και στις δύο δε αυτές περιπτώσεις, εάν και εφόσον οι νόμιμοι τίτλοι ιδιοκτησίας υποβλήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους στην Γραμματεία επί των Οικονομικών μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 3 παρ. 1 ανατρεπτική προθεσμία, του ενός έτους από τη δημοσίευσή του (νόμου, ΦΕΚ 69/1.12.1836), προς εξέταση της νομιμοποίησής τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικών δασών.
Ούτε όμως από το πιο πάνω β. δ/μα, ούτε από άλλη διάταξη απαγορευόταν τότε η έκτακτη χρησικτησία επί των δημόσιων δασών και γενικότερα επί των δημόσιων κτημάτων, ακόμη και εκείνων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, με βάση την από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τα από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, αλλά αντίθετα αυτή ήταν επιτρεπτή τόσο κατά τους ν. 18, Πανδ. (41.3), ν. 2, Κωδ. (7. 30), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), όσο και κατά το άρθρο 21 του μετέπειτα ισχύσαντος από 2.6/3.7.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", και μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας και επί πραγμάτων της πιο πάνω κατηγορίας, εφόσον, όμως, είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11-9-1915, αφού έκτοτε, ενόψει του ν.
ΔΞΗ/1912 και των εκδοθέντων σε εκτέλεση αυτού αλλεπάλληλων β. δ/των, όπως και του ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που προπαρατέθηκε, αποκλείστηκε η χρησιδεσποτεία των ανηκόντων στο Ελληνικό Δημόσιο ακίνητων πραγμάτων (ΑΠ 1524/2012). Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "
ΙΙ.Α. Κατά το άρθρο 1094 του ΑΚ, επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου ή απλώς αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας, όπως δηλαδή και αυτής που ασκείται με αγωγή του άρθρου 6 § 2 του Ν. 2664/1998, στηριζόμενης σε παράγωγο ή σε πρωτότυπο τρόπο, αρκεί κατ' αρχάς για το ορισμένο της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 του ΚΠολΔ, αν μεν πρόκειται για παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, η επίκληση από τον ενάγοντα με την αγωγή της καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του άμεσου δικαιοπαρόχου συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής της κυριότητας πράξης και της μεταγραφής και ότι ο δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του μεταβιβαζόμενου (ΑΠ 180/2006 ΕλλΔνη 2007.114, ΑΠ 283/2005 ΕλλΔνη 2006.1344, ΑΠ 1279/2005 ΕλλΔνη 2007.1018, ΑΠ 318/2002 ΕλλΔνη 2003.179, ΑΠ 229/1996 ΕλλΔνη 37.1541, ΑΠ 1301/1997 ΕλλΔνη 40.73, ΑΠ 1568/1995 ΕλλΔνη 38.1043, ΕφΑΘ 4000/2008 ΕλλΔνη 2008.1515), αν δε πρόκειται για κληρονομική διαδοχή (είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης) ότι έγινε αποδοχή με δημόσιο έγγραφο της κληρονομιάς, μεταγραφή της αποδοχής ή έκδοση κληρονομητηρίου και μεταγραφή αυτού, καθώς η κυριότητα των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον λάβει χώρα μεταγραφή της αποδοχής κληρονομιάς ή του κληρονομητηρίου (ΑΠ 1192/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1432/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1292/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1333/2000 ΕλλΔνη 2002.400, ΕφΘεσ/κης 2084/2012 Αρμ 2013.1259), ενώ στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946), σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, δεν απαιτείται η αναφορά των προαναφερομένων στοιχείων, διότι η κληρονομιά διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών και συνεπώς αρκεί για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής, να αναφέρονται σ' αυτήν τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομιάς στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως ο' αυτόν, είτε ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομιά με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του και αναμίχθηκε σε αυτή με πρόθεση κληρονόμου (ΑΠ 1432/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1169/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 217/2008 ΕΠΟΑΔ 2008.527, ΑΠ 690/1996 ΕλλΔνη 1999.1581, ΑΠ 249/1993 ΕλλΔνη 1994.1520, ΑΠ 337/1987 ΝοΒ 36.555, ΑΠ 929/1979 ΝοΒ 28.275).
Εξάλλου, αν πρόκειται για πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, αρκεί η επίκληση από τον ενάγοντα με την αγωγή να αναφέρονται σε αυτήν τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας περιστατικά με χρησικτησία. Περαιτέρω, όμως, αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει ειδικά την κυριότητα των δικαιοπαρόχων (άμεσου ή και απώτερων) του ενάγοντος επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων έχει υποχρέωση με τις προτάσεις του να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχο του, και αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσης κυριότητας.
Η παράλειψη δε του ενάγοντος της συμπλήρωσης της αγωγής με τον άνω τρόπο καθ' υποφορά στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 1524/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1192/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 812/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 833/2010 ΕλλΔνη 2011.715, ΑΠ 1528/2009 ΕΠΟΛΔ 2010.409, ΑΠ 2065/2009 ΝοΒ 2010.1991, ΑΠ 1278/2002 ΝοΒ 2003.1021).
Β. Κατά τις διατάξεις των ν. 8 §1 Κωδ. (7.39), ν. 9 §1 Πανδ. (50.14), ν.2 §20 Πανδ. (41-4), ν. 6 Πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 §1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 §3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν από τις 23.2.1946), σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν. 20 §12 Πανδ. (5.8), ν. 27 Πανδ. (18.1),10,15 §3, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 και 5 §1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 §7 και 4 §1 Πανδ. (51.4), καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητος άλλου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11.9.1915, όπως αυτό προκύπτει αφενός από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του συνεπώς και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (ΟλΑΠ 75/1987 ΕλλΔνη 32.1483, ΑΠ 178/2004 ΕλλΔνη 45.1685, ΑΠ 1140/2002 ΕλλΔη 45.489 ΑΠ 303/2004 ΕλλΔνη 46.1418).
Κατά δε το άρθρο 4 § 1 και 2 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", τα δικαιώματα επί ακινήτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή, κάθε δε παραγραφή η οποία έχει αρχίσει πριν από την ισχύ του, δεν έχει νόμιμη συνέπεια αν αυτή δε συμπληρώθηκε μέχρι της ισχύος του, σύμφωνα με τους προϊσχύσαντες νόμους (ΑΠ 1281/2002 ΕλλΔνη 44.194, ΑΠ 1812/2001 ΕλλΔνη 43.1433, ΑΠ 1146/1999 ΕΕΝ 2001.68, ΑΠ 1256/1997 ΕλλΔνη 39.596, ΑΠ 804/1996 ΕλλΔνη 38.845, ΑΠ 76/1987 ΕλλΔνη 30.324, ΕφΑΘ 6443/1992 ΕλλΔνη 35.148).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1256/1997 ό.π.), ενώ ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την απόκτηση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία συμπληρούμενης μέχρι 1.9.1915 δεν είναι η ύπαρξη τούτου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας στην περίπτωση δασών κατά το άρθρο 3 του από 17 Νοεμβρίου β.δ. "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004 ό.π.).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από τη Γραμματεία των Οικονομικών στην οποία έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.
Έτσι, με τις παραπάνω διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητος επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους (ή δασικής έκτασης) κατά τον χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος.
Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΛΧΝ7 1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κωδικός" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 §§1 και 2 του ν. 998/1979, ενώ δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση οποιασδήποτε διαπλάσεως, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά ή πενιχρή και επομένως, κρίσιμη για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999 ΕλλΔνη 2000.945), ενώ ήδη κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές και συνεπώς ανίσχυρες σι διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το Ν. 3208/2003 (ΟλΣτΕ 32/2013 ΝοΒ 2013.776 και Αρμ 2013.1169, ΟλΣτΕ 34/2013 ΝοΒ 2013.784).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνες που μνημονεύονται στην υπό στοιχείο Α μείζονα σκέψη, συνάγεται ότι προκειμένου περί δημοσίων δασών, για την κτήση επ' αυτών κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (ΟλΑΠ 75/1987 ό.π., ΑΠ 303/2004 ό.π., ΑΠ 1281/2002, ΕλλΔνη 44.193, ΑΠ 85/2003 ΕλλΔνη 44.124, ΑΠ 389/1999 ΕλλΔνη 40.1714, ΑΠ 1404/1998 ΕλλΔνη 40.85, ΑΠ 191/1997 ΕλλΔνη 38.1543, ΕφΑΘ 8339/2000 ΕλλΔνη 42.458), ενώ δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν επιρροή επί της αποκτηθείσας κυριότητας ως άνω οι δασικοί νόμοι όπου το Δημόσιο θεωρείται νομέας και χωρίς άσκηση νομής, ούτε ότι δεν μπορεί να προβεί κάποιος σε εκχέρσωση, σπορά κ.λπ.
και ότι μόνη η βοσκή δεν θεωρείται πράξη νομής (ΑΠ 303/2004 ό.π., ΑΠ 85/2003 ό.π.) Περαιτέρω, από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο της 21-1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19-6/1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνον τα κτήματα των Οθωμανών τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα) Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ΑΠ 472/1899 Θεμ Ι.347, ΑΠ 1162/2002 ΝοΒ 50.1281, ΕφΑθ 1518/2002 ΑρχΝ 2003.233, ΕφΑΟ 8339/2000 ό.π., Καραγιάννη, Νομικά Προβλήματα από τη δασική νομοθεσία κ.λπ.
σε ΝοΒ 26.1133, Ευ. Κουρουσοπούλου, Δασική ιδιοκτησία και διαχείριση, έκδοση 1978 σελ. 184). Σημειώνεται ότι, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31.3.1833 με βάση την από 27-6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών, ενώ εξάλλου κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829 ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παρεχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21-1/3.2.1830 πρωτόκολλο ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (Ευθ.
Κουρουσόπουλο, ό.π., σελ. 183 - 185 και 198, ΕφΑΘ 1162/2002 ό.π., ΕφΑΘ 1518/2002 ό.π.). Τέλος, κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 12.12.1833, που έχει ισχύ νόμου "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834", όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από το άρθρο 1 § 2 του νόμου Κθ' 31-1/18.2.1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών, άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους και από το άρθρο 3 του νόμου ΨΗΖ/1880, κατά το οποίο οι κοινότητες ως προς τα κοινοτικά - λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων έγιναν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων.
Περαιτέρω, από τις αναφερόμενες στην υπό στοιχείο Α μείζονα σκέψη διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσεως κυριότητος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, 18 και 21 του ν. της 21-6/3.7.1837, 21 του ν.δ. της 22-4/16.5.1926, 60 του ν. ΣΟΖ* 1855 και 12 §1 του ν. ΔΝΖΊ912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητος επί βοσκοτόπων εθνικών ή μη, και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11.9.1915 (βλ.
περί όλων αυτών ΑΠ 104/2013 ΕΦΑΔ 2013.429, ΑΠ 1392/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 840/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2106/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 85/2003 ΕλλΔνη 44.1291, ΑΠ 1278/2002 ΝοΒ 2003.1021, ΑΠ 1812/2001 ΕλλΔνη 43.1432, ΑΠ 191/1997 ΕλλΔνη 38.1453, ΑΠ 1296/1993 ΕλλΔνη 36.200, ΕφΑΘ 2516/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5279/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 19/2013 ΝΟΜΟΣ). Με βάση τα ανωτέρω, για να είναι ορισμένη η κατά του Ελληνικού Δημοσίου αγωγή του ιδιώτη περί διεκδικήσεως ή αναγνωρίσεως κυριότητας σε ακίνητο, για το οποίο το εναγόμενο Δημόσιο κατά τη συζήτηση της αγωγής όχι μόνο αμφισβήτησε την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ιδιώτη ενάγοντος αλλά επικαλέστηκε επιπρόσθετα ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα (π.χ.
δημόσια δασική έκταση) και ότι αυτό έχει περιέλθει στην κυριότητά του σε χρόνο που ανάγεται προ του έτους 1915, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που επικαλείται ο ενάγων, πρέπει ο τελευταίος να καθορίσει τον τρόπο κατά τον οποίο οι δικαιοπάροχοι του έως του απώτατου τοιούτου, έγιναν κύριοι του επιδίκου, δηλαδή να επικαλεστεί καλόπιστη νομή χρησικτησίας στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του έως του απώτατου, συμπληρωθείσα μέχρι 11 Σεπτεμβρίου 1915, με την επ' αυτού άσκηση πράξεων νομής προσιδιαζόντων στη φύση του, διότι αυτό επιβάλλεται από το περιεχόμενο του ισχυρισμού του εναγομένου και ειδικότερα από το χρονικό σημείο έναρξης της αμφισβήτησης (ΑΠ 96/2010 ΕλλΔνη 2011.375, ΕφΘεσ/κης 207/1990 Αρμ 1990.330, ΕφΑΘ 648/1976 Αρμ 2001.408, ΕφΙωαν 217/2009 ΝΟΜΟΣ, βλ.
και Τούση, Εμπράγματο Δίκαιο, παρ. 129, σελ. 462), αφού οι από την ημερομηνία αυτή (11.9.1915) και εφεξής πράξεις νομής επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και οι δημόσιες δασικές εκτάσεις, ουδεμία αξία έχουν, ως προς την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία, καθόσον εάν δεν είχε επέλθει κτήση κυριότητας μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία δεν ήταν δυνατό να συμπληρωθεί ο προς χρησικτησία χρόνος κατά τον μετέπειτα χρόνο (ΑΠ 112/2013 ΕΦΑΔ 2013.696, ΑΠ 1749/2009 ΕλλΔνη 2010.679, ΑΠ 1256/1997 ΕλλΔνη 1998.597, ΑΠ 404/1976 ΝοΒ 22.1384, ΕφΑΘ 4153/2007 ΝοΒ 2007.2073).
Γ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια (ΑΠ 419/ 2004 ΕλλΔνη 47.146). Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή, όπως και το πρωτοβάθμιο, διαδικασία (ΑΠ 8/1987 ΕλλΔνη 29.112).
Συνεπώς, έχει ως προς την αγωγή (εισαγωγικό δικόγραφο), την αυτή όπως και εκείνο εξουσία (ΑΠ 414/1976 ΝοΒ 24.941, ΑΠ 622/1974 ΝοΒ 23.173, ΕφΑΘ 110/2006 ΕλλΔνη 48.1477), δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψει αν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία (ΑΠ 7/2001 ΕλλΔνη 42.925, ΑΠ 497/1981, ΑΠ 660/1979, ΕφΑΘ 8166/1983, ΑΠ 2457/1984 ΝοΒ 30. 53, 28, 23, 32, 689 και 863 αντιστοίχως). Ειδικότερα, εάν νόμω αβάσιμη ή αόριστη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ' ουσία εν όλω ή εν μέρει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο, να εξετάσει το νόμω βάσιμο και ορισμένο αυτής και να την απορρίψει για τις τυπικές αυτές πλημμέλειες (ΑΠ 1216/1997 ΕλλΔνη 39.573, ΕφΑΘ 2960/1988 ΕλλΔνη 30.820, ΕφΙωαν 302/2004 ΑρχΝ 56.670, ΕφΠατρ 440/2004 ΑρχΝ 56.352), αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της, έστω για άλλους λόγους (ΑΠ 1216/1997 ΕλλΔνη 39.573, ΕφΑΘ 1778/2011 ΝοΒ 2011.982, ΕφΠειρ 689/2011 ΠειρΝομ 2012.360, ΕφΑΘ 6868/1988 ΝοΒ 29.557, ΕφΑΘ 1308/1987 ΕλλΔνη 29.524, βλ. και Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 2003, παρ. 851, 852, 858, 858α, σελ. 332επ). Και τούτο γιατί με την απόφαση αυτή καθίσταται επωφελέστερη η θέση του εκκαλούντος. Στην περίπτωση δε αυτή, εφόσον επέρχεται αλλαγή του διατακτικού, εξαφανίζεται προηγουμένως η προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 6048/2005 ΕλλΔνη 47.893, ΕφΝαυπλ 66/2008 ΕΦΑΔ 2008.968).
III. Στην προκειμένη περίπτωση, στην από 22.4.2010 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, εκθέτει ότι είναι κυρία ενός αγροτεμαχίου εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., πρώην Δήμου ..., εμβαδού κατά μεν τον τίτλο κτήσης 3.600 τετραγωνικών μέτρων, κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 3.626 τετραγωνικών μέτρων, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο κατά είδος, έκταση, θέση και όρια, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά της, με αριθμό 10.419/1976 προικοσυμφώνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον κύριο αυτού και πατέρα της και μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας, κατά πλήρη κυριότητα.
Ότι στο δικαιοπάροχο πατέρα της, Β. Τ. του Κ., το επίδικο περιήλθε λόγω κληρονομιάς του πατρός του, Κ. Τ. του Β., την οποία αποδέχθηκε νόμιμα δυνάμει της υπ' αριθ. ...9/1965 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τελευταίο δε από κληρονομιά του πατρός του, Β. Τ. του Κ., στην οποία αυτός υπεισήλθε νόμιμα.
Τέλος, ότι στον απώτερο δικαιοπάροχο της, Β. Τ. του Κ., το επίδικο ακίνητο περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθ. …8/1906 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι, τόσο η ίδια όσον και οι δικαιοπάροχοι της νέμονται και κατέχουν το επίδικο πάνω από εκατό χρόνια ασκώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής και κατοχής, όπως αυτές αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης στο Δήμο ... ς, στην κτηματική περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, καίτοι αυτή υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας σύμφωνα με το Ν. 2308/1995, το ως άνω ακίνητο που έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων, ως γεωτεμάχιο εμβαδού 3.626 τ.μ.
με ΚΑΕΚ ...08/0/0, φέρεται εσφαλμένα σε αυτά ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αμφισβητουμένης έτσι από το τελευταίο της επ' αυτού κυριότητάς της. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητεί α) να αναγνωριστεί ότι είναι κυρία του επίδικου ακινήτου και β) να διορθωθεί η αρχική εγγραφή ως προς αυτό στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το επίδικο της ανήκει.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 17.5.2011, η πληρεξούσια δικηγόρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με τις προτάσεις της, αμφισβητώντας ρητά την κυριότητα της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της ισχυρίσθηκε, εκτός των άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του ως δημόσια δασική έκταση του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 998/1979, εμπίπτουσα στις κατηγορίες 2β, 2γ, 2δ και 2ζ του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, ευρισκόμενη εντός ευρύτερης δασικής έκτασης 105 στρεμμάτων, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως τέτοια δυνάμει της υπ' αριθ. 672/2003 πράξης χαρακτηρισμού του δασάρχη …., άλλως ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητά του ως διάδοχο του τουρκικού Κράτους με κυριαρχικό δικαίωμα με βάση την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 3 Φεβρουαρίου, 3.1.1830, 6.6.1830 και 7.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, άλλως, ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως λιβάδι ή βοσκότοπος με βάση το β.δ/γμα 3/15.12.1933, άλλως ότι απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νέμεται με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους μέχρι και την άσκηση της αγωγής, άλλως, ότι το κατέλαβε ως αδέσποτο με βούληση κυρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του από 10.7.1837 β.δ/τος "περί διακρίσεως κτημάτων", οι δε ισχυρισμοί αυτοί κρίθηκαν νόμιμοι (βλ.
και σχετική δήλωση της ίδιας πληρεξούσιας δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της ως άνω δίκης περί αοριστίας της αγωγής). Ενόψει των ισχυρισμών αυτών, εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 3013/2011 συνεκκαλουμένη μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 513 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η οποία αφού έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη σχετικά με το δασικό ή μη χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, στη συνέχεια δε εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 3294/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του ως άνω ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.
Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την υπό κρίση έφεσή του επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη της παρούσας, μετά την προβολή των παραπάνω ισχυρισμών του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος και ειδικότερα ως δημόσιας δασικής έκτασης και της ρητής αμφισβήτησης εκ μέρους του της κυριότητας της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, η οποία ανάγεται σε χρόνο προ του έτους 1915, εφόσον πρόκειται, κατά τους ισχυρισμούς του, για δημόσιο κτήμα, έπρεπε η τελευταία με τις προτάσεις της να συμπληρώσει την αγωγή της (που θεμελιώνεται τόσο στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας όσο και στις διατάξεις των άρθρων 1041 και 1045 του ΑΚ) και να καθορίσει τον τρόπο, κατά τον οποίο οι δικαιοπάροχοι της έως του απώτατου τοιούτου, έγιναν κύριοι του επίδικου, όφειλε δηλαδή να επικαλεστεί καλόπιστη νομή χρησικτησίας στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων της μέχρι 11 Σεπτεμβρίου 1915, με την επ' αυτού άσκηση πράξεων νομής προσιδιαζόντων στη φύση του, διότι αυτό επιβάλλεται από το περιεχόμενο του ισχυρισμού του εναγομένου και ειδικότερα από το χρονικό σημείο έναρξης της αμφισβήτησης.
Η ενάγουσα, όμως, ουδόλως επιχείρησε με τις προτάσεις της να συμπληρώσει την αγωγή της και ειδικότερα να εκθέσει περισσότερα στοιχεία, ήτοι να εκθέσει τον τρόπο κατά τον οποίο οι δικαιοπάροχοι της απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου για τριάντα έτη μέχρι την 11.9.1915, αλλά αντιθέτως αρκέσθηκε στους παραπάνω ισχυρισμούς που εξέθεσε με το δικόγραφο της αγωγής (βλ.
ιδίως σελ. 4, 7 και 8 των από 17.5.2011 προτάσεων της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Έτσι, όμως, η ενάγουσα κατέστησε την αναγνωριστική του δικαιώματος της κυριότητας αγωγή του άρθρου 6 § 2 του Ν. 2664/1998 αόριστη και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή στο σύνολό της ως απαράδεκτη εξαιτίας της αοριστίας της, η οποία δεν δύναται άλλως να θεραπευτεί".
Έτσι κρίνοντας η προσβαλλόμενη δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του αρ. 1 και αληθώς εκ του αριθμ.14 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Οι λοιποί επικαλούμενοι αναιρετικοί λόγοι εκ των αριθμ.13 ,8,10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση του βάρους απόδειξης, παρά το νόμο λήψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ενόψει του ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην έρευνα των ισχυρισμών των διαδίκων και των προσκομιζόμενων (παραδεκτά ή μη) αποδεικτικών μέσων .
4.Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει μειωμένα κατ` άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ 495 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 4577/2014 απόφασης του Moνομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ