Legislator Case Law & Legislation
1102/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final court decision regarding property ownership and forest land characteristics.

Case Number 1102/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the final appellate court decision confirming the appellants' property rights. The appellants argued that the disputed land was a forest area requiring specific management acts, while the Government claimed procedural errors in the lower court's reasoning. The court rejected these arguments, finding the lower court's reasoning sufficient and the appellants' evidence of forest management practices consistent with the land's actual characteristics.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final decision is admissible only if it raises new grounds or corrects errors, and the Supreme Court reviews the sufficiency of the lower court's reasoning without re-evaluating facts.

Keywords

AI generated
property ownership dispute forest land characteristics appeal admissibility procedural error review costs allocation succession law land registration correction

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of the Law 3693/1957
Law 1738/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1102 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1102/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Π. του Γ. και της Χ., 2) Α. Π. του Γ. και της Χ., αμφότεροι κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Σταματέλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 289/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-6-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11-6-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 25/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αριθμ. 289/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που είχε δεχθεί, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική της (συγ)κυριότητας ακινήτων (εδαφικών τμημάτων) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και οκτώ (8) ακόμη διαδίκων, ερειδόμενη στον παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) τρόπο κτήσης κυριότητας και το σωρευόμενο αίτημα για διόρθωση εσφαλμένων κτηματολογικών εγγραφών. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α` άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β` άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρο 10.11.13 και 14), του ν. ΣΟΕ/1868 και του ν. ΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των κειμένων στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και, μάλιστα, δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμίας Νήσου. Πράγματι, για τη διανομή των εγχώριων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν, ακολούθως, ο ν. ΥΙΓ/ 1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/1879 για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχώριας περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας"), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.

Συνεπώς, επί των κειμένων στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούν δάση, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες, με βάση έγγραφη απόδειξη της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την, επί των Οικονομικών, Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ.

αυτού. Τούτο, άλλωστε, καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β` του Ν.998/1979, όπως ισχύει, "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", στο οποίο ορίζεται ότι το, κατά την παρ. 1 εδ. α` του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων όπου ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, και, ειδικότερα, στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου για δάση που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί, για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π.341/2024, ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 881/2022, ΑΠ 568/2021).

Κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του νόμου της 21.6.1837, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση του ν. ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 - 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα, από ιδιώτες ή Κοινότητες, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και, συνεπώς, και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο.

Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς, συνάγεται ότι τα, κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού, υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους (Α.Π. 341/2024, ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 11/2019).

Τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζόμενων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 34 του α.ν.1539/1938.

Με το άρθρο 49 του Εισ.Ν.Α.Κ. ο εν λόγω νόμος "περί διακρίσεως κτημάτων" καταργήθηκε, και αντ' αυτού ισχύει η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιο (Α.Π.341/2024, ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 11/2019).

Τέλος, κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται: α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλ. τα εξαρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγούμενου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση της κυριότητας (Α.Π.341/2024, ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 11/2019).

Τέτοιο ειδικό τίτλο αποτελούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου ΡΝ/1866 "Περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν των λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας Γ Κωδ. Ε457 - άρθρα 1 και 2", δυνάμει της οποίας (άρθρου 1) εισήχθησαν και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 οι περί την διοίκηση και διαχείριση των δασών τότε ισχύουσες διατάξεις, δυνάμει δε του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου ΡΝ/1866 εισήχθη και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 ο από 21.6.1837 νόμος περί διακρίσεως κτημάτων, κατ' άρθρο 16 του οποίου όλα τα αδέσποτα (εκτός των άλλων εκεί διακρίσεων) κτήματα επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλες αποδεδειγμένες απαιτήσεις ανήκουν στο Δημόσιο (Α.Π.341/2024, ΑΠ 1163/2022).

Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 998 της 28/29-12-1979 συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, ακόμη και αν αυτό βρίσκεται στα Επτάνησα, όπου δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, απαιτείται, μετά την εισαγωγή του Α.Κ.

η άσκηση, επί 20 τουλάχιστον έτη, πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους, όπως είναι η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση κ.α. και όχι άλλες πράξεις που δεν φέρουν αυτό το χαρακτήρα (Α.Π.341/2024, ΑΠ 1648/2022, ΑΠ 568/2021, ΑΠ 984/2017). Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

α` του α.ν. 1539/1938, που επαναλήφθηκαν στις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται "νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνο δια της, κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις βάσει αδειών της δασικής αρχής υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων".

Έτσι, στα δάση και τις δασικές εκτάσεις θεωρείται, ότι ασκεί νομή τρίτος, μόνο αν τις εκμεταλλεύεται, σύμφωνα με τον προορισμό τους, μετά από άδεια της δασικής αρχής (άρθρο 2, παρ. 2 του Α.Ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 του Ν.Δ.86/1969). Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 εδγ του α.ν. 1539/1938 που επαναλήφθηκαν στις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "Προκειμένου ειδικώς περί δημοσίων δασών μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε η βοσκή θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής" και "Μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής", ήτοι πρόκειται για βοσκή σε δημόσια δάση (Α.Π.341/2024, ΑΠ 10/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 374/2022, ΑΠ 2106/2022).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 53/2023, ΑΠ 1728/2022, ΑΠ 1836/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Επίδικα αποτελούν εδαφικές εκτάσεις, κείμενες στην κτηματική περιφέρεια Τσουκαλάδων Λευκάδας και στην ειδική θέση "ΧΟΙΡΟΜΟΥΡΣΙ", όπως αυτές αποτυπώνονται στο ενσωματωμένο στην αγωγή από Ιούνιος 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.

Κ. Συγκεκριμένα, πρόκειται για πέντε (5) εδαφικά τμήματα και ειδικότερα: α) Τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340263710006/0/0,........., εκτάσεως 396,81 τμ., και έχει καταχωρισθεί ως τμήμα μείζονος ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου, β) ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 340263710011/0/0, ....... εμβαδού, σύμφωνα με αυτό (τοπογραφικό διάγραμμα), 6.378,73 τμ, σύμφωνα δε με το κτηματολόγιό φύλλο ακινήτου, 6.378 τμ., και έχει καταχωρισθεί ως ιδιοκτησία των πέμπτης, έκτου, έβδομου και όγδοου των εναγόμενων, γ) ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 340263710211/0/0, .......εμβαδού, σύμφωνα με αυτό, 5.725,90 τμ, σύμφωνα δε με το κτηματολογικό φύλλο ακινήτου, 5.726 τμ., και έχει καταχωρισθεί ως αγνώστου ιδιοκτήτη, δ) τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340263710009/0/0,........, εμβαδού 17.787,72 τμ., και έχει καταχωρισθεί κατά ποσοστό 37,75% ως συνιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 62,25% κατά τις πρώτες εγγραφές είχε καταχωρισθεί ως συνιδιοκτησία του Γ.

Φ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 2004, έχοντας ως πλησιέστερους συγγενείς - εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των εναγόμενων (βλ. σχετ. με αρ. πρωτ. 3271/7.2.2014 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Λευκάδας), και ε) ολόκληρο το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 340263710012/0/0,........ εμβαδού 1.816 τμ., και έχει καταχωρισθεί ιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη.

Ως προς τα υπό στ. α', β' γεωτεμάχια και τμήμα κατά ποσοστό 62,25% του υπό σχ. δ' γεωτεμαχίου, η εκκαλουμένη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, καθώς όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες ....2015, ..., ..., ....2015, ..., ...και ....2015 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Γ. Τ. σε συνδυασμό με το με αριθμ. πρωτ. ....2017 πιστοποιητικό του αρμόδιου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Λευκάδος, οι αρχικώς οκτώ εναγόμενοι πλην του ήδη εκκαλούντος, δεν έχουν ασκήσει ένδικο μέσο κατ' αυτής.

Συνεπώς, αντικείμενο της παρούσας κατ' έφεση δίκης αποτελούν μόνον τα υπό στ. γ, ε' γεωτεμάχια και τμήμα κατά ποσοστό 37,75% του υπό στ. δ' γεωτεμαχίου. Τα εν λόγω εδαφικά τμήματα αποτελούσαν αρχικά ένα ενιαίο ακίνητο που ανήκε κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον παππού των εναγόντων Β. Φ. του Π., ο οποίος το είχε αποκτήσει κατά κυριότητα από τον κατά το έτος 1966 αποβιώσαντα πατέρα του Π.

Φ. του Ε. Ειδικότερα, δυνάμει της ....2000 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Λευκάδας Ακριβούλας Κερχουλά - Βλασσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδας, ο Β. Φ. του Π., δικαιοπάροχος των εναγόντων, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν δυνάμει της .../1965 δημόσιας διαθήκης, που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Λευκάδας Γεώργιο Σταματέλο και δημοσιεύθηκε νόμιμα Λευκάδας με το 33/1967 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, κληρονομιά του πατέρα του Π.

Φ. του Ε., στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο. Στην εν λόγω αποδοχή κληρονομιάς το ακίνητο αναφέρεται ως αγροτεμάχιο εκτάσεως 20.000 τμ περίπου, το οποίο βρίσκεται στην υπό κρίση θέση και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Ε. και Α. Σ. και Ν. και Α. Β. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αποδείξεως, αλλά και τα όσα αναφέρουν οι μάρτυρες στις ανωτέρω νόμιμα προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, το ακίνητο αυτό ανήκε στην οικογένεια των εναγόντων προ του 1900 και μεταβιβαζόταν από πατέρα σε τέκνο ατύπως.

Κατά τα παλαιότερα, μάλιστα, έτη, το ακίνητο χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοπος, ενώ από το έτος 1970 περίπου και επέκεινα, οι πράξεις νομής επί του επιδίκου περιορίσθηκαν στην προστασία και εποπτεία αυτού από επεμβάσεις τρίτων. Στην συνέχεια, ο Β. Φ. μεταβίβασε το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό κυριότητάς του στο υπό κρίση ακίνητο στους εγγονούς τους - ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα, δυνάμει του ....2000 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Λευκάδας Ακριβούλας Κερχουλά - Βλασσοπούλου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδας.

Κατόπιν της ανωτέρω μεταβιβάσεως, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας του ακινήτου αυτού. Από την από με αριθμό πρωτ. ....2015 έκθεση της Διεύθυνσης Δασών ΠΕ Λευκάδας που προσκομίζει το εναγόμενο, προκύπτει ότι στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, όλα τα γεωτεμάχια που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και περιγράφονται ανωτέρω, ακόμη και αυτά τα οποία δεν έχουν καταχωρισθεί ως αγνώστου ιδιοκτήτη, είχαν χαρακτήρα δασικής εκτάσεως, καλυπτόμενες από θαμνώδη δασική βλάστηση, μορφή την οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα, με την διαφορά ότι στις αεροφωτογραφίες των ετών 1960 και 1972, σταδιακά η βλάστηση φαίνεται πιο πυκνή από αυτή των προηγούμενων ετών.

Τέλος, στις αεροφωτογραφίες του έτους 1992, η εν λόγιο έκταση έχει βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (πουρνάρια, σχίνα, κουμαριά κλπ) πιο πυκνή από τα προηγούμενα έτη, είναι πλέον πυκνή με βαθμό συγκόμωσης 0,9 και έχει ομοιογενή διάπλαση που του προσδίδει δασικό χαρακτήρα. Η ανωτέρω έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έκταση σε όλα τα παραπάνω έτη παρουσιάζει δασική μορφή.

Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αφενός, αρνείται την κυριότητα των εναγόντων επί των επιδίκων τμημάτων, επικαλούμενο ειδικότερα ότι λόγω του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου τμήματος και της μορφολογίας του εδάφους του (άγονο, απροσπέλαστο, βραχώδες και ανεπίδεκτο καλλιέργειας), ουδέποτε οι ενάγοντες και οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι αυτών κατά το παρελθόν άσκησαν τις επικαλούμενες πράξεις νομής και κατοχής, αφετέρου δε, ισχυρίσθηκε ότι έγινε κύριο αυτό με έκτακτη χρησικτησία του επιδίκου τμήματος που αποτελεί δασική έκταση, καθώς από το έτος 1970 τουλάχιστον μέχρι και σήμερα ασκούσε συνεχή διακατοχή του επιδίκου και κατέστη κύριο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Ιόνιου Κώδικα μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα στα Ιόνια Νησιά και στη συνέχεια και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κατείχε αυτό διάνοια κυρίου, επιτηρώντας και προστατεύοντας αυτό από επέμβαση τρίτων με τα εκάστοτε αρμόδια όργανα του (δασική υπηρεσία, πυροσβεστική κλπ).

Ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος που αυτό επιχειρεί να στηρίξει κυριότητά του επί της επίδικης έκτασης, ως δημόσιας κατά τεκμήριο, λόγω του δασικού χαρακτήρα αυτής, που περιήλθε στο ίδιο από την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα ως διάδοχο του Ιονίου Κράτους, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος...., διότι μόνη η δασική μορφή της έκτασης δεν αποτελεί απόδειξη ή τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αφού στα δάση των Ιονίων Νήσων δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίσθηκε με το β.δ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά το Δημόσιο ισχυριζόμενο ότι η δασική έκταση είναι δημόσια οφείλει να το αποδείξει, επικαλούμενο τον ειδικό λόγο κτήσης της κυριότητας αυτής με ένα από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23-2-1946) τρόπους κτήσεως κυριότητας δηλαδή τον τίτλο αγοράς ή δωρεάς, διαθήκη, χρησικτησία, κατάληψη αδέσποτου η ενδεχομένως βάσει κάποιου ειδικού νόμου.

Επομένως εφόσον δεν έλαβε ως διάδοχο του Ιονίου Κράτους κανένα περιουσιακό στοιχείο της διανεμηθείσης επιχωρίου περιουσίας και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή το από 16-11-1836 βασιλικό διάταγμα, που αναγνωρίζει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου για τις αποτελούσες δάση εκτάσεις, οφείλει να διαχειρίζεται, ως δημόσια, μόνο τα δάση ή τις δασικές ή χορτολειβαδικές εκτάσεις για τις οποίες έχει πράγματι αποκτήσει κυριότητα με νόμιμους τίτλους ή χρησικτησία και όχι όλα τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, των οποίων διοικητικώς ή δικαστικώς δεν έχει κριθεί η κυριότητα τους έναντι αυτού.

Τούτο ενισχύεται περισσότερο και από το με αριθμ. πρωτ. 30.12.2014 έγγραφο της Γ.Γ Δημόσιας Περιουσίας, σύμφωνα με το οποίο τα επίδικα ακίνητα δεν έχουν καταγράφει ως δημόσια κτήματα. Έτι περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν τις άνω πράξεις νομής και κατοχής απ' αυτού, τις οποίες και η μάρτυρας του εκκαλούντος κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεσή της δεν αρνείται (....δεν αποκλείεται να ήταν βοσκότοπος, η υπηρεσία δεν έχει διενεργήσει αυτοψία κλπ).

Απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο, εγκαταλελειμμένο ή ως έρημος κλήρος, καθώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, επ' αυτού ασκούσαν διακατοχικές πράξεις οι αιτούσες και οι δικαιοπάροχοί τους, ενώ δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει μονομερή δήλωση των δικαιοπαρόχων των εναγόντων με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή που να περιέχει κατάργηση του δικαιώματος κυριότητας απ' αυτών, ώστε τούτο να καταστεί αδέσποτο.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν με την πιο πάνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς έκταση 20.000 μ2 και όχι 32.105 μ2 που αποτελούν το σύνολο των επιδίκων ακινήτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης (1965) οι εκτάσεις προσδιοριζόταν κατά προσέγγιση.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τη διαδικασία κτηματογραφήσεως της περιοχής εμφιλοχώρησαν σφάλματα, καθώς στις πρώτες εγγραφές τα εν λόγω γεωτεμάχια καταχωρίσθηκαν εσφαλμένα ως ιδιοκτησίες αγνώστου ιδιοκτήτη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η διόρθωση των αρχικών εγγραφών στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη δέχθηκε τα ίδια και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου των προαναφερόμενών εδαφικών τμημάτων, διέταξε δε την διόρθωση των αρχικών εγγραφών στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.

Συνεπώς, τα αντίθετα με τους λόγους της έφεσης υποστηριζόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Στη συνέχεια δε το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 εδ.

α` περ. α` του α.ν1539/1938,, παρότι ήταν εφαρμοστέα και σύμφωνα με την οποία δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, τόσο από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, όσο και από τους ίδιους, καθόσον όλα τα κατά τα άνω τμήματα της επίδικης έκτασης, αποτελούν δασικές εκτάσεις και υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 και 3 του Ν.998/1979.

Ειδικότερα το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι οι προαναφερόμενοι θα έπρεπε να έχουν ασκήσει νομή επί των ως άνω επιδίκων τμημάτων σύμφωνη με το ως άνω άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α` περ. α` του α.ν.1539/1938, δηλαδή υλοτομία ή εκμετάλλευση αυτών βάσει αδειών της δασικής αρχής, την οποία (νομή) ούτε επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν οι αναιρεσίβλητοι.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η ως άνω διάταξη που επικαλείται το αναιρεσείον, ορθά δεν εφαρμόστηκε, αφού αφορά δημόσια κτήματα (Α.Π.1648/2022), τα δε προαναφερόμενα επίδικα τμήματα (όπως και το μεγαλύτερο ακίνητο), σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ανήκουν στην κυριότητα αυτού, αφού αυτό (αναιρεσείον) δεν ενήργησε πράξεις νομής επ' αυτών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στη σχετική νομική σκέψη, προκειμένου για δασικές εκτάσεις που βρίσκονται στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου των Ιονίων Νήσων, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών" και μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά πρέπει το δημόσιο να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους.

Περαιτέρω, το Εφετείο, του οποίου τα αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ` αυτήν, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των εφαρμοσθεισών διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο αιτιολόγησε πλήρως την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν απέδειξε, κατά τις παραδοχές του, την ιδιότητα του επιδίκου, ως αδέσποτου ή εγκαταλελλειμένου, ούτε κάποιον από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Α.Κ. ή από τον Α.Κ. είτε από κάποιον άλλον ειδικό νόμο τρόπους κτήσης της κυριότητας αυτού, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι αρκετή η επίκληση της δασικής μορφής αυτού για να αποκτήσει το Δημόσιο την κυριότητά του.

Περαιτέρω, διέλαβε με σαφήνεια τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι των ένδικων εδαφικών τμημάτων, που αποτελούσαν αρχικά ένα ενιαίο ακίνητο, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του αναφερομένου και νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου δωρεάς εν ζωή εκ μέρους του παππού τους Β.

Φ., στον οποίο είχε περιέλθει (το ενιαίο ακίνητο) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής του αποβιώσαντος κατά το έτος 1966 πατέρα του Π. Φ., κληρονομιά που αποδέχθηκε με την αναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι το ακίνητο ανήκε στην οικογένεια των εναγόντων προ του 1900 (με έκτακτη χρησικτησία) και μεταβιβαζόταν από πατέρα σε τέκνο ατύπως, χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοπος, ενώ από το έτος 1970 περίπου και επέκεινα, οι πράξεις νομής επί του επιδίκου περιορίστηκαν στην εποπτεία αυτού από επεμβάσεις τρίτων, δεχόμενο ότι τα επίδικα τμήματα το έτος 1945 είχαν χαρακτήρα δασικής εκτάσεως, καλυπτόμενο από θαμνώδη δασική βλάστηση, μορφή την οποία διατηρούν μέχρι και σήμερα, με την διαφορά ότι η δασική βλάστηση εμφανιζόταν πιο πυκνή κατά τα έτη 1960 και 1972, ενώ από το έτος 1992 και μετά, η εν λόγω έκταση έχει βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (πουρνάρια, σχίνα, κουμαριά κλπ) πιο πυκνή από τα προηγούμενα έτη, είναι πλέον πυκνή έχει ομοιογενή διάπλαση που της προσδίδει δασικό χαρακτήρα, έτη κατά τα οποία οι δικαιοπάροχοί τους, συνέχισαν να ασκούν πράξεις νομής επ' αυτών που συνίσταντο σε εποπτεία και προστασία από επεμβάσεις τρίτων.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρει την ύπαρξη άδειας της δασικής αρχής για οποιαδήποτε πράξη νομής που ενήργησαν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, στα δασικής μορφής πλέον επίδικα τμήματα, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α` περ. α` του α.ν. 1539/1938, αφορά δημόσια κτήματα, χαρακτήρα που δεν έχει το επίδικο ακίνητο, ενώ, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων επ' αυτών, που συνάδουν με το δασικό χαρακτήρα των επίδικων τμημάτων ήτοι βοσκή, εποπτεία και προστασία από επεμβάσεις τρίτων και δεν απαιτείτο η επιπλέον αναφορά άλλων πράξεων νομής επ' αυτών.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, στερείται αιτιολογίας, άλλως οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-6-2018 αίτηση για αναίρεση της 25/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ