Supreme Court dismisses appeal on share buyout valuation, ruling lower court correctly rejected vague damages claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of his lawsuit against two banks. The appellant argued that the banks undervalued his shares during a mandatory buyout, claiming the compensation was insufficient. The court held that the lower court correctly found the claim vague because the appellant failed to specify the exact date of acquisition, which is essential for calculating the loss based on the fluctuating market value at the time of the mandatory buyout. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing parties' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 3461/2006; ΚΠολΔ: For a claim regarding undervaluation in a mandatory share buyout to be viable, the plaintiff must specify the date of acquisition to calculate damages based on the share price at the time of the mandatory buyout, as share prices fluctuate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1102 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1102/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Κ., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαντζαβράκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE S.A.", που εδρεύει στη Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Πάρι Αρβανιτάκη και Δημήτριο Ράμπο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βιτώρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5906/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2644/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με το ν. 3461/2006 με τίτλο "δημόσιες προτάσεις αγοράς κινητών αξιών", ο οποίος έχει ως αντικείμενο την υποβολή προς τους μετόχους ανώνυμης εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά, δημόσιας προτάσεως για την αγορά των μετοχών τους με μέσα που να εξασφαλίζουν δημοσιότητα, μεταφέρθηκε στο εσωτερικό ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2004/25/ ΕΚ.
Με τα άρθρα 2, 5, 7, 9, 10, 18 και 21 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης προτάσεως (21-9-2010) και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, κατά τις ενδιαφέρουσες την παρούσα αναιρετική διαδικασία ρυθμίσεις τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τις ανάγκες εφαρμογής του νόμου αυτού ορίζονται ως:
α) "Δημόσια πρόταση" ή "πρόταση": η δημόσια πρόταση, η οποία απευθύνεται στους κατόχους κινητών αξιών μιας εταιρείας για την απόκτηση του συνόλου ή μέρους των αξιών αυτών. Μια δημόσια πρόταση μπορεί είναι είτε προαιρετική σύμφωνα με το άρθρο 6 είτε υποχρεωτική σύμφωνα με το άρθρο 7. β) "Υπό εξαγορά εταιρεία":
η εταιρεία της οποίας ο κινητές αξίες αποτελούν αντικείμενο δημόσιας πρότασης. γ) "Προτείνων": κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που προβαίνει σε δημόσιο πρόταση. δ) "Αποδέκτες της δημόσιας πρότασης": τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η δημόσια πρόταση. ε)... στ) "Υπόχρεο πρόσωπο": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που οφείλει να προβεί σε υποχρεωτική δημόσια πρόταση σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος νόμου.
ζ) "Κινητές αξίες": οι κινητές αξίες οι οποίες είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά που λειτουργεί στην Ελλάδα, ενσωματώνουν δικαιώματα ψήφου σε μια εταιρεία και αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης..." (άρθρο 2). "Οι κανόνες που διέπουν τη δημόσια πρόταση έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν ότι: α) Όλοι οι κάτοχοι των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας της ίδιας κατηγορίας τυγχάνουν ισότιμης μεταχείρισης και, εάν ένα πρόσωπο αποκτήσει άμεσα ή έμμεσα τον έλεγχο της εταιρείας, οι λοιποί κάτοχοι κινητών αξιών πρέπει να προστατεύονται.
β) Οι κάτοχοι των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας πρέπει να διαθέτουν επαρκή χρόνο και προσήκουσα ενημέρωση, προκειμένου να μπορούν να καταλήξουν σε απόφαση σχετικά με τη δημόσια πρόταση. γ) Το διοικητικό συμβούλιο της υπό εξαγορά εταιρείας πρέπει να ενεργεί προς το συμφέρον της εταιρείας εν γένει και δεν πρέπει να στερεί από τους κατόχους κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τη δημόσια πρόταση.
δ) Αποτρέπεται ο τεχνητός επηρεασμός της αγοράς των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας, της προτείνουσας εταιρείας ή οποιασδήποτε άλλης εταιρείας, η οποία ενέχεται στη δημόσια πρόταση, κατά τρόπο που να οδηγεί σε τεχνητή διαμόρφωση του όγκου ή της τιμής αυτών των κινητών αξιών και σε στρέβλωση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς.
ε) Ο προτείνων δημοσιοποιεί τη δημόσια πρόταση μόνο εφόσον εξασφαλίσει ότι μπορεί να καταβάλει πλήρως το τίμημα σε μετρητά, εφόσον προτίθεται να προσφέρει τέτοιο τίμημα ή λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της δυνατότητας καταβολής κάθε άλλου είδους ανταλλάγματος. στ) Η άσκηση των δραστηριοτήτων της υπό εξαγορά εταιρείας δεν πρέπει να παρακωλύεται, λόγω της δημόσιας πρότασης, πέρα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα" (άρθρο 5). "1.
Κάθε πρόσωπο, το οποίο αποκτά καθ' οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, κινητές αξίες και, λόγω της απόκτησης αυτής, το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει το πρόσωπο αυτό, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, υπερβαίνει το όριο του ενός τρίτου (1/3) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγορά εταιρείας, υποχρεούται, εντός είκοσι (20) ημερών από την απόκτηση αυτή, να απευθύνει υποχρεωτική δημόσια πρόταση για το σύνολο των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας καταβάλλοντος δίκαιο και εύλογο αντάλλαγμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 9..." (άρθρο 7). "1.
Ο προτείνων μπορεί να προσφέρει ως αντάλλαγμα τίτλους, που αντιπροσωπεύουν κινητές αξίες εισηγμένες ή μη σε οργανωμένη αγορά ή μετρητά ή συνδυασμό αυτών. Σε περίπτωση υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης, πρέπει να παρέχεται η ευχέρεια στους αποδέκτες της να επιλέξουν την καταβολή του ανταλλάγματος σε μετρητά. 2.
Σε περίπτωση που ο προτείνων ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτόν απέκτησε, μετά τη δημοσιοποίηση της πρότασης και πριν τη λήξη της περιόδου αποδοχής, κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης, σε τιμή ανώτερη εκείνης που προσφέρεται στο πλαίσιο της δημόσιας πρότασης, ο προτείνων οφείλει να αυξήσει το προσφερόμενο αντάλλαγμα έτσι ώστε αυτό να μην υπολείπεται από την ανώτερη τιμή που κατέβαλε ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτόν κατά το ως άνω διάστημα. 3.
Σε περίπτωση που το προσφερόμενο αντάλλαγμα δημόσιας πρότασης συνίσταται σε μετρητά, ο προτείνων προσκομίζει βεβαίωση πιστωτικού ιδρύματος, που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος, ότι ο προτείνων διαθέτει τα μέσα καταβολής για το σύνολο του ποσού που ενδέχεται να καταβληθεί σε μετρητά.
Σε περίπτωση που το προσφερόμενο αντάλλαγμα δημόσιας πρότασης συνίσταται σε τίτλους, ο προτείνων παρέχει βεβαίωση επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή πιστωτικού ιδρύματος, που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος, ότι ο προτείνων διαθέτει τους τίτλους που προτείνει ως αντάλλαγμα ή, κατά περίπτωση, ότι έχει λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο προκειμένου να καταστεί δυνατή η παροχή του ανταλλάγματος. 4.
Σε περίπτωση υποβολής υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης, ως εύλογο και δίκαιο αντάλλαγμα κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 7 θεωρείται τίμημα σε μετρητά ανά μετοχή το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο: α) από τη μέση χρηματιστηριακή τιμή της κινητής αξίας, που αποτελεί αντικείμενο της υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης, κατά τους έξι (6) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση, ούτε β) από την υψηλότερη τιμή στην οποία το υπόχρεο πρόσωπο ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό απέκτησε, κατά τους δώδεκα (12) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση, κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης (άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με τα άρθρα 41 ν.3943/2011 και 17 παρ.1 ν.4141/2013). "1.
Πρόσωπο που έχει αποφασίσει τη διενέργεια δημόσιας πρότασης σύμφωνα με το άρθρο 6 ή που υποχρεούται να υποβάλει δημόσια πρόταση σύμφωνα με το άρθρο 7, πριν προβεί σε οποιαδήποτε σχετική ανακοίνωση προς το κοινό, ενημερώνει εγγράφως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το διοικητικό συμβούλιο της υπό εξαγορά εταιρείας.
Η ενημέρωση γίνεται αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης για τη διενέργεια της δημόσιας πρότασης ή, προκειμένου για υποχρεωτική δημόσια πρόταση, εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 προθεσμίας. Ταυτόχρονα με την ενημέρωση της παραγράφου αυτής, ο προτείνων υποβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στο διοικητικό συμβούλιο της υπό εξαγορά εταιρείας σχέδιο του πληροφοριακού δελτίου. 2.
Ο προτείνων ανακοινώνει τη δημόσια πρόταση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 16, την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την ενημέρωση της προηγούμενης παραγράφου πριν την έναρξη διαπραγμάτευσης των κινητών αξιών που αφορά η δημόσια πρόταση. Η ανακοίνωση περιέχει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία: α)... β)... γ)... δ) Τις κινητές αξίες ή την κατηγορία των κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης.
ε) Τον μέγιστο αριθμό των κινητών αξιών που δεσμεύεται ή υποχρεούται να αποκτήσει ο προτείνων, το ποσοστό τους επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της υπό εξαγορά εταιρείας, καθώς και επί του συνόλου των κινητών αξιών της ίδιας κατηγορίας. στ) Το προσφερόμενο για κάθε κινητή αξία αντάλλαγμα. ζ) Τον ελάχιστο αριθμό κινητών αξιών, ο οποίος, σε περίπτωση προαιρετικής δημόσιας πρότασης, πρέπει να γίνει αποδεκτός προκειμένου να ισχύσει η δημόσια πρόταση.
η) Τον αριθμό κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας που ήδη κατέχει άμεσα ή έμμεσα ο προτείνων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 7. θ) Τυχόν πρόθεση του προτείνοντος για απόκτηση, κατά το διάστημα από τη δημοσιοποίηση της πρότασης μέχρι τη λήξη της περιόδου αποδοχής της, πρόσθετων κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας, εκτός εκείνων που θα του προσφερθούν στο πλαίσιο της δημόσιας πρότασης. 3.
Τα διοικητικά συμβούλια της υπό εξαγορά εταιρείας και του προτείνοντος πληροφορούν για την υποβολή δημόσιας πρότασης τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους ή, εάν αυτοί, δεν υπάρχουν, τους εργαζομένους απευθείας χωρίς υπαίτια βραδύτητα" (άρθρο 10). "1. Η αποδοχή της δημόσιας πρότασης από τα πρόσωπα στα οποία αυτή απευθύνεται λαμβάνει χώρα με έγγραφη δήλωση, η οποία κατατίθεται σε πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δικαιούμενες να παρέχουν στην Ελλάδα την επενδυτική υπηρεσία του στοιχείου δ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, οι οποίες έχουν εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτόν από τον προτείνοντα... 2.
Η περίοδος αποδοχής αρχίζει από τη δημοσίευση του πληροφοριακού δελτίου και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τεσσάρων (4) ούτε μεγαλύτερη των οκτώ (8) εβδομάδων..." (άρθρο 18). "1. Ο προτείνων μπορεί, μέχρι πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη της περιόδου αποδοχής, να βελτιώσει για τους αποδέκτες τους όρους της δημόσιας πρότασης..." (άρθρο 21).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 3461/2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 30 παρ. 3 ν. 3556/2007 και πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 17 παρ. 4 ν. 4141/2013, που έχει επίσης εφαρμογή εν προκειμένω ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης δημόσιας προτάσεως (21-09-2010): "1. Εάν ως συνέπεια εταιρικού μετασχηματισμού (συγχώνευσης, διάσπασης ή μετατροπής), οι μέτοχοι εταιρίας με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά πρόκειται να λάβουν μετοχές, εταιρικά μερίδια, άλλες αξίες που δεν είναι εισηγμένες ή μετρητά, ο μετασχηματισμός δεν θα είναι επιτρεπτός, αν προηγουμένως δεν απευθυνθεί προς τους μετόχους δημόσια πρόταση για την εξαγορά των μετοχών τους. 2.
Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού του ανταλλάγματος σε μετρητά, να ρυθμίζεται η διαδικασία της δημόσιας πρότασης της παραγράφου 1 και να προβλέπονται πρόσθετοι όροι για την υποβολή της, καθώς και να ρυθμίζεται κάθε σχετικό αναγκαίο θέμα και λεπτομέρεια. 3.
Η δημόσια πρόταση της παραγράφου 1 δεν θα είναι αναγκαία, αν ο μετασχηματισμός αποφασίζεται με πλειοψηφία του 95% του μετοχικού κεφαλαίου". Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτήσεως της παρ. 2 του ως άνω άρθρου εκδόθηκε η 17/427/9-5-2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία ρυθμίζεται ο τρόπος και η διαδικασία υπολογισμού του ανταλλάγματος της δημόσιας προτάσεως.
Ειδικότερα σε ότι αφορά τον τρόπο υπολογισμού του ανταλλάγματος, το άρθρο 4 της ανωτέρω κανονιστικής αποφάσεως προβλέπει ότι: "Το αντάλλαγμα σε μετρητά που πρέπει να παρέχεται δεν μπορεί να είναι κατώτερο: α) από τη μέση χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών της υπό εξαγορά εταιρίας κατά τους έξι μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της δημόσιας πρότασης, β) από την τιμή στην οποία απέκτησε ο προτείνων απευθείας ή σε συνεργασία με πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτόν μετοχές της υπό εξαγορά εταιρίας κατά τους δώδεκα μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της δημόσιας πρότασης, γ) από την τιμή ή σε περίπτωση εύρους τιμών τη μέση τιμή την οποία προσδιορίζει ως εύλογη αξία της μετοχής της υπό εξαγορά εταιρίας πρόσωπο από αυτά που ορίζονται στο άρθρο 5 (αποτιμητής).
Ο αποτιμητής ορίζεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και αμείβεται από την υπό εξαγορά εταιρία". Το άρθρο 5 της ως άνω αποφάσεως προβλέπει τα ακόλουθα: "Ο αποτιμητής πρέπει να είναι: α) ελεγκτική εταιρία ή β) πιστωτικό ίδρυμα. Ο αποτιμητής είναι εγνωσμένου κύρους και διαθέτει την απαραίτητη οργάνωση και στελέχωση καθώς και σημαντική εμπειρία σε αποτιμήσεις επιχειρήσεων.
Ο αποτιμητής πρέπει να είναι ανεξάρτητος από τον προτείνοντα, την υπό εξαγορά εταιρία και τις άλλες εταιρίες που λαμβάνουν μέρος στον μετασχηματισμό. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιλέγει τον αποτιμητή από κατάλογο πέντε ελεγκτικών εταιριών, πιστωτικών ιδρυμάτων ή ΕΠΕΥ που υποβάλλει ο προτείνων". Για τον προσδιορισμό της εύλογης αξίας των υπό εξαγορά μετοχών, το άρθρο 6 της αποφάσεως προβλέπει ότι ο αποτιμητής λαμβάνει υπόψη του τις μεθόδους αποτιμήσεως που είναι διεθνώς αποδεκτές και που θεωρεί σχετικές στη συγκεκριμένη περίπτωση (παρ.1).
Ο αποτιμητής μπορεί να λαμβάνει υπόψη του οικονομικά και άλλα στοιχεία που του χορηγεί η υπό εξαγορά εταιρεία και υποβάλλει την αναλυτική έκθεση αποτιμήσεως στον προτείνοντα και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Κρίσιμος χρόνος υπολογισμού του ανταλλάγματος είναι η ημερομηνία υποβολής της δημόσιας προτάσεως, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία δημοσιοποιήσεως της προτάσεως κατά το άρθρο 10 ν. 3461/2006, που λαμβάνει χώρα την επομένη της γνωστοποιήσεως της αποφάσεως υποβολής της δημόσιας προτάσεως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (ΑΠ 480/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 7 του ανωτέρω Νόμου: "Οι κάτοχοι των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας που μεταβιβάζονται στον προτείνοντα, μπορούν να προσφύγουν στο μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και να αμφισβητήσουν το ύψος του προσφερόμενου ανταλλάγματος, η προσφυγή αυτή ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της προηγούμενης παραγράφου.
Η μεταβίβαση των μετοχών σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 δεν παρεμποδίζεται από την άσκηση της παρούσας προσφυγής ή οποιουδήποτε άλλου ένδικου μέσου ή βοηθήματος". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 996/2004). Νομική αοριστία της αγωγής, εξάλλου, υπάρχει και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από τα κατά νόμο αναγκαία ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1449/2004, ΑΠ 202/2004).
Αντίθετα, η ποιοτική (επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου) και η ποσοτική (έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των στοιχείων που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) αοριστία ελέγχεται με τους αναιρετικούς λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 158/2012, ΑΠ 194/2012). Τέλος, Επίσης, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην με την απόφασή του υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, ως αιτιολογικό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού.
Κατά συνέπεια τούτων η ευδοκίμηση λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 32/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων διαλαμβάνει σ' αυτό (κατά συνοπτική απόδοση του περιεχομένου του) τα ακόλουθα:
Από το έτος 1999 ξεκίνησε να επενδύει μέρος των χρημάτων του σε μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Ότι στο πλαίσιο αυτό προέβη στην αγορά των λεπτομερώς αναφερομένων μετοχών της "Εμπορικής Τράπεζας" (της οποίας κύρια μέτοχος ήταν η πρώτη, ήδη αναιρεσίβλητη, εναγόμενη) και ότι ουδέποτε προέβη στην πώληση των ανωτέρω μετοχών.
Ότι η πρώτη εναγόμενη, ως κύρια μέτοχος της δεύτερης, ήδη αναιρεσίβλητης, εναγόμενης και σε εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται από τον νόμο 3461/2006 προχώρησε, αρχικώς, στην διαδικασία της προαιρετικής δημόσιας πρότασης για τις μετοχές της "Εμπορικής Τράπεζας" και εν συνεχεία, με την από 29-07-2011 ανακοίνωσή της, γνωστοποιούσε τα αποτελέσματά της.
Ότι, ακολούθως, από τη δεύτερη των εναγομένων πραγματοποιήθηκαν οι λεπτομερώς εκτιθέμενες στην αγωγή ανακοινώσεις και πάλι σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο. Ότι σύμφωνα με αυτές, στις 09-09-2011 ολοκληρώθηκε η διαδικασία υποχρεωτικής εξαγοράς των απομενόντων μετοχών της ανωτέρω Τράπεζας από τον προτείνοντα, δηλαδή από την πρώτη εναγόμενη, η οποία λειτουργούσε "συντονισμένα", με την εταιρεία "SACAM INTERNATIONAL SAS".
Ότι στις 09-09-2011 η πρώτη εναγόμενη, η οποία - κατά τα ανωτέρω - λειτουργούσε "συντονισμένα", με την ίδια, ως άνω Εταιρεία, έχοντας από κοινού αποκτήσει το 100% των μετοχών της δεύτερης εναγομένης, προέβη στην κατάθεση ποσού 1.756,48 ευρώ στον λογαριασμό του ενάγοντος στην τράπεζα EUROBANK με αριθμό ….-…-….-…, με αυτόν δε τον τρόπο αφαίρεσε και απέκτησε αυθαίρετα, χωρίς την συναίνεσή του, τις 1.000 (επίμαχες) μετοχές του.
Ότι η υποχρεωτική εξαγορά και αφαίρεση των παραπάνω μετοχών του ενάγοντος χωρίς την έγκριση και συναίνεσή του είναι δήμευση ατομικής περιουσίας προσκρούοντας στην συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας και ότι οι διατάξεις του Ν.3461/2006, που οδηγούν στην υποχρεωτική εξαγορά των μετοχών και τον εξοβελισμό των μετόχων από την κυριότητα τους, χωρίς την συναίνεσή τους, είναι ευθέως αντισυνταγματικές και, επομένως, ότι πρέπει να θεωρηθούν ανεφάρμοστες, καθώς και η όλη ως άνω διαδικασία μη νόμιμη και άκυρη.
Περαιτέρω, ότι η πρώτη εναγόμενη, η οποία λειτουργούσε "συντονισμένα" με την "SACAM INTERNATIONAL SAS", απέκτησε τις παραπάνω μετοχές του ενάγοντος της Εμπορικής Τράπεζας, της οποίας είναι κύρια μέτοχος και, επομένως, ωφελήθηκε παρανόμως το ποσό των 34.241,63 ευρώ (35.998,11 ευρώ κόστος κτήσης μετοχών, μείον 1.756,48 ευρώ αποζημίωση μεταβίβασης αυτών), το οποίο δεν του κατέβαλε και το οποίο ο ενάγων απώλεσε "δια παντός", ενώ εάν παρέμενε μέτοχος θα διατηρούσε για πάντα την "ελπίδα", και την "πιθανότητα", να το ανακτήσει.
Ότι η δεύτερη ήδη αναιρεσίβλητη, εναγόμενη έχει αυτοτελή ευθύνη "αλληλεγγύως" και εις ολόκληρον να αποζημιώσει τον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα με το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 34.241,63 ευρώ, αφού συνέπραξε στην όλη διαδικασία της υποχρεωτικής εξαγοράς των μετοχών του με το παραπάνω ευτελές αντάλλαγμα και σε κάθε περίπτωση οι διοικούντες αυτήν συνέπραξαν, ώστε να αφαιρέσουν τις μετοχές του και να ωφεληθεί παράνομα η κύρια μέτοχός της, δηλαδή η πρώτη ήδη αναιρεσίβλητη, εναγόμενη ως "προτείνων", πληρώνοντας ποσό 1.756,48 ευρώ έναντι του αληθινού πραγματικού, δίκαιου και εύλογου των 35.998,11 ευρώ, που ήταν το κόστος απόκτησης των μετοχών του.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ήδη αναιρεσίβλητος, ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι αντίδικές του, εις ολόκληρον και αλληλεγγύως η καθεμία, να του καταβάλουν το χρηματικό ποσό των 34.241,63 ευρώ, ως αποζημίωση για την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους σε βάρος του και, επικουρικά, αμφισβητώντας το ύψος του προσφερθέντος ανταλλάγματος, να του καταβάλουν το ίδιο χρηματικό ποσό σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 7 του Ν. 3461/2006, νομιμοτόκως.
Η αγωγή αυτή, όμως, με το παραπάνω περιεχόμενο είναι αόριστη. Και τούτο διότι, για την πληρότητά της και το εφικτό του ελέγχου, από το Δικαστήριο, κατά την αποδεικτική διαδικασία, της συνδρομής των απαιτουμένων, από τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις, προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της επικαλούμενης, από τον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα, αδικοπραξίας των αντιδίκων του, συνεπεία της οποίας αυτός υπέστη την ανωτέρω ζημία, έπρεπε να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής τα ακόλουθα:
α) η μέση χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών της υπό εξαγορά εταιρίας, της οποίας αυτός ήταν μέτοχος με τις επίμαχες 1.000 μετοχές, κατά τους έξι μήνες που προηγούνται της ανωτέρω ημερομηνίας υποβολής της δημόσιας πρότασης, ή η τιμή στην οποία απέκτησε "ο προτείνων" (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, εναγομένη) απευθείας ή σε συνεργασία με πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτόν μετοχές της υπό εξαγορά εταιρίας (Εμπορικής Τράπεζας, που διαδέχθηκε, καθολικά, η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, εναγομένη) κατά τους δώδεκα μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της δημόσιας πρότασης, ή η τιμή (σε περίπτωση εύρους τιμών η μέση τιμή), την οποία προσδιορίζει ως εύλογη αξία της μετοχής της υπό εξαγορά εταιρίας πρόσωπο ο "αποτιμητής".
Και, β) η πραγματική αξία των επίμαχων μετοχών κατά το χρόνο της υποχρεωτικής εξαγοράς τους. Η αναφορά των ανωτέρω στοιχείων, στο αγωγικό δικόγραφο είναι αναγκαία, προκειμένου να καταστεί εφικτό να κριθεί, με τις αποδείξεις, τόσο η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων συνισταμένη στο ότι αυτές υπολόγισαν την αξία των επίμαχων μετοχών σε τιμές κατώτερες από τις ως άνω, νομίμως, καθοριζόμενες, με σκοπό να του καταβάλουν, ως αντάλλαγμα αυτών το αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή χρηματικό ποσό, που κατά τον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα είναι "ευτελές", όσο και αν, εντεύθεν, προκλήθηκε, σ' αυτόν, αιτιωδώς, περιουσιακή ζημία, η οποία, σε καταφατική περίπτωση, συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της τιμής του καταβληθέντος, σ' αυτόν, ανταλλάγματος για τις ένδικες μετοχές και της πραγματικής αξίας αυτών κατά το χρόνο της υποχρεωτικής εξαγοράς τους, που είναι και ο κρίσιμος, εν προκειμένω, χρόνος για τον υπολογισμό του ύψους του ποσού αυτής (ζημίας), δεδομένου ότι εγγενές χαρακτηριστικό των μετοχών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, όπως οι επίμαχες, δεν είναι το αμετάβλητο της ισοτιμίας τους, αλλά η διαρκής διακύμανσή της και όχι εκείνος (ο χρόνος) της κτήσης αυτών, εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, τον οποίο (χρόνο) και μόνον αυτός αναφέρει στην ένδικη αγωγή του.
Επομένως, το Εφετείο, που, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη, απέρριψε αυτήν ως αόριστη, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που "αντικαθίσταται" με την προπαρατιθέμενη της παρούσας (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), ορθώς, κατ' αποτέλεσμα έκρινε. Ως εκ τούτου, ο πρώτος από τον αριθμό 1 και ο δεύτερος, από τους αριθμούς 8 και 14 αναιρετικοί λόγοι, ορθώς εκτιμώμενοι αμφότεροι, ως από τους αριθμούς 8 και 14, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα κρίνονται αβάσιμοι.
IΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί αυτός, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που νίκησαν, κατά παραδοχή της βασιμότητας του σχετικού αιτήματος, το οποίο νόμιμα υπέβαλαν αυτές, με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-05-2019 αίτηση για αναίρεση της 2644/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ