1103/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2056/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε την από 2.5.2007 έφεση και τους από 1.11.2007 πρόσθετους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε την από 2.4.2007 αντίθετη έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 866/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος της που είχε δεχθεί εν μέρει, για ποσό 2.500 ευρώ, την από 27.4.2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, την οποία δέχθηκε ακολούθως για το μεγαλύτερο ποσό των 4.000 ευρώ, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό αυτό στον αναιρεσίβλητο, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε με την αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά του.
Legislator headnote
AI generated1103/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως ακόμη και αν συντρέχει η εξαιρετική αυτή περίπτωση, δεν μπορούν στην τακτική διαδικασία να ληφθούν υπόψη περισσότερες από τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος παρά μόνο για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων που παραδεκτά προσκομίσθηκαν από την αντίδικη πλευρά (άρθρ. 270§2 εδ.δ ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1103 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1103/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κορομάντζο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Απριλίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ως και την περιεχομένη στις από 22 Δεκεμβρίου 2006 του ήδη αναιρεσείοντος ανταγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 866/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2056/2008 τελεσίδικη του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Ιουνίου 2008 αίτησή του, ως και τους περιεχόμενους στο από 4 Νοεμβρίου 2009 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης με στοιχεία Α6(1) και (2), να απορριφθούν οι λοιποί κύριοι και πρόσθετοι λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2056/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιό της κατά το οποίο κρίθηκαν απορριπτέα τα κονδύλια της ανταγωγής του αναιρεσείοντος με στοιχεία α(α) και β.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2056/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε την από 2.5.2007 έφεση και τους από 1.11.2007 πρόσθετους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε την από 2.4.2007 αντίθετη έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 866/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος της που είχε δεχθεί εν μέρει, για ποσό 2.500 ευρώ, την από 27.4.2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, την οποία δέχθηκε ακολούθως για το μεγαλύτερο ποσό των 4.000 ευρώ, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό αυτό στον αναιρεσίβλητο, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε με την αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά του.
Με την αίτηση αναίρεσης συμπροσβάλλεται και η ως άνω οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κατά τα λοιπά έγινε δεκτή εν μέρει και η ασκηθείσα με τις από 22.11.2006 πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος ανταγωγή του και αναγνωρίσθηκε ότι ο αντίδικός του, που επίσης αδικοπράκτησε σε βάρος του, οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση για τη συναφή ηθική βλάβη του, το αυτό ποσό των 2.500 ευρώ.
Όπως όμως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 533 ΚΠολΔ, αν η πρωτόδικη οριστική απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 40/1996, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 645/2002).
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 577 ΚΠολΔ), αφού με την επίσης αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν τυπικά δεκτές οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και στη συνέχεια ερευνήθηκε η ουσία της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η πρωτόδικη απόφαση εν μέρει να εξαφανισθεί και εν μέρει να ενσωματωθεί στην εφετειακή.
Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 4.11.2009 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε ως προς τα αυτά προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.
2. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης , ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1225/2008, ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004, ΑΠ 506/2010) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Με τον υπό στοιχεία Α3 λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, ως ορισμένη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ως αόριστη την ένσταση του αναιρεσείοντος για καταχρηστική άσκηση της αγωγής αυτής, απορρίπτοντας έτσι ως αβάσιμους τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ή επικουρικά ως καταχρηστική, κατά παραδοχή των σχετικών πρωτόδικων ενστάσεων του αντιδίκου του.
Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1, 577§3), αφού ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει, όπως θα έπρεπε, το νομικό σφάλμα της απόφασης, εκθέτοντας γιατί κατά την άποψή του η αγωγή του αντιδίκου του είναι αόριστη και γιατί αντίθετα η δική του ένσταση για καταχρηστική άσκηση της αγωγής αυτής είναι ορισμένη.
3. Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 270§2 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 και εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 524§1 εδ.α' ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρ. 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.
Γενικεύθηκε έτσι στην τακτική διαδικασία η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Επομένως αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά το νόμο δεν τα κηρύσσει απαράδεκτα (ΑΠ 725/2006, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 747/2008).
Το όριο των τριών ένορκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρ. 218 ΚΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρ. 268 ΚΠολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει, δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρ. 20§1 του Συντάγματος και 6§1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με ν.δ. 53/1974), που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστικής έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ένορκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές κατά κανόνα υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), νομίμως δεν έλαβε υπόψη, ως πλεονάζουσα, την υπ' αριθ. .../7.12.2006 τέταρτη ένορκη βεβαίωση από τις συνολικά τέσσερεις ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων με το κύριο σώμα των προτάσεων του στο Εφετείο, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος της αίτησης αναίρεσης με στοιχεία Α1(ε και η), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11γ και 14 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου στην κατ' έφεση δίκη ναι μεν κατά το άρθρ. 529§1 εδ.α' ΚΠολΔ επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όχι όμως και ένορκων βεβαιώσεων περισσότερων των τριών στην τακτική διαδικασία για κάθε διάδικο μέρος, δηλαδή δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη επιπλέον ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον στη δίκη στον πρώτο βαθμό λήφθηκαν ήδη υπόψη τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος, που με επίκληση προσκομίζονται και στο εφετείο.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρ. 524§1 εδ.β' και 591§1 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη νομοθετική παρέμβαση με το ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, οι προτάσεις κατατίθενται και συνεπώς και τα επικαλούμενα μ' αυτές έγγραφα προσκομίζονται έως την έναρξη της συζήτησης, μετά την οποία και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά ή περιέχονται στις προτάσεις.
Έτσι είναι απαράδεκτα τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που με επίκληση στην προσθήκη των προτάσεων προσκομίζονται από τους διαδίκους στο εφετείο μετά τη συζήτηση της υπόθεσης προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο εφετείο, το δε εφετείο, που λαμβάνει υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, χωρίς να βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει η εξαιρετική αυτή περίπτωση, υποπίπτει και πάλι στις πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 562/2000, ΑΠ 659/2007).
Όμως ακόμη και αν συντρέχει η εξαιρετική αυτή περίπτωση, δεν μπορούν στην τακτική διαδικασία να ληφθούν υπόψη περισσότερες από τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος παρά μόνο για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων που παραδεκτά προσκομίσθηκαν από την αντίδικη πλευρά (άρθρ. 270§2 εδ.δ ΚΠολΔ).
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), νομίμως δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. ... και .../10.12.2007 ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, αφού αυτές δόθηκαν, αλλά και προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα μετά τη συζήτηση στο Εφετείο, χωρίς να αφορούν αντίκρουση ισάριθμων ένορκων βεβαιώσεων του αντιδίκου του ούτε και ισχυρισμών του τελευταίου που προτάθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο, όπως αυτό αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε.
Είναι έτσι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης με στοιχεία Α1(στ και ζ) και Α2[δ(ια)], καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης με αριθμό με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11γ και 14 ΚΠολΔ, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ως νέο αυτοτελή ισχυρισμό του αντιδίκου του, που έχρηζε αντίκρουσης, τα επιχειρήματά του προς απόδειξη της αγωγής του, που άντλησε από την προσκομισθείσα με επίκληση απ' αυτόν στο Εφετείο υπ' αριθ. 2789/19.11.2007 υπηρεσιακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών.
Η ίδια απόφαση δεν έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσείων με στοιχεία Ε8-Ε16, επειδή, κατά τη σχετική παραδοχή της, δεν έγινε επίκληση αυτών με το κύριο σώμα των προτάσεων του αναιρεσείοντος, αλλά με την προσθήκη των προτάσεών του, όπως και ο ίδιος δέχεται και προκύπτει άλλωστε και από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών του στο Εφετείο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά έκρινε με βάση τις παραπάνω διατάξεις των άρθρ. 524§1 εδ.β' και 591§1 εδ.δ' ΚΠολΔ, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν αρκεί οι διάδικοι να προσκόμισαν εγκαίρως τα αποδεικτικά τους έγγραφα, αλλά θα πρέπει και να τα επικαλέσθηκαν με το κύριο σώμα των προτάσεών τους και όχι με την προσθήκη αυτών, εκτός και πάλι αν αφορούν σε αντίκρουση ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο εφετείο, περίπτωση που δεν δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος της αίτησης αναίρεσης με στοιχεία Α1(θ), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11γ και 14 ΚΠολΔ.
4. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της ,όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων, όπου και κατοικούν, επί της οδού ...
στην περιοχή ... . Οι θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων (parking), που χρησιμοποιεί καθένας για το αυτοκίνητό του, είναι η μια πλησίον της άλλης και προκειμένου ο εναγόμενος (αναιρεσείων) να εισέλθει με το όχημά του στη δική του θέση με σχετικό ελιγμό καταλαμβάνει και το χώρο της εισόδου της θέσης του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου).
Την 10.7.2004 επισκέφθηκε τον ενάγοντα στην πιο πάνω οικία του ο εξάδελφός του Ι. Μ. με τη σύζυγό του προκειμένου να μεταβούν με αυτόν (ενάγοντα) και τη σύζυγό του σε κοινωνική υποχρέωση και ενώ αναμενόταν η τελευταία, το εν λόγω συγγενικό πρόσωπο του ενάγοντος στάθμευσε το αυτοκίνητό του έμπροσθεν της θέσης στάθμευσης του εναγομένου.
Εκείνη τη στιγμή έφθασε με το αυτοκίνητό του ο τελευταίος και επιθυμώντας να το σταθμεύσει ζήτησε από τον οδηγό του πιο πάνω αυτοκινήτου να το μετακινήσει. Ο ενάγων επενέβη και προέτρεψε τον Ι. Μ. να μη μετακινηθεί, αφού η σύζυγός του σύντομα θα επιβιβαζόταν σ' αυτό και θα αναχωρούσαν. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον εναγόμενο, ο οποίος, αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητό του, κινήθηκε προς τον ενάγοντα, που εκείνη τη στιγμή κλείδωνε την πόρτα της οικίας του, τον ώθησε με δύναμη και αυτός έπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στο αριστερό του χέρι, κατά τα πιο κάτω.
Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν με σαφήνεια από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Ι. Μ., ο οποίος ήταν από την αρχή παρών στο επεισόδιο και συνεπώς έχει άμεση αντίληψη γι' αυτά που καταθέτει και δεν μπορούν να αναιρεθούν από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου Α. Σ., συζύγου του, η οποία, όπως καταθέτει, παρακολούθησε το επεισόδιο από τον εξώστη της οικίας τους, όπου βγήκε ακούγοντας τη φασαρία και συνεπώς δεν είχε άμεση και συνολική εικόνα αυτών που συνέβαιναν.
Κατά τα προαναφερόμενα, από την πτώση του στο έδαφος ο ενάγων υπέστη "ισχυρά θλάση της αριστεράς πηχεοκαρπικής αρθρώσεως μετά κατάγματος του σκαφοειδούς οστού", διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής ΚΑΤ, όπου διαπιστώθηκε ο εν λόγω τραυματισμός του και τέθηκε γύψος, ο οποίος του αφαιρέθηκε την 19.8.2004, όπως όλα αυτά προκύπτουν από το υπ' αριθ. 19755/10.7.2004 εξιτήριο-γνωμάτευση του Νοσοκομείου αυτού, καθώς και από την υπ' αριθ. 1356/12.7.2004 ιατροδικαστική έκθεση και την υπ' αριθ. 2789/12.11.2007 υπηρεσιακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, τα οποία επικαλείται νόμιμα και προσκομίζει ο ενάγων.
Ο εναγόμενος αμφισβητεί τον τραυματισμό του ενάγοντος και προσκομίζει με επίκληση το υπ' αριθ. 5011/9.10.2006 έγγραφο του πιο πάνω Νοσοκομείου, σύμφωνα με το οποίο κατά την εφημερία της Γ' Ορθοπεδικής Κλινικής, την 10.7.2004, δεν βρίσκεται γραμμένος στα βιβλία των εξωτερικών ιατρείων και των εσωτερικών ασθενών ασθενής Α.
Γ. και πιο κάτω αναφέρεται κατά λέξη ότι "σε περίπτωση όμως που ο αναφερόμενος ασθενής προσκομίσει εξιτήριο, παρακαλούμε να μας στείλετε αντίγραφο". Από την τελευταία αυτή πρόταση προκύπτει ότι η εν λόγω βεβαίωση δόθηκε με την επιφύλαξη της προσκόμισης εξιτηρίου, το οποίο όμως, κατά τα προαναφερόμενα, προσκομίζει ο ενάγων, με αποτέλεσμα να μην ισχύει το περιεχόμενο αυτής.
Εν όψει αυτών των στοιχείων που αποδείχθηκαν, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης (άρθρ. 368 ΚΠολΔ) και το σχετικό αίτημα του εναγομένου, που υποβάλλεται και με τους πρόσθετους λόγους έφεσης, πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια του επεισοδίου ο ενάγων εξύβρισε τον εναγόμενο με τις φράσεις "παλιομαλάκα άϊ γαμήσου" και αποχωρώντας από τον τόπο του επεισοδίου τον μούντζωσε.
Με αυτές τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις ο κάθε εναγόμενος προσέβαλε την προσωπικότητα του αντιδίκου του και ο κάθε ενάγων (αγωγής και ανταγωγής) υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται έτσι ο καθένας προς αποκατάστασή της χρηματική ικανοποίηση ... . Περαιτέρω εν όψει των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που τελέστηκαν οι πιο πάνω άδικες πράξεις εις βάρος κάθε ενάγοντος, το είδος της προσβολής αυτών, τον βαθμό πταίσματος κάθε εναγομένου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος Α.
Γ. πρέπει να επιδικασθεί υπέρ αυτού το ποσό των 4.000 ευρώ και προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αντενάγοντος Β. Σ. πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αντεναγομένου να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 2.500 ευρώ, τα οποία κρίνονται εύλογα ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του για το ποσό των 2.500 ευρώ, δίκασε την υπόθεση ως προς την αγωγή αυτή και την έκανε δεκτή για το μεγαλύτερο ποσό των 4.000 ευρώ και υποχρέωσε τον αντίδικό του να του καταβάλει το ποσό αυτό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Αντίστοιχα απέρριψε κατά το κεφάλαιο της αγωγής την έφεση του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 57, 59, 299, 914, 932 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε υπαίτια τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, ωθώντας αυτόν βίαια, με αποτέλεσμα να υποστεί εξ αιτίας της βίαιης αυτής ώθησης και σε άμεση μ' αυτή συνάφεια ισχυρή θλάση της αριστερής πηχεοκαρπικής άρθρωσης με κάταγμα του σκαφοειδούς οστού, όπως ο τραυματισμός του, με τον οποίο προσβλήθηκε παράνομα και η προσωπικότητά του, περιγράφεται στην υπ' αριθ. 1356/2006 έκθεση του Προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, η οποία διευκρινίσθηκε με την υπ' αριθ. 2789/2007 υπηρεσιακή βεβαίωση του αυτού Προϊσταμένου.
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και η ακρίβεια της γνωμάτευσης του ως άνω Προϊσταμένου, φέρονται να στηρίζονται στο υπ' αριθ. 19755/10.7.2004 εξιτήριο του αναιρεσιβλήτου από το Νοσοκομείο ΚΑΤ, το οποίο όμως είναι ανυπόστατο έγγραφο, αφού δεν έχει τη σφραγίδα του Νοσοκομείου αυτού και το περιεχόμενο του διαψεύδεται από το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 5011/9.10.2006 εγγράφου του ίδιου Νοσοκομείου, που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε, σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν βρίσκεται γραμμένος στα βιβλία των εξωτερικών ιατρείων και των εσωτερικών ασθενών του Νοσοκομείου κατά την εφημερία της Γ' Ορθοπεδικής Κλινικής στις 10.7.2004.
Ωστόσο η τυχόν έλλειψη σφράγισης του παραπάνω εξιτηρίου με τη σφραγίδα του Νοσοκομείου ΚΑΤ δεν το καθιστά ανυπόστατο έγγραφο και παραδεκτά το έγγραφο αυτό, του οποίου δεν αμφισβητείται κατά τα λοιπά ρητά, σαφώς και ειδικά η γνησιότητα (ΑΠ 1254/1210), λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρ. 270 εδ.β' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 12 ν. 2915/2001, ενώ λήφθηκε υπόψη από την απόφαση αυτή και το υπ' αριθ. 5011/9.10.2006 έγγραφο του ίδιου Νοσοκομείου, ως προς το οποίο έγινε δεκτό ότι εκδόθηκε με την αναγραφόμενη σ' αυτό επιφύλαξη της προσκόμισης εξιτηρίου του αναιρεσιβλήτου από το Νοσοκομείο και επομένως δεν ισχύει το περιεχόμενό του, αφότου προσκομίσθηκε το παραπάνω εξιτήριο.
Η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά ασφαλώς παραβίαση της αποδεικτικής δύναμης του ως άνω εγγράφου ούτε παραμόρφωση του περιεχομένου του, αφού παραμόρφωση εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ.
ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Μάλιστα θα πρέπει, για να θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, να έχει στηρίξει το δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραβιάσθηκε και δεν αρκεί, αντίθετα, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 442/1993,ΑΠ 627/2003, 402/2004, ΑΠ 832/2009).
Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης με στοιχεία Α2(α), (β), (γ), [δ(α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ), (η), (θ), (ι), (ιβ), (ιγ)], Γ(α), (β), (γ), (δ), καθώς και με τους υπ' αριθ. 2, 3, 5 και 7 πρόσθετους λόγους της, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους ο αναιρεσείων, με πρόσχημα πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 10, 11, 12, 14, 17, 19 και 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αμφισβητεί στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα ως προς την εκτίμηση απ' αυτή των αποδείξεων σε σχέση με την αγωγή του αντιδίκου του.
Οι ίδιοι λόγοι της αναιρέσεως υπό στοιχεία Α2(δε), (δστ) και (δη) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά το μέρος που προσάπτουν την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε την αποδεικτική δύναμη ομολογιών του αναιρεσιβλήτου, αφού οι φερόμενες ως ομολογίες του είναι εξώδικες που εκτιμώνται ελεύθερα (ΑΠ 18/1994), ενώ αντίθετα ο λόγος από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης και γενικότερα είναι ανεφάρμοστος στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 416/1999).
Για τις ίδιες εξώδικες κατά τον αναιρεσείοντα ομολογίες του αναιρεσιβλήτου διατυπώνεται το αυτό παράπονο και με τον υπό στοιχεία Α5 λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος είναι συνεπώς κατά το αντίστοιχο μέρος του απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενώ ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αφορά ομολογίες του αναιρεσιβλήτου στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, όπως αυτές εξειδικεύονται στο λόγο αυτό με τα στοιχεία (α), (β), (γ), (στ-ιδ), είναι αβάσιμος, αφού αυτές λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από το Εφετείο για τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Εξ άλλου αναιρετικά ανέλεγκτη είναι η κρίση του Εφετείου ότι δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 368 ΚΠολΔ, εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει για συγκεκριμένο ζήτημα πραγματογνωμοσύνη, εκτιμώντας ελεύθερα την ανάγκη χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος διάδικος ζήτησε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει, αναιρετικά ανέλεγκτα, ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε υποχρεούται να διατάξει την πραγματογνωμοσύνη, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 9 και 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 281/2010).
Επομένως είναι απαράδεκτοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης με στοιχεία Α4 και ο πρόσθετος λόγος της με αριθμό 6, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του νόμου δεν διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, δηλαδή πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει η παραδοχή ότι εν όψει όσων αποδείχθηκαν δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
5. Με την ανταγωγή του ο αναιρεσείων, όπως την περιόρισε και παραδεκτά ήδη επισκοπείται, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, μεταξύ άλλων, και τα ποσά των 10.000, 30.000 και 10.000 ευρώ [κονδύλια υπό στοιχεία α(β), γ και δ], ισχυριζόμενος ότι υπέστη ηθική βλάβη από τις ακόλουθες υπαίτιες και παράνομες πράξεις του αντιδίκου του: "α) Ισχυρίσθηκε (ο αναιρεσίβλητος) με την αγωγή του γεγονότα ανυπόστατα και ειδικότερα ...
πράξεις μου (σπρώξιμο) που του επέφεραν κατά την άποψή του κάταγμα (σκαμβωειδές), ενώ τούτο ήτο αδύνατο ... γ) Υπέδειξε στον Ι. Μ. να παρκάρει σκοπίμως ακριβώς στην πόρτα του γκαράζ μου ... καίτοι γνώριζε ότι αυτό θα προκαλέσει την αντίδρασή μου ... και το εκμεταλλεύθηκε για να μου φορτώσει το επεισόδιο, δηλαδή να με κλωτσήσει ο Μ.
και να υποστώ τραυματισμό ... και ... ηθική βλάβη, διότι με ενέπλεξε τεχνηέντως σε διαπληκτισμό και τραυματισμό ... δ) Ενεθάρρυνε τον Μ. να μη φύγει από το χώρο εισόδου του γκαράζ μου ... από λόγους εγωϊστικούς, αυταρχικούς κλπ, με σκοπό να τον ωθήσει στην επίθεση εναντίον μου ... η εν λόγω συμπεριφορά του αντεναγομένου είναι βαθειά αντικοινωνική και μου προκάλεσε ηθική βλάβη ...".
Το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα παραπάνω μερικότερα αιτήματα του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι " υπό τα περιστατικά που αποδείχθηκαν είναι προφανές ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή από τον ενάγοντα σχετικά με το επεισόδιο και τη συμπεριφορά του εναγομένου, δεν είναι ψευδή, ώστε με την αναφορά τους να προσβάλλεται η τιμή και η υπόληψη του τελευταίου και περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέδειξε στον Ι.
Μ. να σταθμεύσει προσωρινά το αυτοκίνητό του στην προαναφερόμενη θέση με σκοπό να προκαλέσει την αντίδραση και τις παρατηρήσεις του εναγομένου, πολύ δε περισσότερο αφού ο τελευταίος αρχικά απουσίαζε από την οικία του, ούτε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενεθάρρυνε το ίδιο πρόσωπο να μη μετακινήσει το αυτοκίνητό του από την πιο πάνω προσωρινή του θέση, όταν εμφανίσθηκε ο εναγόμενος με σκοπό να τον ωθήσει σε επίθεση εναντίον του εναγομένου και συνεπώς δεν αποδείχθηκε η εντεύθεν επικαλούμενη ηθική βλάβη του εναγομένου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε σιωπηρά τους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα και τα συναφή κονδύλια της ανταγωγής του για χρηματική του ικανοποίηση, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε προκειμένου να δεχθεί με την εκκαλούμενη απόφασή του εν μέρει μόνο την ανταγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη για το χρηματικό ποσό των 2.500 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε ότι οφείλει να καταβάλει ο αναιρεσίβλητος στον αναιρεσείοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε με την εξυβριστική σε βάρος του συμπεριφορά του κατά το μεταξύ τους επεισόδιο που προπεριγράφηκε.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την ανταγωγή του αναιρεσείοντος και απέρριψε ως αβάσιμα τα αντίθετα που υποστήριξαν οι διάδικοι με τους συναφείς λόγους των εφέσεων τους, δηλαδή ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό θα έπρεπε κατά μεν τον αντενάγοντα-εκκαλούντα να είναι μεγαλύτερο, κατά δε τον αντεναγόμενο-εκκαλούντα μικρότερο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 57,59,299,914,932 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, αφενός μεν έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα τα υπό στοιχεία α(β), γ και δ κονδύλια της ανταγωγής, ενώ αφετέρου δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος εξύβρισε τον αναιρεσείοντα με τις φράσεις "παλιομαλάκα άϊ γαμήσου" και αποχωρώντας τον μούντζωσε, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του, προκαλώντας του έτσι ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας έκρινε ότι εύλογο είναι το ποσό των 2.500 ευρώ και όχι το ζητούμενο με το υπό στοιχεία ε κονδύλιο της ανταγωγής ποσό των 10.000 ευρώ.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον υπό στοιχεία Α6(γ) λόγο της αίτησης αναίρεσης, με μέρος του Δ λόγου της, καθώς και με τον υπ' αριθ. 1 πρόσθετο λόγο της και πρέπει αντίστοιχα να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους ο αναιρεσείων, με πρόσχημα πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 10, 11, 12, 17, 19 και 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αμφισβητεί στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα ως προς την εκτίμηση απ' αυτή των αποδείξεων σε σχέση με τα παραπάνω κονδύλια της ανταγωγής του.
Ωστόσο με την ανταγωγή του ο αναιρεσείων, όπως απ' αυτή προκύπτει, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση και τα επιπλέον ποσά των 10.000 και 10.000 ευρώ [κονδύλια υπό στοιχεία α(α) και β], ισχυριζόμενος ότι υπέστη ηθική βλάβη από τις ακόλουθες υπαίτιες και παράνομες πράξεις του αντιδίκου του: "α) Ισχυρίσθηκε (ο αναιρεσίβλητος) με την αγωγή του γεγονότα ανυπόστατα και ειδικότερα λόγια μου εξυβριστικά χωρίς να τα εξιστορεί β) Αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής του διάφορες αναληθείς ενέργειές μου, δηλαδή ότι μείωσα την τιμή και την υπόληψη γειτόνων και των παιδιών τους...
που αποτελεί δυσφήμηση ενώπιον τρίτου, καθόσον ουδέποτε μείωσα την τιμή των παιδιών του ή τρίτων ...". Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι μεταξύ άλλων σ' αυτή αναφέρονται και τα ακόλουθα: "... αισθάνθηκα στα νώτα μου ισχυρό σπρώξιμο υπό του εναγομένου, ο οποίος παράλληλα με εξύβρισε με χυδαίες εκφράσεις ...
διαρκώς επιδίδεται σε μομφές σε βάρος μου ... ενώ πολλάκις έχει εξυβρίσει τα τέκνα μου χωρίς λόγο, με μοναδικό σκοπό τη μείωση της τιμής μου και την πρόκληση εντυπώσεων σε βάρος μου, όπως έχει πράξει και με διάφορους γείτονες και τα παιδιά τους ...". Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τα σχετικά με τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου κονδύλια της ανταγωγής του αναιρεσείοντος με τη γενική παραδοχή ότι "υπό τα περιστατικά που αποδείχθηκαν είναι προφανές ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή από τον ενάγοντα σχετικά με το επεισόδιο και τη συμπεριφορά του εναγομένου, δεν είναι ψευδή, ώστε με την αναφορά τους να προσβάλλεται η τιμή και η υπόληψη του τελευταίου".
Όμως η αιτιολογία αυτή είναι ανεπαρκής και αντιφατική, στερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης αναφορικά με ουσιώδη για την έκβαση της δίκης επί της ανταγωγής ζήτημα , αφού δεν καλύπτει την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα προηγούμενη του κρίσιμου επεισοδίου επιλήψιμη υποτίθεται συμπεριφορά, ενώ εξ άλλου η απόφαση, αν και δεν δέχεται εξύβριση του αναιρεσιβλήτου από τον αναιρεσείοντα κατά τη διάρκεια του μεταξύ τους επεισοδίου, όπως αυτός ισχυρίζεται με την αγωγή του, εντούτοις αντιφατικά με την παραπάνω αιτιολογία δεν θεωρεί ψευδή τη σχετική περικοπή της αγωγής του.
Επομένως είναι βάσιμοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης με στοιχεία Α6(α), (β), καθώς και ο Δ λόγος της κατά το αντίστοιχο μέρος του, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Πρέπει έτσι κατά παραδοχή των λόγων αυτών να γίνει αντίστοιχα δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά τα κονδύλια της ανταγωγής του αναιρεσείοντος με στοιχεία α(α) και β, ως προς τα οποία κρίθηκαν απορριπτέες οι συναφείς αξιώσεις του χρηματικής ικανοποίησης.
Κατά το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ.580§3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος, ως εν μέρει ηττηθείς , πρέπει να καταδικασθεί σε αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2056/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αφορά τα κονδύλια της ανταγωγής του αναιρεσείοντος με στοιχεία α(α) και β, ως προς τα οποία κρίθηκαν με την απόφαση αυτή απορριπτέες οι συναφείς αξιώσεις του περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του.
Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνη του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ