1103/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-7-2006 και 12-12-2006 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 879/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6322/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1103/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ. Ζ.. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την παραπάνω αναφερόμενη συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και έγινε η συζήτηση αυτής.
Full text
Απόφαση 1103 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1103/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. συζ. Μ.- Α. Π., του γένος Π. και Π. Υ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Κουσάη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-7-2006 και 12-12-2006 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 879/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6322/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 23-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή εν μέρει του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα Φ. Π. υπ' αριθμ. 7339Β'/23-5-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... με τη συνημμένη σ' αυτήν απόδειξη παράδοσης εγγράφου στο Α.Τ. Αγίου Στεφάνου Αττικής και βεβαίωση αποστολής εγγράφου δια του Ταχυδρομικού Γραφείο Αθηνών (Αιόλου 100), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 30-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως αυτής κατά της υπ' αριθμ. 6322/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για παράσταση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη Γ.
Δ. Ζ.. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την παραπάνω αναφερόμενη συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και έγινε η συζήτηση αυτής.
Επομένως πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ.2 εδ.γ' ΚΠολΔ). Στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.δ/τος 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρόμενων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη εννοία του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικος δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγομένης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία).
Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι το ανωτέρω ν.δ. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου.
Περαιτέρω, από την πιο πάνω διάταξη του ν.δ. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 ΑΚ, προκύπτει ότι, υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου 3741/1929, όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν με την αρχική συστατική πράξη (κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών να κανονίσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο.
Αν δε με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ή των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους.
Έτσι και επί κάθετης συνιδιοκτησίας, καθώς και επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων καθώς και στη χρήση σύμφωνα με τον κανονισμό, σε περίπτωση δε που προσβάλλεται στη χρήση αυτή, δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον.
Ακόμα, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Δεν αποτελεί όμως κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο κανονισμός πολυκατοικίας, ο οποίος έχει απλή συμβατική ισχύ και δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, τόσο ο δεύτερος όσο και ο τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια με τη συγκεκριμένη αιτίαση της παραβάσεως των άρθρων 6 και 7 του Κανονισμού της πολυκατοικίας, που περιέχεται στην υπ' αριθ. .../1994 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως απαράδεκτοι. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τον παραδεκτά προταθέντα ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης σχετικά με το αγωγικό αίτημα της τελευταίας για αλλαγή του χρωματισμού της εξώθυρας της οικίας της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν (που αποτελεί πράγμα) και τον απέρριψε ως μη νόμιμο.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι για τη θεμελίωσή της, κατά την έννοια αυτής, άδικης πράξεως του αστικού δικαίου, που δημιουργεί υποχρέωση του αδικοπραγήσαντος σε ανόρθωση της ζημίας που προξένησε, απαιτείται υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του προσώπου, η οποία συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη αυτού και περιέχει παράνομη προσβολή ορισμένου ξένου δικαιώματος, ή συμφέροντος, που προστατεύεται από τη διάταξη που παραβιάσθηκε.
Εξάλλου, η αθέτηση του κανονισμού πολυκατοικίας, που αποτελεί σύμβαση, δεν συνιστά από μόνη της αδικοπραξία υπό την έννοια του άρθρου που προαναφέρθηκε, αλλά αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως. Το ίδιο δε συμβάν για να θεμελιώσει αδικοπραξία πρέπει να περιέχει και τα στοιχεία αυτής δηλαδή υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του προσώπου, οπότε και μόνο μπορεί να στηρίξει αξίωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε και τα ακόλουθα σχετικά με το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Ακόμη αποδεικνύεται ότι η Γ. Ζ. διατηρεί στην κατοικία της ένα μικρόσωμο σκύλο, ενώ στον κανονισμό δεν περιέχεται όρος που να απαγορεύει τη διατήρηση ζώου συντροφιάς στις κατοικίες.
Η διατήρηση του ζώου αυτού είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με την με αριθμό Υιβ/2000/1995 (ΦΕΚ 343/ τ. Β'4-5-1995) Υγειονομική Διάταξη, πλην όμως αυτή ενίοτε άφηνε το ζώο ελεύθερο, το οποίο περιφερόταν στους κοινοχρήστους χώρους του συγκροτήματος, με συνέπεια να προκαλεί ρύπανση αυτών και έτσι να παραβλάπτεται η ενάγουσα (Φ.
Π.) στη χρήση των χώρων αυτών. Πέραν αυτού, δεν προκάλεσε κάποια ζημία στην τελευταία, δηλαδή βλάβη του σώματος ή της υγείας της ή περιουσιακή βλάβη, ούτε άλλωστε η ίδια επικαλείται κάτι τέτοιο, ώστε να δύναται να θεμελιωθεί ευθύνη της εναγομένης εξ αδικοπραξίας (άρθρο 924 ΑΚ) και εντεύθεν δικαίωμα προς χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Εξάλλου, η αθέτηση αυτή καθαυτή του κανονισμού δεν συνιστά αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, πέραν από τις προαναφερόμενες παραβάσεις στην προκειμένη περίπτωση εκ του κανονισμού, δεν αποδεικνύονται περιστατικά που να θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε αυτές των άρθρων 57 και 59 ΑΚ οι οποίες και δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο (άρθρα 321, 322, 324, 325, 330 και 331 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη ότι ως προς το ζήτημα της απαγόρευσης της στάθμευσης του ΙΧΕ αυτοκινήτου της διαδίκου Γ. Ζ. (και της μοτοσυκλέτας της) στον πίσω ακάλυπτο χώρο του συγκροτήματος όπου είναι και οι δυο κατοικίες των διαδίκων (... στο Κρυονέρι Αττικής) πίσω από τη με αριθμ. (3) κατοικία της ως και στον κοινόχρηστο και κοινόκτητο κεντρικό διάδρομο κυκλοφορίας του ίδιου συγκροτήματος υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 6018/2007 απόφαση αυτού, που εκδόθηκε επί αντίθετων εφέσεων των διαδίκων τότε και τώρα της προκείμενης αναιρετικής δίκης κατά της υπ' αρ. 1395/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Πράγματι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6018/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 1395/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επιτρεπτώς επισκοπούνται από το Δικαστήριο τούτο, από την πρώτη αυτών κρίθηκε η ανυπαρξία δικαιώματος της Γ. Ζ. να χρησιμοποιεί τους προαναφερόμενους κοινόχρηστους χώρους για στάθμευση οχημάτων της.
Τούτο αποτέλεσε αντικείμενο και της νεότερης από 18.7.2006 αγωγής της Φ. Π., κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής, που η βασιμότητά του κρίθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6322/2009 απόφαση του Εφετείου ότι καλύπτεται καθ' ολοκληρία από το δεδικασμένο της υπ' αρ. 6018/2007 προηγούμενης απόφασής του. Τούτο όμως είναι εσφαλμένο, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δύο ως άνω αποφάσεων και του δικογράφου της από 177/2006 αγωγής της αναιρεσείουσας Π., η τελευταία ζήτησε με την προαναφερόμενη ένδικη αγωγή της να αναγνωριστεί ότι η αντίδικός της Γ.
Ζ. στερείται παντελώς του δικαιώματος χρήσεως οιουδήποτε κοινόχρηστου μέρους εντός του κτιριακού συγκροτήματος κατοικιών που βρίσκεται στην οδό ... στο Κρυονέρι Αττικής για τη στάθμευση του αυτοκινήτου της και όχι μόνο στον πίσω ακάλυπτο χώρο του παραπάνω συγκροτήματος, πίσω από τη με αρ. τρία (3) κατοικία της, που της είχε απαγορευθεί με την τελεσίδικη, υπ' αρ. 6018/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Επομένως ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ της αιτήσεως αναιρέσεως της Φ. Π. πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Συνακόλουθα παρέλκει η εξέταση των λοιπών από το άρθρο 559 αρ. 9, 14 και 20 λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το από μέρος της (της έλλειψης οποιουδήποτε δικαιώματος από την Γ.
Ζ. για στάθμευση του αυτοκινήτου της σε οποιοδήποτε κοινόχρηστο χώρο εντός του προμνημονευομένου συγκροτήματος κατοικιών). Όλες οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττουν στην πραγματικότητα την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτιθέμενων πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς το προαναφερόμενο μέρος του παραπάνω αγωγικού αιτήματος της από 17-7-2006 αγωγής της Φ. Π., να παραπεμφθεί η υπόθεση δε ως προς το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν.4055/2012). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 6322/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω αναιρούμενος μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ