Legislator Case Law & Legislation
1103/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for forgery due to sufficient reasoning and evidence in the lower court decision.

Case Number 1103/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Athens' conviction for forgery. The appellant argued for reversal based on procedural defects, but the Court found the lower court's reasoning sufficiently detailed regarding the facts and evidence. Consequently, the Court ruled that the conviction was legally sound and the appeal was without merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216(1), 220(1) of the Penal Code; Article 510(1)(D), (E) of the Code of Criminal Procedure: A criminal conviction is valid if the lower court provides specific and comprehensive reasoning linking the proven facts to the statutory elements of the crime, rendering cassation arguments based on lack of reasoning inadmissible.

Keywords

AI generated
forgery conviction cassation appeal sufficient reasoning Code of Criminal Procedure evidence assessment criminal liability legal basis

Cited Legislation

AI generated
Article 216(1) of the Penal Code
Article 13(c) of the Penal Code
Article 220(1) of the Penal Code
Article 93(3) of the Constitution
Article 510(1)(D), (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1103 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1103/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελου Κωνσταντινίδη, για αναίρεση της 1523/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 909/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση άλλου, με τη χρήση του, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης.

Εξάλλου κατά το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1805/1988 «έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 ΠΚ, τιμωρείται, με την στη διάταξη αυτή οριζόμενη ποινή, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφα, αναληθές περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον, σχετικά με το περιστατικό αυτό.

Τέλος η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελεί επίσης έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ορισμένου ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, το δικαστήριο δέχθηκε κατά τη αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:

Δυνάμει του 14002/1995 συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών ..... οι κατηγορούμενοι σύζυγοι αγόρασαν κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 1700 τ.μ. περίπου το οποίο βρίσκεται στη θέση .... εκτός του σχεδίου πόλης, προκειμένου να οικοδομήσουν σ' αυτό εξοχική κατοικία γι' αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισε τη διαδικασία για την έκδοση άδειας ανέγερσης οικοδομής.

Ένα από τα έγγραφα που απαιτούντο προς τούτο ήταν και βεβαίωση του αρμόδιου Δασαρχείου ότι δεν είναι δημόσια δασική έκταση. Έτσι υπέβαλε αίτηση ο πρώτος κατηγορούμενος και η δασάρχης του Δασαρχείου Πεντέλης του απάντησε με το .... έγγραφο ότι « η έκταση που αγόρασε με το ως άνω συμβόλαιο διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις των περί δασών νόμων ή Διαταγμάτων διαχειρίζεται ως Δημόσια …… τίτλος πάσχει ακυρότητας γιατί δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες του αρθρ. 280 του Ν.δ. 86/69, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το αρ. 13 του Ν.Δ. 996/71.

Ο πρώτος κατηγορούμενος όμως προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του την έκδοση οικοδομικής άδειας δηλαδή, στις 12/3/1999 κατάρτισε πλαστό έγγραφο ήτοι, τοιούτο το οποίο έφερε τον ως άνω αριθμό πρωτοκόλλου του γνήσιου που εξέδωσε το δασαρχείο Πεντέλης και είχε το εξής περιεχόμενο «Απαντώντας στην από 27-6-1996 αίτηση σας, σας πληροφορούμε ότι η έκταση που βρίσκεται στη θέση ....

ως εμφανίζεται στο από Μαΐου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού .... με στοιχεία (ΑΒΓΔΑ) κλιμ. 1:200 εμβαδού 1454, 44 τ.μ. καθώς και στο με αρ. ... συμβόλαιο της συμ/φου ... δεν διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις των περί δασών Νόμων και διαταγμάτων και δεν διαχειρίζεται ως Δημόσια θέτοντας στο τέλος του εγγράφου σκαρίφημα υπογραφής της Δασάρχου .... .

Στη συνέχεια το πλαστό αυτό έγγραφο που είχε τελείως διαφορετικό περιεχόμενο από το γνήσιο το κατέθεσε μαζί με άλλα στην αρμόδια πολεοδομία προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της υπηρεσίας αυτής ότι το εν λόγω ακίνητο δεν αποτελεί δημόσια δασική έκταση ώστε να είναι εφικτή οικοδομικής αδείας.

Η επιδίωξη του κατηγορουμένου πραγματοποιήθηκε και εκδόθηκε η ... άδεια ανοικοδόμησης. Ακόμη ο ίδιος κατηγορούμενος στις 24/5/1999 πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα υπέβαλε το ως άνω πλαστό έγγραφο στους αρμόδιους υπαλλήλους της πολεοδομίας Παλλήνης Νομαρχίας ΑΝ.

Αττικής μαζί με σχετική αίτηση και τα απαραίτητα σχεδιαγράμματα τοπογραφικό, κατόψεις διώροφης κατοικίας με υπόγειο) με αποτέλεσμα εξαπατώντας τους ως άνω υπαλλήλους, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο πείστηκαν ότι το αναφερόμενο στο ως άνω πλαστό έγγραφο αγροτεμάχιο δεν αποτελεί δημόσια δασική έκταση, να εκδώσουν την ως άνω οικοδομική άδεια που αφορούσε ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο επί του αγροτεμαχίου αυτού την οποία δεν θα εξέδιδαν αν οι ανωτέρω δημόσιοι υπάλληλοι γνώριζαν την πραγματική κατάσταση του ακινήτου ότι αυτό αποτελεί δημόσια δασική έκταση.

Τα ως άνω προκύπτουν ακόμη και από την απολογία του κατηγορουμένου αφού ουδόλως εξήγησε πως αφού γνώριζε ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν δασικό στη συνέχεια εκδόθηκε οικοδομική άδεια γι' ανέγερση οικοδομής σ' αυτό. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο.

Στη συνέχεια, μετά τα ανωτέρω που δέχθηκε το δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για πλαστογραφία με χρήση και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτές τις παραδοχές, αλληλοσυμπληρούμενες και από το διατακτικό αυτής, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1, 220 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σαφώς το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατάρτισε το πλαστό επίμαχο έγγραφο που αναλυτικά προσδιορίζεται ως ανωτέρω, αναφέρονται δε περαιτέρω οι συνέπειες που μπορούσε να έχει το βεβαιούμενο στο πλαστό έγγραφο γεγονός ήτοι η παραπλάνηση των υπαλλήλων της υπηρεσίας αυτής ότι το εν λόγω ακίνητο δεν αποτελεί δημόσια δασική έκταση ώστε να είναι εφικτή η έκδοση οικοδομικής άδειας.

Εκ της μερικής δε επαναλήψεως του διατακτικού στο σκεπτικό δεν καθίσταται η αναφερόμενη αιτιολογία ανεπαρκής δεδομένου μάλιστα ότι το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό που περιλαμβάνει και στοιχεία αιτιολογίας. Ακόμη προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει στην αρχή του σκεπτικού και συνεπώς και τον μάρτυρα υπερασπίσεως .... , και δεν ήταν αναγκαία η χωριστή αναφορά του.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ)

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 6 Απριλίου 2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 1523/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ