Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding interest claims and legal res judicata.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding unpaid wages and interest. The appellant argued the lower court failed to consider specific facts about interest claims and the legal effect of partial withdrawal from the lawsuit. The court ruled that the appellant's claim regarding interest was inadmissible because the partial withdrawal legally extinguished that right, and the lower court correctly applied the principle of legal res judicata.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) & (8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied the legal consequences of a procedural act, such as the extinction of interest claims following a partial withdrawal from the lawsuit, which constitutes a matter of law rather than a factual omission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1103 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1103/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 6-3-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3444/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 3412/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 3-4-2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 364/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 3412/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 3276/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το αρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντελείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι, κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω σύμφωνα με τον αριθμό 8 του ιδίου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Ο ως άνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε ν' απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αόριστο. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 221§1 περ. γ' ΚΠολΔ και 7§2 του ν.δ. 496/1974, "περί του λογιστικού του ν.δ.δ.δ" που ορίζει ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ορίζεται σε 6% ετησίως (εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο) και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής προκύπτει, ότι για την έναρξη της υποχρέωσης των ν.π.δ.δ.
προς καταβολή τόκων επί των οφειλών τους δεν αρκεί εξώδικη όχληση του δανειστή, αλλ' απαιτείται επίδοση της σχετικής αγωγής, η οποία συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολή τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη. Ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, τόσο κατά την έννοια των διατάξεων των αρ. 345-346 ΑΚ όσο και της διάταξης του αρ. 7§2ν.δ. 496/2974 νοείται μόνον η καταψηφιστική, όχι δε και η αναγνωριστική αγωγή, η οποία δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των αρ. 215§1, 223§1, 294 και 295§1 ΚΠολΔ ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, η οποία θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα και επομένως εκλείπουν όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες του καταψηφιστικού αυτού αιτήματος.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, αν επί αγωγής κατά ν.π.δ.δ. με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής περιορισθεί το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατ' αρ. 70 ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, ούτε αρκεί ως εξώδικη όχληση, δεδομένου ότι κατά την διάταξη του αρ. 7§2 ν.δ. 496/1974 απαιτείται πάντοτε "αγωγή" με την προεκτεθείσα έννοια (ΟλΑΠ 6/1997).
Η ως άνω διάταξη του αρ. 7§2 ν.δ 496/1974 με την προαναφερόμενη έννοια δεν αντίκειται στο αρ. 4§1 και 28§1α του Συντάγματος ούτε στα αρ. 6§1 της από 4.11.1950 Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης "διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, αρ. 28§1 του Συντάγματος), διότι η θεσπιθείσα απ'αυτήν κατά παρέκκλιση των αρ. 221 §1γ ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ υποχρέωση καταβολής τόκων από το ν.π.δ.δ μόνο από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε είτε οι εκπρόσωποι και τα λοιπά αρμόδια όργανα αυτών ν' αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον τους απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπισή τους, ενώ εξάλλου με την παρέκκλιση αυτή δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το αρ. 6§1 ΕΣΔΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι 1) με την από 25.6.1996 (με αριθ. ειδ. κατ. 2917/1996) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο (και τώρα αναιρεσίβλητο) νοσοκομείο που αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ, στο οποίο εργαζόταν ως θερμαστής με σχέση ιδιωτικού δικαίου από το 1974 έως το 1995, να του καταβάλει α) για διαφορές των αποδοχών του κατά το διάστημα από 1.1.1991-31.1.1995 το ποσό των 11.057.522 δρχ.
β) για διαφορές της πρόσθετης αμοιβής του για την εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες κατά το αυτό χρονικό διάστημα το ποσό των 3.376.913 δρχ. και γ) για διαφορές της πρόσθετης αμοιβής του για εργασία του κατά τη νύκτα κατά το διάστημα από 1.1.1991-31.1.1994 το ποσό των 812.613δρχ και συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 15.247.048 δρχ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. 2) Με την 3444/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου ο ενάγων περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, εκτός από ποσό 49.000 δρχ.
που ζήτησε καταψηφιστικά, η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως μη νόμιμη, ύστερα δε από την άσκηση έφεσης από τον ενάγοντα η απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξαφανίσθηκε με την 3412/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι από την 15/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί παρομοίας αγωγής του ενάγοντος που αφορούσε προγενέστερο χρονικό διάστημα είχε παραχθεί δεδικασμένο που καταλάμβανε από τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος τις διαφορές των κυρίων αποδοχών του (με στοιχ.
α' ως άνω αξιώσεις) όχι όμως και το ύψος του ημερομισθίου ασφαλείας και στην συνέχεια με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και δη ως προς τις με στοιχείο α' αξιώσεις και το μεν αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.057.522 δρχ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το δε υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτόν από το παραπάνω, ποσό 49.000 δρχ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ ως προς τις λοιπές αξιώσεις του ενάγοντος με στοιχείο β'(διαφορές της πρόσθετης αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες) και γ'(διαφορές αμοιβής για νυκτερινή εργασία) έκρινε ότι δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της παραπάνω απόφασης και τις απέρριψε ως μη νόμιμες. 3) Ύστερ' από την άσκηση αναίρεσης από τον ενάγοντα η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών (3412/2001) αναιρέθηκε εν μέρει με την 364/2006 απόφαση του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου μόνον ως προς τα ως άνω με στοιχ.
β' και γ' κονδύλια της αγωγής και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος του 4) Το Εφετείο Αθηνών συμμορφούμενο προς την αναιρετική απόφαση δέχθηκε με την τώρα αναιρεσιβαλλόμενη 3276/2007 απόφασή του ότι ο ενάγων δικαιούται ως διαφορά πρόσθετης αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες (με στοιχ.
β' κονδύλιο της αγωγής) το ποσό των 3.376.913 δρχ (ή 9.910,24 ευρώ ), ενώ ως διαφορά αμοιβής νυκτερινής εργασίας (με στοιχ. γ' κονδύλιο της αγωγής) το ποσό των 812.613 δρχ. (2385 ευρώ) και συνολικά για τις αιτίες αυτές το ποσό των 12.295 ευρώ άτοκα, στην συνέχεια δε εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τις απορριπτικές των αξιώσεων αυτών διατάξεις της, δέχθηκε την αγωγή ως προς τις αξιώσεις αυτές και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, πλην των ποσών που επιδικάστηκαν με την ως άνω 3412/2001 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου (με το μη αναιρεθέν μέρος της) το συνολικό ως άνω ποσό των 12.295 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας: Α) Ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρ. 340,341, 345, 346 ΑΚ, 4§1 και 2§1α του Συντάγματος και 7§2 ν.δ 496/1974, η τελευταία των οποίων, εξάλλου, υπό την δοθείσα ως άνω ερμηνεία και έννοια δεν αντίκειται στις διατάξεις των αρ. 4§1 και 28§1α του Συντάγματος και των αρ. 6§1 της ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου αυτής (το οποίο πάντως αφορά την προστασία της περιουσίας) που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά τα με στοιχ. β', γ' και ζ' σκέλη του από το αρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ ο αυτός λόγος καθόσον μέρος του και κατ' εκτίμηση αυτού αναφέρεται σε ευθεία παραβίαση των άρθρων του ΚΠολΔ 221 (με στοιχ.δ') και 106, 215§1α, 223,294,295§1 και 297 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παραβίαση των ως άνω δικονομικών κανόνων δεν ελέγχεται με τον λόγο από τον αριθμό 1 του αρ. 559 ΚΠολΔ.
Β) Δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του ιδίου άρθρου, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, 1) με το με στοιχ. ε' σκέλος του λόγου αναίρεσης, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο αναιρεσείων περιόρισε μόνο το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό (εν μέρει) και δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να λάβει τόκους από την επίδοση της αγωγής, αλλ' αντίθετα ρητά δήλωσε ότι δεν παραιτείται απ' αυτούς, καθόσον η μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αποτελεί διαδικαστική πράξη που συνεπάγεται αμέσως, εφόσον γίνει έγκυρα, τις οριζόμενες από το νόμο (αρ. 295 ΚΠολΔ) δικονομικές έννομες συνέπειες, τις οποίες δεν μπορούσε να περιορίσει με την σχετική περί παραιτήσεως δήλωσή του ο αναιρεσείων, ώστε ο ισχυρισμός του για περιορισμό των άνω συνεπειών ν' αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του αρ. 559 ΚΠολΔ, ως εκ τούτου δε ο λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, 2) με τα με στοιχ.
α' και στ' σκέλη του, σύμφωνα με τα οποία σε συνδυασμό και κατ' εκτίμηση αυτών το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι με την 3412/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (δηλ. την εν μέρει αναιρεθείσα) επιδικάσθηκαν αμετάκλητα τόκοι και για το αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο ποσό και δεν ήταν δυνατόν ν' αγνοηθεί ότι λόγω του απορρέοντος απ' αυτήν δεδικασμένου οφείλονται νόμιμοι τόκοι από την επίδοση της αγωγής και για το ποσό των 12.295 ευρώ (δηλ.
το ποσό που αναγνωρίσθηκε ότι οφείλεται με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 3276/2007 του Εφετείου Αθηνών), καθόσον από τις διατάξεις των αρ. 321, 322, 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναγνώριση οφειλής νομίμων τόκων από την επίδοση της αγωγής παράγει δεδικασμένο για το ζήτημα αυτό μόνον ως προς την με στοιχείο α' αγωγική αξίωση (διαφορές κυρίων αποδοχών), ως προς την οποία δεν αναιρέθηκε η Εφ.
Αθ. 3412/2001, και όχι και προς το ζήτημα της τοκογονίας των λοιπών αξιώσεων με στοιχ. β'(διαφορές αμοιβών για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες) και γ'(διαφορές αμοιβών για νυκτερινή εργασία), που συνιστούν ιδιαίτερα και διαφορετικά κεφάλαια, ως προς τις οποίες αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και οι οποίες ερευνήθηκαν στο σύνολό τους από την τώρα προσβαλλομένη 3276/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μαζί με το παρεπόμενο ζήτημα των επ' αυτών τόκων, μη οφειλομένων πλέον μετά τον περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό, ως εκ τούτου δε ο σχετικός ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος και η μη λήψη υπόψη αυτού από το Εφετείο δεν θεμελιώνει τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως προς τα σκέλη του αυτά ως απαράδεκτος, ανεξάρτητα από την αοριστία του καθόσον στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται σαφώς ότι ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου, μη υπαγόμενος στις εξαιρέσεις του αρ. 562§2 ΚΠολΔ, προτάθηκε στο Εφετείο.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3276/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ