Legislator Case Law & Legislation
1103/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and confirms lower court's rejection of abuse of rights claim.

Case Number 1103/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision rejecting the appellant's claim for abuse of rights. The appellant argued the lower court failed to consider specific financial records and prior complaints regarding the defendant's conduct. The court ruled that the lower court had properly evaluated all evidence and that the defendant's actions did not create a reasonable expectation of non-suit, thus justifying the rejection.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(3) and 226(4) items 2-3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines cases ex officio when a party is absent, and the appeal is inadmissible if the lower court failed to verify proper summons, while the abuse of rights claim fails if the opposing party's conduct did not induce reasonable belief of non-suit.

Keywords

AI generated
abuse of rights good faith principle procedural default proper summons ex officio review evidence evaluation reasonable expectation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 575 item 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559 item 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 item 11 gamma of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1103 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1103/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΜΑΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πελέκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/5/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18/5/2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος,ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 εδ. 2 του ίδιου Κώδικα), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο εκείνη και επομένως με τη νόμιμη παράσταση του και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Τέλος από το άρθρο 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλεια του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, ενώ αν έχει ήδη επιδοθεί το αναιρετήριο και στη συνέχεια ματαιώθηκε η συζήτηση ή αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία, με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και στους άλλους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται τις υπ' αριθμ. 3758Γ7 18/1 72013 και 3866Γ/5 2/2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ... από τις οποίες προκύπτει ότι, α) αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 29 Ιανουαρίου 2013 επιδόθηκε νομότυπα στον αναιρεσίβλητο και β) στις 5 Φεβρουαρίου 2013, (όπως προκύπτει από την 3866Γ75 12 /2013 ως άνω έκθεση επιδόσεως) επιδόθηκε στη σύνοικο σύζυγο του αναιρεσιβλήτου η "...

με αριθμ. πρωτ. 24 /29/1/2013 βεβαίωση αναβολής του Αρείου Πάγου, Τμήμα Πολιτικό και Αρχείο, με την οποία βεβαιώνεται ότι η από 18/5/2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΜΑΚ Α.Ε. "κατά του Σ. Δ. για αναίρεση της 138/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που είχε προσδιοριστεί για να δικαστεί στις 29/1/2013 αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 9/4/2013 με αριθμό πινακίου 32 ...", με κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος που κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για την παρούσα δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρών και αυτός (αναιρεσίβλητος).

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου .

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ' απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν' ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.Α.Π. 62 /1990, Ολ.ΑΠ 56/1990).

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ' αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 8/2001).

Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά καθ' εαυτήν ειδική περίσταση αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη .

Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως (Ολ.ΑΠ 5/2011).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών . Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 Ολ.Α.Π. 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα η οποία δραστηριοποιείται στο εμπόριο εμφιαλωμένων ποτών, αναψυκτικών και τροφίμων, στις 3/5/2004 προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως περιοδεύοντα πωλητή και από 1 /9/ 2004 με έγγραφη σύμβαση ανέθεσε στον ενάγοντα καθήκοντα οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, με το σύστημα πενθήμερης εργασίας επί 8 ώρες ημερησίως και 40 ώρες την εβδομάδα και εργάσθηκε με την ως άνω ιδιότητα μέχρι 19 / 9/2006, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.

Ωστόσο ο ενάγων ακολουθώντας το πρόγραμμα της εναγομένης προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτή, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του και πέραν του συμβατικού εβδομαδιαίου ωραρίου, κατά τα αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα [για υπερωριακή εργασία, ιδιόρρυθμη παράνομη, υπερεργασία και νυκτερινή εργασία],δικαιούμενος το συνολικό ποσό των 16.326,97 ευρώ για τις ως άνω αιτίες.

Ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος με την επίκληση από την εναγομένη ότι, α) όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα ο ενάγων δήλωνε ενυπόγραφα στις αποδείξεις καταβολής του μισθού του ότι δεν έχει άλλη απαίτηση κατ1 αυτής και έτσι δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν θα πρόβαλε στο μέλλον τις επίδικες αξιώσεις, β) η ανατροπή της πάγιας κατάστασης που καθιερώθηκε ως προς την αμοιβή της εργασίας του θα έχει επαχθείς συνέπειες γι' αυτήν, οι οποίες, με την έγκαιρη γνωστοποίηση των προθέσεων του, θα αποτρέπονταν με την αλλαγή του τρόπου εργασίας και αμοιβής, γ) η ικανοποίηση των επίδικων αξιώσεων και των ομοίων άλλων οδηγών - πωλητών θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ήδη όχι καλή πορεία της επιχείρησης, της οποίας οι ισολογισμοί κατά τα τελευταία έτη είναι ζημιογόνοι ή με ελάχιστα κέρδη και δ) ο ενάγων φρόντισε όχι μόνο να μην προβάλει τις επίδικες αξιώσεις κατά το χρόνο της απασχόλησης του, αλλά άσκησε την αγωγή του δύο περίπου χρόνια από την απομάκρυνση του με προφανές σκεπτικό την αποδυνάμωση των αποδεικτικών στοιχείων, αφού κανένας μάρτυρας και κανένα έγγραφο μπορεί με πληρότητα να βεβαιώσει ή αποδείξει τη νυκτερινή και υπερωριακή δήθεν, απασχόληση αυτού, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η έλλειψη διαμαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντος κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στην εναγομένη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στην εναγομένη ότι αυτός δεν προτίθεται να αξιώσει τις επίδικες αξιώσεις του.

Η όποια διστακτικότητα και καθυστέρηση αυτού να προβάλει τις αξιώσεις του αυτές, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, είναι κατανοητή και οφείλεται στην άμεση επαγγελματική του εξάρτηση από την εναγομένη . Ακόμη ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα επιλογής του τρόπου εργασίας του, αφού αυτόν τον καθόριζε η εναγομένη στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, ενώ η αμοιβή του για την υπερωριακή του απασχόληση και την εργασία του κατά τις νυκτερινές ώρες και κατά τα Σάββατα προβλέπονται από τις κείμενες διατάξει της εργατικής νομοθεσίας, τις οποίες η εναγομένη παραβίασε με τη μη καταβολή των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος.

Περαιτέρω η εναγομένη δεν προσδιορίζει τις αξιώσεις που τυχόν έχουν κατ' αυτής οι εργαζόμενοι σ' αυτή, ως οδηγοί-πωλητές, ούτε επικαλείται ότι οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν ασκήσει ή ενδέχεται να ασκήσουν σε βάρος της αγωγές για απαιτήσεις τους, παρόμοιες με αυτές του ενάγοντος. Σε κάθε περίπτωση οι οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στην επιχείρηση της εναγομένης από την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και άλλων παρόμοιων των ως άνω εργαζομένων, ενόψει και της επικαλούμενης οικονομικής πορείας της δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τη συμπεριφορά του ενάγοντος και δεν μπορούν να καταλογισθούν σ' αυτόν, δεν είναι δε επιτρεπτό στην εναγομένη να επικαλείται δυσμενείς επιπτώσεις για την απόκρουση των ενδίκων απαιτήσεων .

Εξ άλλου οι ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος εξακριβώθηκαν πλήρως από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα. Τέλος μόνη η επί μακρό σχετικό χρόνο αδράνεια του ενάγοντος να ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις του δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσιαστική παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή για το ποσό των 16.326,97 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον σύμφωνα με όσα δέχθηκε, η συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου πριν από την άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στη οφειλέτρια αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκηση του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου,με την απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων . Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν καταλείπονται αμφιβολίες για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας,. Δεν θεμελιώνει όμως το λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει ρητά στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα απ' αυτά. υπόψη.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ αιτιάται το Εφετείο, γιατί δεν έλαβε υπόψη, α) τους ισολογισμούς της των ετών 2005 έως 2009, από τους οποίους προκύπτει η κάκιστη και ζημιογόνος πορεία της επιχειρήσεως της και β) την από 12/3/2006 επίπληξη του αναιρεσίβλητου για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του ανάρμοστη συμπεριφορά και πρόσκληση του για συμμόρφωση προς τους κανόνες λειτουργίας της επιχειρήσεως της .Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει ανενδοίαστα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το ζήτημα της μη καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-5-2012 αίτηση για αναίρεση της 138/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ